Παράλληλοι μονόλογοι χωρίς πολιτικό περιεχόμενο

Εκτός από την έξαρση της επιδημίας του κορωνοϊού (Covid-19) τον Μάρτιο του 2021 διαμόρφωσαν την επικαιρότητα επίσης ο ξυλοδαρμός ενός νέου στην πλατεία της Νέας Σμύρνης (Αθήνα) στο πλαίσιο της αντιμετώπισης του επικίνδυνου για την μεταδοτικότητα συνωστισμού, ο άγριος ξυλοδαρμός ενός αστυνομικού από «μαινόμενους πολίτες» σε διαδήλωση κατά της αστυνομικής βίας, η οποία έγινε επίσης στη Νέα Σμύρνη και τέλος η συζήτηση, που πραγματοποιήθηκε στη Βουλή με αφορμή ερώτημα του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης για την πολιτική καταστολής της κυβέρνησης, η οποία παραπέμπει σε αστυνομικό κράτος. Παράλληλα ασκήθηκε κριτική στον πρωθυπουργό για την διαχείριση της πανδημίας.


Συγκεκριμένα ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης χαρακτήρισε καταστροφική την διαχείριση της πανδημίας, ενώ επεσήμανε, ότι η κυβέρνηση ακολουθεί στρατηγική έντασης, την οποία δρομολογεί με την πολιτική της πρακτική.

Από το άλλο μέρος ο πρωθυπουργός είπε, ότι η Ελλάδα διαχειρίζεται πολύ καλύτερα από άλλες χώρες την πανδημία, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ κάνει τυχοδιωκτική αντιπολίτευση, επενδύει στην καταστροφή και υποκινεί συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας για την αστυνομική βία.

Τόσο ο πρωθυπουργός όσο και ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης στο πλαίσιο παράλληλων μονόλογων έκαναν κριτική σε προσωπικό επίπεδο με στόχο την υποβάθμιση του πολιτικού αντιπάλου ως προς τις ικανότητες του και τους στόχους, που υπηρετεί.

Εκείνο, που δεν έκαναν, ήταν να δώσουν ουσιαστικό πολιτικό περιεχόμενο στον λόγο τους με την κατάθεση απόψεων και προτάσεων για την διαχείριση της πραγματικότητας και την πορεία προς το μέλλον, οι οποίες υπερβαίνουν την ηθικολογία και την επικοινωνιακή οπτική και στηρίζονται στην ανάλυση της κοινωνικής δραστηριοποίησης και δυναμικής.

Δεν συμβάλλει στην αντιμετώπιση του κορωνοϊού και της βίας η απλή επίρριψη ευθυνών στον πολιτικό αντίπαλο. Οι πολίτες πρέπει να αποδίδουν ευθύνες με βάση την λειτουργικότητα των προτάσεων των κομμάτων και του πολιτικού διαλόγου και όχι στηριζόμενοι στην επικοινωνιακή ρητορική των πολιτικών.


Δεν βοηθούν οι επικοινωνιακού τύπου παράλληλοι μονόλογοι σχετικά με την αντιμετώπιση της βίας, αν δεν γίνει προσέγγιση και ανάλυση των γενεσιουργών αιτίων, τα οποία σχετίζονται με το μοντέλο οργάνωσης και λειτουργίας της κοινωνίας στους διάφορους τομείς δραστηριοποίησης της.

Σε αυτό το πλαίσιο η αδύναμη κοινωνική συνοχή στις μαζοποιημένες κοινωνίες των σύγχρονων μεγάλων αστικών κέντρων λειτουργεί θετικά ως προς την ανάπτυξη της βίας, διότι οι ισχύουσες κοινωνικές αξίες δεν προωθούν την ενσυναίσθηση και την κοινωνική συνείδηση αλλά την μονοδιάστατη οικονομική ευημερία, η οποία στηρίζεται στον ατομικισμό, στον ανταγωνισμό και στις ανισότητες.

