Σήμερα λέω να κοιτάξουμε πάλι πίσω και να δούμε πως διαχειριστήκαμε σαν κοινωνία την κληρονομιά της Χούντας. Μη γελιόμαστε η δικτατορία ήταν αυτή που επέτρεψε να θεμελιωθούν πολλοί μύθοι που κυριάρχησαν στη ζωή μας επί δημοκρατίας.
Σας διαβάζω ένα αυτοβιογραφικό κείμενο του φίλου μου Κώστα Κούρκουλου, δικηγόρου και αρθρογράφου. Έχει τίτλο « Για τους άκαπνους, που έγιναν "αντιστασιακοί" τον Ιούλιο του 1974»
Περίοδος δικτατορίας. Οι γονείς στο χωριό και ο κανακάρης τους φοιτητής στη Θεσσαλονίκη, όπου νόμιζε ότι έκανε και αντίσταση. Το κακό είναι ότι δεν το νόμιζε μόνον αυτός, αλλά δυστυχώς το νόμιζε και η ασφάλεια. Τέτοια ήταν η «τύφλα» της! Έτσι, έκανε το λάθος να τον συλλαμβάνει με κάθε ευκαιρία.
Κάθε βράδυ ο πατέρας στο χωριό άκουγε Deutsche Welle. Ένα βράδυ λοιπόν, η Deutsche Welle μετέδωσε ότι ο γιος έχει συλληφθεί και άφηνε να εννοηθεί, ότι ίσως έχει χτυπηθεί. Μόλις το άκουσαν στο σπίτι, η μάνα λιποθύμησε και ο πατέρας την άλλη μέρα κιόλας, βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη.
Έμεινε για ένα μήνα περίπου και κάθε μέρα, στην καρδιά του χειμώνα – παρ’ ότι άρρωστος – στεκόταν έξω από την ασφάλεια της Βαλαωρίτου, απαιτώντας να δει το παιδί του. Βεβαίως, ούτε σημασία του έδιναν, ώσπου άπραγος γύρισε στο χωριό.
Όταν ο γιος έμεινε ελεύθερος, ειδοποίησε αμέσως ότι είναι καλά και τις επόμενες μέρες γύρισε και αυτός στο χωριό, για να τον δουν ότι ήταν αρτιμελής. Κατεβαίνοντας από το λεωφορείο, συνάντησε τον πατέρα του και μαζί πήγαν στο σπίτι. Στο δρόμο ο γιος μίλαγε για τη χούντα.
Ο πατέρας – ένας από τους πιο ανιδιοτελείς, αλλά και ανθρώπινους αγωνιστές της εθνικής αντίστασης – ούτε που τον άκουγε. Το μόνο που τον ενδιέφερε εκείνη την στιγμή, ήταν το παιδί του. Έτσι τον ρώταγε μονότονα αν τον χτύπησαν πολύ, αν είναι καλά και όλα τα σχετικά. Στο σπίτι, η μάνα τον υποδέχτηκε κλαίγοντας, με εκείνη τη σιωπηλή τρυφερότητα που δεν περιγράφεται, αλλά μόνο νοιώθεται.
Και αφού τέλειωσε η υποδοχή, ήλθε η απογοήτευση της μάνας. Την έπιασε το παράπονο που ο γιος δεν τους ειδοποίησε ότι έρχεται και έτσι δεν του είχε έτοιμο εκείνο το φαγητό που του άρεσε και που πάντα της έλεγε, πως κανείς άλλος δεν μπορεί να το κάνει σαν κι αυτήν.
Εκείνο όμως που έμεινε στη μάνα ακόμη περισσότερο, ήταν ένα άλλο περιστατικό. Παραμονές ενός Πάσχα όταν, την άλλη κιόλας μέρα που έφτασε ο κανακάρης τους στο χωριό, η αστυνομία μπήκε με τα όπλα στο σπίτι, τον έδεσαν μπροστά της και τον πήραν πάλι για Θεσσαλονίκη. Σα ληστή δεμένο είχαν το παιδί μου, μονολογούσε συχνά η μάνα.
Με το που έπεσε η χούντα, ο γιος δεν υπέβαλε μήνυση για τα βασανιστήρια. Σε ένα πέρασμά του όμως από το βιβλιοπωλείο της Καίτης στην Καμάρα όπου συγκεντρώνονταν οι φίλοι του, τον ρώτησαν αν είχε υποβάλει μήνυση, διότι ήταν η τελευταία ημέρα της προθεσμίας. Ντράπηκε, γιατί αισθάνθηκε ότι δεν είχε κάνει το καθήκον του. Πήγε λοιπόν κατευθείαν στην εισαγγελία και το έπραξε.
Όταν όμως στη συνέχεια το ανακοίνωσε στον πατέρα του, πήρε μία σουρεαλιστική για την εποχή απάντηση, που μόνον ένας αληθινός επαναστάτης μπορούσε να δώσει: «Ντροπή. Μπορεί αυτοί να μας ρήμαξαν, αλλά δεν θα κάνουμε τα ίδια. Δεν είμαστε σαν κι’ αυτούς». Έτσι ο γιός, έκανε αυτό που του επέβαλε το ήθος του πατέρα του. Παρ’ ότι κλήθηκε κατ’ επανάληψη, δεν πήγε καν στο δικαστήριο να υποστηρίξει την κατηγορία κατά των βασανιστών του. Κι ας ήταν η εποχή που όλοι οι άκαπνοι φώναζαν «δώστε τη χούντα στο λαό».
Το κείμενο που ακούσατε το ανέσυρα από την ηλεκτρονική εφημερίδα Μεταρρύθμιση.
Το φαινόμενο των όψιμων πολέμιων της Χούντας αυτό ο Μανωλης Αναγνωστακης έγραψε το 1983 το ποίημα «Φοβάμαι». Θυμίζω ήταν η εποχή που οι πολυήμεροι εορτασμοί γίνονται θεσμός με τη φροντίδα της φρέσκιας κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ.
“Φοβάμαι
τους ανθρώπους που εφτά χρόνια
έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι
και μια ωραία πρωία –μεσούντος κάποιου Ιουλίου–
βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας
«Δώστε τη χούντα στο λαό».
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που με καταλερωμένη τη φωλιά
πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που σου ‘κλειναν την πόρτα
μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια
και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο
να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που γέμιζαν τις ταβέρνες
και τα ‘σπαζαν στα μπουζούκια
κάθε βράδυ
και τώρα τα ξανασπάζουν
όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη
και έχουν και «απόψεις».
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν
και τώρα σε λοιδορούν
γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο.
Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο”.
Ήταν το σχόλιο της ημέρας στην εκπομπή Καθρέφτης του Χρήστου Μιχαηλίδη στο Α΄Πρόεγραμμα της ΕΡΤ