Οι επιλογές του σήμερα στην οικονομία σφραγίζουν το οικονομικό μας αύριο.

O Μανώλης Αναγνωστάκης είχε αναφερθεί στην πολιτική, με αναφορά στη συμπεριφορά των πολιτών επί χούντας και είχε γράψει στο σχετικό ποίημά του ότι φοβόταν «τους ανθρώπους που εφτά χρόνια/έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι/και μια ωραία πρωία -/μεσούντος κάποιου Ιουλίου-/βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας/”Δώστε τη χούντα στο λαό”».

Μια άκριτη μεταφορά αυτών των διατυπώσεων, στις οικονομικές επιλογές που προκρίνονται σήμερα από τις ελίτ στη χώρα μας, θα ήταν άδικη για τον ποιητή και το έργο του αλλά χρήσιμη για όλους όσους εξ? ημών θέλουμε να λειτουργούμε ως Πολίτες, με προβολή στο άμεσο προσεχές μέλλον.

Πολλοί είναι αυτοί που σιωπούν για τους κινδύνους διαχείρισης των σωρευμένων δημοσιονομικών περιορισμών το, μετά την πανδημία, προσεχές διάστημα και των αρνητικών μακροοικονομικών μας μεγεθών από την διαχείριση της κρίσης του κορωνοϊού και ως συνέχεια της δεκαετούς κρίσης χρέους της χώρας μας.

Θέματα που αναγνωρισμένα ινστιτούτα και θεσμικοί φορείς, περί και για την οικονομία και τα μακροοικονομικά, θα έπρεπε να προβάλλουν και να χτυπούν τα καμπανάκια των ενδεχόμενων κινδύνων…

Ιδιαιτέρως από τον εθνικό μας τραπεζίτη και τις υπηρεσίες του, από τις πνευματικές και οικονομικές ελίτ της χώρας και από τους Πολίτες με γνώσεις επί των δεδομένων και τεχνογνωσία στις προβλέψεις για την οικονομία μια χώρας.

Γιατί σιωπούν; Λόγω μη ύπαρξης κινδύνων; Από άγνοια; Από αλλοτρίωση απορροφημένοι από τη δυναμική της συγκυρίας; Λόγω μιας “απέραντης δειλίας”, από τον φόβο του πολιτικού κόστους, την εποχή που οι πάντες, οπορτουνιστικά, υποκλίνονται στην ηγεμονία του «Κέϊνσιανισμού»; Ή μήπως επειδή δεν πιστεύουν ότι θα ήταν σωστή μια επιλογή επιστροφής στην προηγούμενη οικονομική κανονικότητα;

Είναι αρκετοί διεθνώς όσοι υποστηρίζουν ότι η οικονομία, όπως την ξέραμε, ίσως να έχει τελειώσει. Και έχει πράγματι μεγάλη δόση αλήθειας, αφού, σύμφωνα με οικονομολόγους, κάποιοι κλάδοι δεν θα ξαναγίνουν ποτέ όπως ήταν πριν από την πανδημία. Λέτε να βαδίζουμε προς την ηγεμονία ενός νέου οικονομικού μοντέλου οργάνωσης των κοινωνιών μας;

Η ανάκαμψη της οικονομίας φαίνεται ότι θα χρειαστεί πολύ χρόνο, για τούτο και ρυθμιστές χρηματοοικονομικών διευθετήσεων στα πλαίσια της παγκόσμιας διακυβέρνησης (Fed, Ευρωπαϊκή Τράπεζα κλπ) υποστηρίζουν ότι θα κάνουν ό,τι είναι εφικτό για να στηρίξουν την οικονομία, με τη συνδρομή όμως πάντα της δημοσιονομικής πολιτικής.

Τί σημαίνουν αυτά για τη χώρα μας; Με ποια δεδομένα πάμε για τον εθνικό μας προϋπολογισμό;

Το δημόσιο χρέος αναμένεται να φτάσει φέτος στα 339-340 δισ. ευρώ και σε συνδυασμό με τη μεγάλη ύφεση του 10%-10,5% να αντιστοιχεί στο 206% του ΑΕΠ.

Το χρέος, σε απόλυτο αριθμό, θα συνεχίσει να αυξάνεται και το 2021. Ο λόγος είναι προφανής: Ο προϋπολογισμός που κατατίθεται την Παρασκευή στη Βουλή θα προβλέπει έλλειμμα γενικής κυβέρνησης άνω των 10 δισ. ευρώ, κάτι που πρακτικά σημαίνει ότι το δημόσιο χρέος θα κλείσει στο τέλος του 2021 (εφόσον βέβαια το επιτρέψει η εξέλιξη της πανδημίας) πάνω από τα 345-347 δισ. ευρώ.