Αρκεί να ληφθούν υπόψη η διαφθορά και το πελατειακό σύστημα, τα οποία διαμορφώνουν αρνητικές συνθήκες σε σχέση με την ατομική πορεία και οδηγούν είτε στην ανοχή ή αποδοχή τους ως εργαλείων για την επίτευξη της ευημερίας, είτε στην βίαιη συμπεριφορά και περιθωριοποίηση χωρίς προοπτική.


Επίσης στα μεγάλα αστικά κέντρα οι κοινωνικές συναναστροφές και σχέσεις δεν εδράζονται στην βίωση της ίδιας πραγματικότητας, αλλά αυτής που διαφορετικά για κάθε άτομο οριοθετείται από την εικονική εκδοχή της ψηφιακής τεχνολογίας και της απουσίας συνευθύνης για τις συνθήκες, που ισχύουν στην καθημερινότητα, η οποία προσδιορίζεται από τα πρότυπα, που διοχετεύονται μαζικά για την προώθηση της κατανάλωσης στο πλαίσιο της κοινωνίας του θεάματος και όχι για την κάλυψη των ανθρώπινων αναγκών και την ψυχική ισορροπία.

Με αυτό τον τρόπο οι πολίτες, αν και στοιβάζονται στις πολυόροφες πολυκατοικίες δεν διαμορφώνουν πλέον «γειτονιές», ούτε οικοδομούν ανάλογες σχέσεις ακόμη και με τους συγκατοίκους τους στην ίδια πολυκατοικία. Παράλληλα αυτή η αποστασιοποίηση ανάμεσα στους πολίτες δεν συμβάλλει στην οικοδόμηση σχέσεων εμπιστοσύνης και κοινής οπτικής για την οικοδόμηση της ευημερίας.

Πολύ πιο εύκολα καλλιεργεί συγκρουσιακές οπτικές διεκδίκησης της ευημερίας σε ένα μέρος της κοινωνίας, διότι δεν αναπτύσσονται δραστηριότητες στο τοπικό επίπεδο, οι οποίες προωθούν την κοινωνική ενσωμάτωση των πολιτών και την παραγωγή δεσμευτικών αξιών ως προς την οπτική προσέγγισης της κοινωνικής δικαιοσύνης και την διεκδίκηση της πραγμάτωσης της χωρίς κοινωνικές αναταράξεις.


Επίσης σημαντικό ρόλο για την ανάπτυξη της βίας παίζει η ελλιπής δημοκρατική λειτουργία, όταν οι πολίτες δεν προσεγγίζουν την πραγματικότητα με εργαλείο τον ορθολογισμό βασιζόμενοι στην σφαιρική και σε βάθος ενημέρωση, αλλά στο πλαίσιο του ισχύοντος μοντέλου κοινωνικής οργάνωσης αντιμετωπίζονται και λειτουργούν ως εργαλειοποιημένοι ψηφοφόροι, των οποίων οι επιλογές σχετικά με την βελτίωση των συνθηκών ζωής κινούνται χωρίς ρεαλιστική οπτική σε ένα εξιδανικευμένο μέλλον, ενώ οριοθετούνται σε μεγάλο βαθμό από την συναισθηματική φόρτιση και το θυμικό.

Με αυτά τα δεδομένα όμως εύκολα οδηγούνται σε βίαιες συμπεριφορές και πρακτικές, διότι δεν είναι σε θέση να κάνουν διάλογο και στο πλαίσιο δημοκρατικών διαδικασιών να διεκδικήσουν την πραγμάτωση των επιδιωκόμενων στόχων με την ενεργοποίηση της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Το άσχημο είναι, ότι μπορούν να εργαλειοποιηθούν και οι πολιτειακοί θεσμοί από τον χώρο της πολιτικής για την προώθηση σκοπιμοτήτων χωρίς προοπτική. Η αστυνομία μερικές φορές χρησιμοποιείται για την επίτευξη τέτοιων στόχων.

