Δημόσια αυτοκριτική ως πολιτική παράμετρος

Χρίστος Αλεξόπουλος 05 Απρ 2025

Η δημόσια αυτοκριτική ως πολιτική παράμετρος ιδιαιτέρως στην Ελλάδα είναι από πολύ δύσκολη έως ανέφικτη. Αυτό βέβαια είναι πολύ φυσιολογικό σε ένα πολιτικό σύστημα, το οποίο στο επικοινωνιακό πεδίο δεν απευθύνεται ούτε ενεργοποιεί την ορθολογική σκέψη, ενώ παράλληλα δεν στηρίζει τον σχεδιασμό της εξέλιξης στην δυναμική της πραγματικότητας και στις βιωνόμενες από τους πολίτες επιπτώσεις της στην ροή του χρόνου, ώστε να αναλύει συνεχώς τα δεδομένα, που παράγει η κοινωνική πορεία και μετά από αυτοκριτική και ανάληψη ευθυνών να βελτιώνει τις πιθανές παρεκκλίσεις.

Η οδυνηρή τραγωδία των Τεμπών με τους 57 νεκρούς και η δυναμική, που δρομολόγησε στην κοινωνία με τις διαδηλώσεις και την αμφισβήτηση των προθέσεων της κυβέρνησης και της Δικαιοσύνης για την αποκάλυψη των αιτίων της τραγωδίας, αναδεικνύουν με μεγάλη σαφήνεια την ανεπάρκεια του πολιτικού συστήματος να εκφράσει την κοινωνία στη λήψη αποφάσεων στο θεσμικό επίπεδο, οι οποίες δεσμεύουν το μέλλον και ταυτοχρόνως στο πλαίσιο διαλόγου με τις δομές έκφρασης της (κοινωνία πολιτών) να αναγνωρίζει λανθασμένες και μη λειτουργικές σε σχέση με το κοινωνικό συμφέρον αποφάσεις.

Η τραγωδία στα Τέμπη λειτούργησε ως καταλύτης για την ανάδειξη της ανισόρροπης σχέσης μεταξύ του πολιτικού συστήματος και των πολιτών και την ανάγκη οικοδόμησης της οπτικής δημόσιας αυτοκριτικής των κομμάτων ως πολύ σημαντικής παραμέτρου για την αποκατάσταση συνθηκών εμπιστοσύνης των πολιτών και του πολιτικού συστήματος στο πλαίσιο της λειτουργίας των θεσμών.

Πολύ σημαντικό ρόλο στην αποτύπωση της ανισόρροπης σχέσης πολιτών και πολιτικού συστήματος και ευρύτερα πολιτειακών θεσμών διεκπεραίωσαν οι δημοσκοπήσεις, που έγιναν με αφορμή την κοινωνική αντίδραση για την τραγωδία των Τεμπών.

Για παράδειγμα σε δημοσκόπηση της MRB για τον τηλεοπτικό σταθμό OPEN τα ποσοστά των κομμάτων χωρίς αναγωγή καταγράφονται ως εξής: Νέα Δημοκρατία 20%, ΠΑΣΟΚ 11,5%, Πλεύση Ελευθερίας 9%, Ελληνική Λύση 8,5%, ΚΚΕ 6,7%, ΣΥΡΙΖΑ 6%, Φωνή Λογικής 3,5%, Μέρα25 2,3%, Νίκη 2,3%, Κίνημα Δημοκρατίας 2%, Σπαρτιάτες 1%, Νέα Αριστερά 1% και αδιευκρίνιστη ψήφος 25,2%.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει, ότι το 74% θεωρεί, ότι η Δικαιοσύνη δεν κάνει ό,τι μπορεί για να πέσει άπλετο φως στην υπόθεση των Τεμπών. Επίσης η διαχείριση αυτής της υπόθεσης από την κυβέρνηση θεωρείται, ότι προωθεί την συγκάλυψη από το 75,2%. Ουσιαστικά διαπιστώνεται, ότι η κοινωνική πλειοψηφία δεν εμπιστεύεται τους θεσμούς και μάλιστα ίσως τον πιο σημαντικό για την διασφάλιση του κοινωνικού συμφέροντος, όπως είναι η Δικαιοσύνη.

