Η περίοδος της παγκοσμιοποίησης επέφερε στις οικονομίες του δυτικού κόσμου μικρές αυξήσεις στους ρυθμούς ανάπτυξης αλλά και διαχρονική διεύρυνση στην ανισοκατανομή του εισοδήματος. Η διελκυστίνδα μεταξύ οικονομικής ανάπτυξης και ανισοκατανομής του εισοδήματος αποτελεί την βάση της πολιτικής αντιπαράθεσης μεταξύ των παρατάξεων της Δεξιάς και της Σοσιαλδημοκρατικής αριστεράς. Η Δεξιά συνήθως δίνει έμφαση στις περικοπές φόρων στα μεγάλα εισοδήματα ούτως ώστε να γίνουν επενδύσεις και να αυξηθεί ο ρυθμός ανάπτυξης. Οι σοσιαλδημοκράτες και η αριστερά χρησιμοποιούν την δημοσιονομική πολιτική για την αναδιανομή του εισοδήματος και δίνουν μικρότερη έμφαση στην ανάπτυξη. Όμως, η μακροχρόνια οικονομική ισορροπία προϋποθέτει πολιτικούς που διαθέτουν έναν ευρύτερο φάσμα επιλογών καθώς και την ικανότητα να εκλαϊκεύουν τις προτάσεις τους για να γίνουν κατανοητές και αποδεκτές από την μεγάλη πλειονότητα των πολιτών, τόσο για τα βραχυχρόνια οφέλη όσο και για τις μακροχρόνιες επιπτώσεις τους.
Στις γηράσκουσες οικονομίες της Δύσης η έμφαση πρέπει να είναι σταθερά στην συνεχή βελτίωση της παραγωγικότητας της οικονομίας, διότι το φθίνον εργατικό δυναμικό θα είναι πλέον ένα μόνιμο χαρακτηριστικό των κοινωνιών αυτών. Επομένως, χρειάζονται συνεχείς επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες παραγωγής που θα χρειάζονται λιγότερο εργατικό δυναμικό, αλλά θα ενισχύουν την καινοτομία, την έρευνα, και την επανεκπαίδευση των εργαζομένων με προγράμματα δια βίου μάθησης.
Για την ελληνική οικονομία, η σταθερή και βιώσιμη ανάπτυξη της παραγωγικότητας πρέπει να αποτελεί μόνιμο στόχο της οικονομικής πολιτικής, διότι μόνο τότε θα βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, που είναι το κύριο πρόβλημα της οικονομίας μετά την ένταξη στο ευρώ. Η έμφαση, λοιπόν, είναι στη σταθερή βελτίωση του πνευματικού κεφαλαίου. Ένα μορφωμένο εργατικό δυναμικό αυξάνει την παραγωγικότητα των υφιστάμενων επιχειρήσεων, ενώ προσελκύονται και νέες, οι οποίες απασχολούνται στον τομέα των προηγμένων τεχνολογιών και στις δραστηριότητες υψηλής ανάπτυξης. Μόνο έτσι θα ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα των εξωστρεφών επιχειρήσεων και θα αυξηθούν οι εξαγωγές
Αξιόπιστες μελέτες δείχνουν ότι η αύξηση των εξαγωγών στην Ελλάδα, μεσοπρόθεσμα, δεν είναι δυνατή διότι υπάρχει σοβαρό έλλειμμα παραγωγικής γνώσης. Μια χώρα με υψηλά επίπεδα παραγωγικής γνώσης είναι εκείνη που εξάγει πολλά και διαφορετικά προϊόντα και υπηρεσίες που παράγονται με περίπλοκο τρόπο. Ο «δείκτης παραγωγικής γνώσης» προβλέπει πόσο πλούσια θα γίνει μια χώρα και πόσο γρήγορα θα αναπτυχθεί. Σε δείγμα 128 χωρών, η Ελλάδα έχει την μεγαλύτερη απόκλιση μεταξύ του τρέχοντος επιπέδου εισοδήματος και του δείκτη παραγωγικής γνώσης. Για την βελτίωση του εν λόγω δείκτη απαιτούνται νέοι θεσμοί και επενδύσεις σε υποδομές και συστήματα κατάρτισης επαγγελματιών καθώς και αύξηση των επενδύσεων σε έρευνα και ανάπτυξη. Οι δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη κατατάσσουν την Ελλάδα στην προτελευταία θέση μεταξύ των 30 χωρών του ΟΟΣΑ. Απαιτείται, δηλαδή, επανασχεδιασμός τόσο της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης όσο και της επαγγελματικής εκπαίδευσης.
