«Σχολή αδράνειας» για Κυπριακό- Ελληνοτουρκικά

Παναγιώτης Ιωακειμίδης 29 Νοε 2016

Υπάρχει μια ισχυρή σχολή σκέψης στην Αθήνα  για τα μείζονος σημασίας θέματα εξωτερικής πολιτικής (αυτά και μόνο που έχουν βαπτισθεί «εθνικά θέματα» λες και  όλα τα άλλα, παιδεία, οικονομία, περιβάλλον, υγεία είναι λιγότερο εθνικά) που ουσιαστικά πρεσβεύει και εισηγείται να μην υπάρξει καμιά λύση ούτε στις Ελληνοτουρκικές σχέσεις (θέματα Αιγαίου, κ.λπ.) ούτε στο Κυπριακό πρόβλημα, κ.λπ. Η σχολή αυτή συγκροτείται κυρίως από ορισμένους πρώην παραδοσιακούς διπλωμάτες των μεγάλων και ωραίων  λόγων, ορισμένους ακαδημαϊκούς και δημοσιογράφους ενός εσώκλειστου εθνικισμού και κάποιους άλλους,βαρυγδουπους πολιτικούα, . Το βασικό επιχείρημα της σχολής αυτής είναι ότι η οποιαδήποτε λύση  θα είναι ζημιογόνος για τα εθνικά συμφέροντα και, καθώς «ο χρόνος εργάζεται υπέρ ημών», η οποιαδήποτε μελλοντική λύση θα είναι καλύτερη. Η σχολή αυτή – «σχολή της αδράνειας» – πιστεύει ότι η Τουρκία αποδυναμώνεται  και τελικά ίσως και διαλυθεί με την πάροδο του χρόνου και επομένως θα ανατείλουν καλύτερες μέρες με καλύτερες συνθήκες για την επιβολή των ελληνικών απόψεων και μεγιστοποίηση των ελληνικών συμφερόντων. Πρόκειται επιεικώς για φενάκη. Για ευσεβείς πόθους που όμως έχουν ζημιογόνες συνέπειες και κόστος για την Ελλάδα.

Πρώτον, γιατί ο χρόνος δεν εργάζεται υπέρ ημών. Εργάζεται υπέρ της Τουρκίας, είτε μας αρέσει είτε όχι. Πληθυσμιακά, οικονομικά, στρατιωτικά, γεωπολιτικά η Τουρκία καθίσταται ισχυρότερη, η Ελλάδα ασθενέστερη.  Παρά τα πολλαπλά προβλήματά της (εσωτερικά, πολιτικά, εξωτερικά, κ.λπ.) η Τουρκία-μέλος της Ομάδας των είκοσι περισσότερο αναπτυγμένων κρατών της υφηλίου (G-20)-αποκτά μεγαλύτερη σημασία για το περιφερειακό και διεθνές σύστημα και επομένως έχει μεγαλύτερες δυνατότητες  για την άσκηση επιρροής. Δεύτερον, όσο περνά ο χρόνος η Τουρκία διευρύνει την agenda των διαφορών και απαιτήσεών της από την Ελλάδα. Στη δεκαετία του 1970 το μόνο θέμα στην agenda ήταν αυτό της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας. Σήμερα η agenda περιλαμβάνει γύρω στα είκοσι διαφορετικά θέματα ή υποθέματα που εν πολλοίς τα έχει θέσει η Τουρκία είτε ως «μέσα διαπραγμάτευσης» είτε ως αξιώσεις αλλά πάντως εις βάρος της Ελλάδας. Τρίτον, το οικονομικό κόστος της «μη επίλυσης» των προβλημάτων είναι τεράστιο. Όπως παρατηρεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ελλάδα έχει το χαμηλότερο ύψος «εκπαιδευτικών δαπανών» και το υψηλότερο στρατιωτικών απ’ όλες τις χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Επομένως η εθνικιστική «σχολή της αδράνειας» μάλλον δεν δικαιώνεται στις θέσεις και επιχειρηματολογία της.  Ελληνοτουρκικά (την κατάλληλη στιγμή) και Κυπριακό (τώρα) θα πρέπει να επιλυθούν. Ειδικά για το Κυπριακό που έχει φθάσει τόσο κοντά η επίλυσή του οι ηγέτες  Ελληνοκυπριακής και Τουρκοκυπριακής πλευράς στη Λευκωσία μπορούν και πρέπει να αρθούν στο ύψος των περιστάσεων και να ολοκληρώσουν τη διαδικασία της λύσης προς όφελος όλων των πολιτών. Ενώ  η Αθήνα οφείλει να σεβαστεί την αρχή ότι «η Λευκωσία αποφασίζει και η Αθήνα στηρίζει» τις υπεύθυνες αποφάσεις. Μαξιμαλιστικά ιδεοληπτικές θέσεις ή παρεμβάσεις  που οδηγούν σε αδιέξοδα και στη μη-επίλυση θα πρέπει να εγκαταλειφθούν. Διαφορετικά η επόμενη μέρα θα είναι οδυνηρή…