Ηθικολογία και πραγματικότητα

Η προσέγγιση της ροής της επικαιρότητας στους διάφορους τομείς δραστηριοποίησης της κοινωνίας δείχνει, ότι η ηθικολογία έχει αναγορευθεί σε βασικό εργαλείο για την επικοινωνιακή διαχείριση της πραγματικότητας και με την επιφανειακή και πολλές φορές υποκριτική οπτική υπηρετεί την νομιμοποίηση επιλογών και δράσεων στην πολιτική λειτουργία, ενώ παράλληλα «διαστρεβλώνει» τις κοινωνικές σχέσεις.

 

Τα παραδείγματα είναι πολλά και εκτείνονται σε όλους τους τομείς ενεργοποίησης των πολιτών. Στο πλαίσιο της αντιμετώπισης του κορωνοϊού (Covid-19) και των μεταλλάξεων του γίνεται συνεχώς επίκληση της ατομικής ευθύνης ως προϋπόθεσης για τον περιορισμό της μεταδοτικότητας του ιού.

Θεωρητικά αυτή η τοποθέτηση δεν είναι λανθασμένη, αρκεί να πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις. Οι πολίτες πρέπει να λειτουργούν γενικότερα ως ατομικά ή συλλογικά υποκείμενα και να αναλαμβάνουν τις ευθύνες τους στο πλαίσιο της διαχείρισης της πραγματικότητας, ώστε να «εκπαιδεύονται» στην υπεύθυνη στάση απέναντι στους συμπολίτες τους.

Αυτό βέβαια δεν γίνεται. Αρκεί να ληφθούν υπόψη η ανυπαρξία κοινωνικής και πολιτικής δραστηριοποίησης σε λειτουργικό βαθμό στο πλαίσιο της κοινωνίας πολιτών και ο τρόπος ζωής σε συνθήκες μαζοποίησης στα μεγάλα αστικά κέντρα των σύγχρονων κοινωνιών, οι οποίες δεν συμβάλλουν στην παραγωγή κοινωνικών αξιών, αλλά διαμορφώνονται με βάση τα καταναλωτικά πρότυπα, που διοχετεύονται μαζικά και υποκαθιστούν την οπτική της συλλογικής ευθύνης με την λογική της ψευδαίσθησης της ατομικής επίτευξης της αυτοπραγμάτωσης και της αναζήτησης νοήματος στο πλαίσιο της κοινωνίας του θεάματος.

 

Οι κοινωνικές αξίες με ηθικό φορτίο, δηλαδή η αξιολόγηση της ανθρώπινης δραστηριότητας με σημείο αναφοράς το ανθρώπινο και το κοινωνικό συμφέρον, όπως οριοθετούνται από τις ανάγκες της συμβίωσης με στόχο ένα βιώσιμο μέλλον για το κοινωνικό σύνολο, δεν αποκτούν περιεχόμενο.

Για αυτό υπάρχει αναντιστοιχία μεταξύ της πραγματικότητας και των καλλιεργούμενων αξιακών ψευδαισθήσεων στο πλαίσιο της ηθικολογίας. Πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι από το ένα μέρος η ηθικά απαράδεκτη και με πολλές αρνητικές επιπτώσεις στο ατομικό πεδίο και τις κοινωνικές σχέσεις σεξουαλική παρενόχληση ή κακοποίηση των γυναικών και τα διοχετευόμενα πρότυπα ως προς την εμφάνιση της γυναίκας στο πλαίσιο της κοινωνίας του θεάματος και η εργαλειοποίηση της για την προώθηση του καταναλωτισμού και την αναγωγή του αισθησιασμού σε κυρίαρχο κριτήριο της γυναικείας υπόστασης, τα οποία δεν συμπορεύονται με τον ανθρωπισμό το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης του ατόμου.

Από το άλλο μέρος δεν παράγονται πλέον κοινωνικές αξίες στο επίπεδο των τοπικών κοινωνιών, οι οποίες είναι αποτέλεσμα διαλόγου και διαμορφώνουν το αξιακό περιεχόμενο της καθημερινότητας, ενώ παράλληλα οριοθετούν τον κοινωνικό ρόλο των φύλων και την συμβολή τους στην συμβίωση στο τοπικό επίπεδο.

Αντιθέτως η γυναίκα εργαλειοποιείται χωρίς ηθικό περιεχόμενο και μετατρέπεται σε μέσο για την καλλιέργεια του αισθησιασμού, ενώ δεν λαμβάνονται υπόψη οι επιπτώσεις στην ψυχολογική της ισορροπία.