Παράλληλα η πτώση των ποσοστών του κυβερνώντος κόμματος της Νέας Δημοκρατίας σε συνδυασμό με την μη ανάδειξη εναλλακτικής πρότασης από τον χώρο της αντιπολίτευσης πιστοποιούν την μεγάλη κρίση του πολιτικού συστήματος, το οποίο δεν πείθει τους πολίτες, ότι μπορεί να διαχειρισθεί λειτουργικά την δυναμική της εξέλιξης με σημείο αναφοράς το κοινωνικό συμφέρον.

Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν, ότι το πολιτικό σύστημα βρίσκεται σε «σημείο καμπής», ενώ χάνουν την αξιοπιστία τους και θεσμοί, όπως η Δικαιοσύνη. Περισσότερο εκφράζεται η έλλειψη εμπιστοσύνης στο πολιτικό σύστημα συνολικά και προοπτικής στο πολιτικό πεδίο, η οποία θα εκφράζει το κοινωνικό συμφέρον μακροπρόθεσμα. Εάν αναλυθούν τα ευρήματα της δημοσκόπησης σε σχέση με τις απόψεις και τις θέσεις των κομμάτων για τα μηνύματα της κοινωνίας, που δρομολόγησε η τραγωδία των Τεμπών, τότε διαπιστώνεται, ότι το πολιτικό σύστημα δεν σχεδιάζει την δυναμική της εξέλιξης μακροπρόθεσμα, αλλά μόνο την διαχειρίζεται με έντονα στοιχεία ανεπάρκειας και διαφθοράς.

Επίσης γίνεται εμφανές, ότι το πολιτικό σύστημα δεν πληροί τις τεχνοκρατικές προϋποθέσεις για να σχεδιάζει και να διαχειρίζεται την σύγχρονη πολύπλοκη πραγματικότητα σε συνθήκες ταχύτατης εξέλιξης, που δρομολογούν η επιστημονική γνώση και οι τεχνολογικές της εφαρμογές, που ελέγχονται και αξιοποιούνται από το οικονομικό σύστημα με οπτική συστημικού πραγματισμού (κυρίαρχοι στόχοι είναι η λειτουργικότητα και η οικονομική απόδοση του συστήματος).

Το αποτέλεσμα είναι η διαμόρφωση κλίματος ανασφάλειας στους πολίτες ως προς την πορεία προς το μέλλον και η αναζήτηση ελπίδας ακόμη και σε μη δημοκρατικά και χωρίς τεκμηριωμένες προγραμματικές προτάσεις κόμματα, των οποίων ο λόγος διαπερνάται από φαντασιακή, εξιδανικευτική και με έντονα στοιχεία εθνικισμού οπτική.

Οι τοποθετήσεις των κομμάτων με αφορμή τις διαδηλώσεις για την διαχείριση της τραγωδίας των Τεμπών από κρατικούς φορείς και την Δικαιοσύνη αναδεικνύουν την περίοδο κρίσης, στην οποία βρίσκεται το πολιτικό σύστημα και την ζωτικής σημασίας ανάγκη για την ενεργοποίηση της δημόσιας αυτοκριτικής από το πολιτικό σύστημα με σημείο αναφοράς την πορεία του μακροπρόθεσμου σχεδιασμού της εξέλιξης σε σχέση με την λειτουργικότητα του. Η επικέντρωση του διαλόγου σε «διαπιστώσεις ανεπάρκειας και μη έκφρασης του λαϊκού συμφέροντος» σε σχέση με τα αντίπαλα κόμματα δεν συμβάλλει στην επίλυση προβλημάτων και στην δημιουργία θετικής προοπτικής.

Πολύ χαρακτηριστικές είναι οι τοποθετήσεις των τριών πιο ισχυρών κομμάτων στην σημερινή Βουλή, δηλαδή της Νέας Δημοκρατίας, του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ. Ο πρωθυπουργός της χώρας και πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας Κυριάκος Μητσοτάκης σε ανάρτηση του στο πλαίσιο του εβδομαδιαίου απολογισμού του κυβερνητικού έργου γράφει «Πέρα από την πολιτική αντιπαράθεση το ζητούμενο είναι, πως προχωράμε μπροστά, ώστε να κάνουμε πράξη, όσα ζήτησε η πλειοψηφία των πολιτών, που συμμετείχε στα μεγάλα συλλαλητήρια. Αλήθεια, δικαιοσύνη, σύγχρονα τρένα, να τρέξουμε πιο γρήγορα για να αλλάξουμε το κράτος και όσα κρατούν την Ελλάδα πίσω».