Το πλέγμα των οικονομικών πολιτικών που θα διαμορφώσουν την ελληνική οικονομία της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης είναι πολυσχιδές και πολύπλοκο και υποτίθεται ότι εκπονείται από την τρέχουσα διακυβέρνηση, για να επωφεληθεί η χώρα από τους επενδυτικούς πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης. Στο πλαίσιο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία η μεταχείριση των εργαζομένων, οι οποίοι θα υφίστανται μια συνεχή μεταβλητότητα στις συνθήκες της εργασίας τους. Η συνεχής επένδυση στη βελτίωση του πνευματικού κεφαλαίου και των επαγγελματικών δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού θα μειώσει την τάση της ανισοκατανομής του εισοδήματος.
Αλλά χρειάζονται και νέοι θεσμοί για την προστασία του εισοδήματος των εργαζομένων, όταν η απασχόλησή τους θα προσαρμόζεται στις εκάστοτε ανάγκες της συγκυρίας. Ένας τέτοιος θεσμός μπορεί να είναι η «ασφάλιση απώλειας εισοδήματος» για τους εργαζόμενους που βρίσκονται εκτός εργασίας για οποιονδήποτε λόγο. Για παράδειγμα, με ένα πρόγραμμα αναπλήρωσης απολεσθέντος εισοδήματος 50%, ο εργαζόμενος που είχε ένα μισθό €1600 στην προηγούμενη εργασία του θα λάβει μια μηνιαία παροχή €400, εάν στη νέα του εργασία αμείβεται μόνο με €800. Το ποσοστό αναπλήρωσης μπορεί να αυξάνει με την ηλικία και την προϋπηρεσία του εργαζόμενου. Το κρίσιμο χαρακτηριστικό του προγράμματος αυτού είναι ότι ο εργαζόμενος δεν θα δικαιούται κάποια παροχή, παρά μόνο εάν επαναπροσληφθεί σε νέα εργασία. Οι παροχές θα διακόπτονται μετά από δύο χρόνια. Όσοι βρουν εργασία νωρίτερα μέσα στη διετία θα λαμβάνουν υψηλότερο ποσοστό αναπλήρωσης εισοδήματος. Με τον τρόπο αυτό ενισχύονται τα κίνητρα του εργαζόμενου να δεχθεί άμεσα μια νέα δουλειά με μικρότερο μισθό, διότι του επιτρέπει να προσγειωθεί πιο ομαλά στη νέα πραγματικότητα. Ένας τέτοιος νέος θεσμός υπερβαίνει τα αντικίνητρα των υφιστάμενων επιδομάτων ανεργίας του ΟΑΕΔ. Σήμερα ο άνεργος δεν έχει κάποιο κίνητρο να επιστρέψει στην αγορά εργασίας πριν την εξάντληση της περιόδου των επιδομάτων.
Η έκταση κάλυψης του προτεινόμενου προγράμματος ασφάλισης απολεσθέντος εισοδήματος πρέπει να προσαρμοστεί στις ιδιαίτερες ανάγκες της κάθε οικονομίας, ανάλογα με τις δημοσιονομικές δυνατότητες ή τις ασφαλιστικές εισφορές εργοδοτών και εργαζομένων. Ένα πρόγραμμα ευρείας ασφαλιστικής κάλυψης θα μπορούσε να περιλάβει όσους έχουν εργασιακή προϋπηρεσία τουλάχιστον πέντε ετών (δεν θα καλύπτονται όσοι συνταξιοδοτούνται, ή παραιτούνται ή απολύονται για σοβαρό λόγο). Ένα πιο περιορισμένο πρόγραμμα θα μπορούσε να καλύψει τους εργαζόμενους σε τομείς της οικονομίας που διακόπτουν την λειτουργία τους ή σε περιοχές που το ποσοστό ανεργίας είναι μεγαλύτερο του μέσου όρου για την χώρα.