Με ανάλογη λογική εργαλειοποιείται και το ανδρικό φύλο με πολύ αρνητικές παρενέργειες στις κοινωνικές σχέσεις και ιδιαιτέρως στις γυναίκες.

 

Πραγματικά η υποκριτική, επιφανειακή προσέγγιση και ο διάλογος για την «ηθική» διάσταση σε αυτές τις περιπτώσεις αποτελεί την ακραία έκφραση της ηθικολογικής οπτικής.

Αυτή η επισήμανση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ειδικό βάρος, εάν ληφθεί υπόψη, ότι εκτός από την μη παραγωγή κοινωνικών αξιών με ηθική διάσταση στις τοπικές κοινωνίες δεν ωθούνται οι πολίτες στο πλαίσιο διαδικασιών διαλόγου στην συνειδητοποίηση της ατομικής ευθύνης για το «συλλογικό καλό» και την μη χρησιμοποίηση του κοινωνικού ή εργασιακού στάτους για την ικανοποίηση μη αποδεκτών επιθυμιών από τους συνανθρώπους τους.

 

Γενικότερα ο διάλογος στις σύγχρονες μαζοποιημένες κοινωνίες δεν είναι εύκολα πραγματοποιήσιμος ούτε και πολιτικά επιθυμητός, διότι θέτει όρια ως προς την λήψη αποφάσεων για την δυναμική της εξέλιξης, επειδή προϋποθέτει συμβιβασμούς και συναινέσεις, που προκαλούν καθυστερήσεις στην ήδη αργή προώθηση του πολιτικού σχεδιασμού και την υλοποίηση των μέτρων εφαρμογής του.

Εξάλλου ο διάλογος προϋποθέτει την ενεργοποίηση του ορθολογισμού, με αποτέλεσμα να συρρικνώνεται η δυνατότητα αξιοποίησης του επικοινωνιακού εργαλείου της εξιδανίκευσης και της φαντασιακής οπτικής σε σχέση με το μέλλον με στόχο την διεύρυνση της πολιτικής επιρροής στο εκλογικό σώμα.

 

Ιδιαιτέρως σε χώρες, όπως είναι η Ελλάδα, οι οποίες ακόμη δεν έχουν ισορροπήσει λειτουργικά τις διάφορες επιστημονικές εφαρμογές της ορθολογικής σκέψης με την δυναμική της εξέλιξης στους διάφορους τομείς δραστηριοποίησης (π.χ. οικονομία, πολιτική κ.λ.π.), ο διάλογος έχει σε μεγάλο βαθμό ηθικολογικά χαρακτηριστικά.

Στην πολιτική διαχείριση της πραγματικότητας το πρόβλημα είναι πολύ ορατό. Αρκεί να ληφθούν υπόψη οι κυβερνητικές αποφάσεις για την τριτοβάθμια εκπαίδευση (π.χ. αστυνομία για τον έλεγχο «παραβατικών συμπεριφορών» στα ΑΕΙ) και οι αντιδράσεις των φοιτητών. Ο διάλογος είναι ανύπαρκτος. Κυριαρχεί η ηθικολογική οπτική της κρατικής παρέμβασης για την διατήρηση της νομιμότητας με λογική καταστολής, χωρίς να αντιμετωπίζονται τα γενεσιουργά αίτια των ανισορροπιών στους διάφορους τομείς δραστηριοποίησης των κοινωνιών, όπως είναι και ο εκπαιδευτικός τομέας.

 

Είναι εμφανές, ότι η ηθικολογική οπτική λειτουργεί κυρίως για την νομιμοποίηση επιλογών και κατεστημένων συνθηκών στα διάφορα κοινωνικά συστήματα, χωρίς να εκφράζει το ανθρώπινο και το κοινωνικό συμφέρον, διότι δεν στηρίζεται σε κοινωνικές αξίες, που παράγονται στις τοπικές κοινωνίες, ενώ ταυτόχρονα «παραμορφώνει» την πραγματικότητα.

Αυτό δημιουργεί προβληματικές καταστάσεις στην συμβίωση των ανθρώπων, διότι εργαλειοποιούνται με στόχο την παγίωση συνθηκών ζωής, οι οποίες υπηρετούν συστημικές ανάγκες (π.χ. οικονομικές, πολιτικές κ.λ.π.) και δεν συμπορεύονται με τις ανάγκες της ανθρώπινης οντότητας ως ατομικού ή συλλογικού υποκειμένου, που διαλέγεται και ενσυνειδήτως επιλέγει την κατεύθυνση της ατομικής και της κοινωνικής πορείας προς το μέλλον.   

 

 

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