Οι προτεραιότητες, που θέτει ο πρωθυπουργός, είναι η λειτουργικότητα και οικονομική απόδοση των κυβερνητικών επιλογών, χωρίς όμως να γίνεται αυτοκριτική και ανάληψη ευθυνών για την μέχρι τώρα πορεία και τις αποφάσεις, που προκάλεσαν την τραγωδία των Τεμπών, χωρίς να προωθούν το ανθρώπινο και το κοινωνικό συμφέρον. Το ίδιο ισχύει και για την προκήρυξη διαγωνισμού για την παραχώρηση δικαιωμάτων έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων στις θαλάσσιες περιοχές Α2 και νότια της Πελοποννήσου στην περιοχή του Ιονίου Πελάγους. Δεν συνυπολογίζονται οι αρνητικές επιπτώσεις στο κλίμα και στην ζωή του ανθρώπου.

Ταυτοχρόνως επιχειρείται η αντιμετώπιση της πτώσης της εκλογικής επιρροής με κυβερνητικό ανασχηματισμό με, υποτίθεται, πιο λειτουργικές και αποτελεσματικές επιλογές προσώπων για υπουργικές θέσεις και διατήρηση συνεκτικών ισορροπιών στο εσωτερικό του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας.

Το ΠΑΣΟΚ ως αξιωματική αντιπολίτευση από το ένα μέρος χρεώνει στην κυβέρνηση ανευθυνότητα και ανεπάρκεια και από το άλλο μέρος προωθεί την αυτόνομη διεκδίκηση και ανάληψη της ευθύνης διακυβέρνησης της χώρας, διότι «είναι το μόνο κόμμα, που μπορεί να κερδίσει την Νέα Δημοκρατία. Είναι το μόνο κόμμα, που έχει ολοκληρωμένο κυβερνητικό πρόγραμμα και μπορεί στη μάχη αυτή, που είναι μια δύσκολη μάχη, να κερδίσει την Νέα Δημοκρατία».

Από τον ΣΥΡΙΖΑ ακολουθείται ρητορική σύγκλισης με τα άλλα κόμματα του χώρου της Κεντροαριστεράς, χωρίς όμως να συγκεκριμενοποιείται ο πολιτικός του λόγος ως προς την διαχείριση της δυναμικής της εξέλιξης στην προοπτική του χρόνου, ενώ επισημαίνεται, ότι υπάρχουν ακόμη προβλήματα στην λειτουργία του σιδηρόδρομου, δυο χρόνια μετά το δυστύχημα.

Ουσιαστικά δεν κατατίθενται προτάσεις για την άρση των γενεσιουργών αιτίων των ανισορροπιών, που ταλαιπωρούν την ελληνική κοινωνία, ούτε αναλαμβάνεται η ευθύνη ανάπτυξης διαλόγου, αφού προηγηθεί η δημόσια αυτοκριτική τόσο των κομμάτων, που διαχειρίσθηκαν κυβερνητική εξουσία στην πολιτική τους διαδρομή, όσο και αυτών, που άσκησαν και ασκούν κριτική ως αντιπολίτευση.

Σε αυτό το πλαίσιο δεν είναι εφικτή η αποκατάσταση σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ των πολιτών και του πολιτικού συστήματος. Προϋπόθεση για να αρθούν αυτές οι συνθήκες, είναι η μετατροπή του περιεχομένου της δημόσιας αυτοκριτικής σε αλλαγή κατεύθυνσης της πολιτικής λειτουργίας, η οποία θα πρέπει να αντιμετωπίζει τους πολίτες ως ατομικά και συλλογικά υποκείμενα και όχι ως πολιτικά ενεργούμενα. Παράλληλα είναι ζωτικής σημασίας ανάγκη για την κοινωνική προοπτική ο σχεδιασμός με ολιστική οπτική να προπορεύεται της δυναμικής της εξέλιξης, ώστε να προλαμβάνει την πρόκληση ανισορροπιών.

Η σύγχρονη πολύπλοκη και πολιτικά δύσκολα διαχειρίσιμη πραγματικότητα επιβάλλει την άμεση αλλαγή τρόπου σκέψης και λειτουργίας του πολιτικού συστήματος και την πρόσδωση ουσιαστικού περιεχομένου στην σχέση του με τους πολίτες, το οποίο υπερβαίνει την διαφημιστικού τύπου οικοδόμηση και διαχείριση της επικοινωνιακής πολιτικής.