Αυτό βέβαια διαμορφώνει στους πολίτες την αίσθηση, ότι η πολιτική δεν λειτουργεί για την πραγμάτωση του κοινωνικού και του ανθρώπινου συμφέροντος αλλά για την διασφάλιση της διαχείρισης της εξουσίας. Με αυτό τον τρόπο όμως αποδυναμώνεται μακροπρόθεσμα η δημοκρατική λειτουργία.


Η πορεία προς το μέλλον για να είναι διαχειρίσιμη πολιτικά δεν μπορεί να στηρίζεται σε οπτικές, που δεν οικοδομούνται με βάση την ανάλυση και γνώση της σύγχρονης πολυδιάστατης πολύπλοκης πραγματικότητας και την προώθηση των αναγκαίων αλλαγών (π.χ. μείωση του εύρους των κοινωνικών ανισοτήτων, διαφορετική οπτική στον πολιτικό διάλογο, πρόσδωση ουσιαστικού και όχι επικοινωνιακού περιεχομένου στον εκφερόμενο πολιτικό λόγο, προώθηση της λειτουργίας του πολίτη ως ατομικού ή συλλογικού υποκειμένου στο πλαίσιο της κοινωνίας πολιτών με στόχο την ενδυνάμωση της πολιτικής συμμετοχής του κ.λ.π.), ώστε να διαμορφώνονται θετικές συνθήκες για την κοινωνική δυναμική, οι οποίες είναι βασική προϋπόθεση για την ευημερία χωρίς επικίνδυνες κοινωνικές ανισότητες και αναταράξεις.

Αυτές οι αλλαγές πρέπει να γίνουν σε λειτουργικό χρόνο. Η παγκόσμια πραγματικότητα είναι πολύ επιβαρυμένη και με τα πλανητικής εμβέλειας προβλήματα, όπως είναι η κλιματική κρίση, η ρύπανση του περιβάλλοντος, η μείωση των υδάτινων αποθεμάτων, η μαζική μετακίνηση πληθυσμών, η μη ισορροπημένη οικονομική ανάπτυξη σε παγκόσμιο επίπεδο και άλλα, τα οποία προσθέτουν ακόμη περισσότερη πολυπλοκότητα και δυσκολίες, ενώ απαιτούν επίσης ουσιαστικές αλλαγές στον τρόπο ζωής και κοινωνικής οργάνωσης της ανθρωπότητας.


Το πολιτικό σύστημα πληροί τις προϋποθέσεις για την πραγματοποίηση των αναγκαίων αλλαγών με λειτουργική διαχείριση της εξουσίας και εργαλείο την πολυδιάστατη και σε βάθος γνώση των επιπτώσεων των επιλογών του στο πλαίσιο μακροπρόθεσμου σχεδιασμού, ώστε να προλαμβάνει την πρόκληση φαινομένων βίας;

Η απάντηση δεν είναι εύκολη, διότι ο προσανατολισμός του προς το παρόν δεν κινείται προς αυτή την κατεύθυνση και δεν έχει δυναμική, η οποία συμπορεύεται με την ταχύτητα της εξέλιξης και τις ανάγκες, που δημιουργούνται στην κοινωνία.

Δεν υπάρχουν όμως μεγάλα χρονικά περιθώρια για περισσότερες καθυστερήσεις. Εξάλλου η ανάγκη διαμόρφωσης σύγχρονων πολιτικών προτάσεων ως προς τον σχεδιασμό της πορείας στο μέλλον, ώστε να είναι εφικτός ο ουσιαστικός πολιτικός διάλογος αντί των παράλληλων μονόλογων και οι πολίτες τόσο ως άτομα όσο και ως συλλογικότητες, που εκφράζουν το κοινωνικό συμφέρον στο πλαίσιο της κοινωνίας πολιτών, να κρίνουν και να επιλέγουν με γνώση των προτάσεων των κομμάτων, το επιβάλλει. Αυτό θα λειτουργήσει θετικά και για την απενεργοποίηση της βίας.  

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