Αντιλαμβανόμαστε όλοι, ακόμη και οι μη ειδικοί, ότι όσο και αν “μανιπουλαριστεί”, μια έκθεση υποστήριξης της βιωσιμότητας του χρέους, σε κάποιες μελλοντικές συγκυρίες θα είναι δύσκολη έως ακατόρθωτη.

Για τούτο χρειάζεται προσοχή και προγραμματική συμφωνία, εθνικής συναίνεσης, για την ιεράρχηση επιλογών χρηματοδότησης από τον κρατικό προϋπολογισμό.

Οι δύσκολες συνθήκες στην οικονομία, δικαιολογούν τομείς και κλάδους της οικονομίας να διεκδικήσουν τεκμηριωμένα χρηματοδοτήσεις από το κράτος.

Ο φόβος είναι ότι, μπαίνοντας σε μια εποχή του “δώσε και σε μένα μπάρμπα” διαμορφώνονται πεδία άνθισης του λαϊκισμού, της πλειοδοσίας, και των κομματικά πελατειακών κριτηρίων κατανομής των δαπανών.

Ας αντισταθούμε και να ανοίξουμε δημόσια τις συζητήσεις έτσι ώστε να “φρενάρουμε” κάπως τις ατεκμηρίωτες διεκδικήσεις, αλλά και τις “κάτω από το τραπέζι” συμφωνίες με κλάδους, όπως συνέβη πολλές φορές κατά το παρελθόν…

Επιλέγω χαρακτηριστικές περιπτώσεις που διεκδικούν χρηματοδότηση, όπως αυτές των διαχειριστών τμημάτων των εθνικών οδών λόγω περιορισμού της Ζήτησης (βάσει όρων στις συμβάσεις παραχώρησης) αλλά και των διαχειριστριών εταιρειών αεροδρομίων για αντίστοιχους λόγους.

Και για να μη περιορίσουμε το εύρος θα αναφερθώ σε δυο περιπτώσεις που είδαν σήμερα με ανακοινώσεις τους το φως της δημοσιότητας και αφορούν ειδικές περιπτώσεις όπως το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο της Θεσσαλονίκης, που με επιστολή του προς τον πρωθυπουργό και τους υπουργούς Οικονομικών και Ανάπτυξης το πόλης, θέτει το ζήτημα διαγραφής υποχρεώσεων και όχι απλώς αναστολής τους για τη νέα χρονιά, παρουσιάζοντας την απόγνωση των χιλιάδων μικρομεσαίων επιχειρήσεων της πόλης.

Σύμφωνα με το ΒΕΘ, θα πρέπει να προβλεφθούν ειδικά κονδύλια για τις προαναφερόμενες επιχειρήσεις, τα οποία θα απορροφούνται με πολύ απλές διαδικασίες και κυρίως θα αφορούν επιδοτήσεις και όχι δάνεια, έστω και με ευνοϊκούς όρους. «Κανείς να μη μείνει πίσω», είναι το βασικό μήνυμα του ΒΕΘ...

Την ίδια μέρα ο πρόεδρος του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Επιβατηγού Ναυτιλίας (ΣΕΕΝ) ο αγαπητός σε εμένα κος Μιχάλης Σακέλλης, σε συνέντευξη τύπου, τόνισε την ανάγκη ανανέωσης του ακτοπλοϊκού στόλου με την συνδρομή τόσο της πολιτείας όσο και της ΕΕ Ο κ. Σακέλλης τεκμηρίωσε το αίτημα με το επιχείρημα, μεταξύ άλλων σημαντικών, ότι η χώρα μας διαθέτει σήμερα 105 ακτοπλοϊκά πλοία που εξυπηρετούν τις ανάγκες των νησιών και τα οποία αποτελούν έναν αξιόλογο στόλο συμβατικών πλοίων και ταχυπλόων, τα οποία προσφέρουν εξαιρετικές υπηρεσίες στα νησιά μας χειμώνα καλοκαίρι και πρέπει να ανανεωθούν, γιατί διαφορετικά θα υπάρχει σημαντική επίπτωση στις υπηρεσίες που προσφέρουν στα νησιά μας…

Δεν είναι της παρούσης να αξιολογήσουμε ή να κρίνουμε στο παρόν σχόλιό μας τα αιτήματα των επί μέρους κλάδων.

Αυτό όμως που πρέπει να γίνει είναι να συμφωνηθούν, σε εθνικό επίπεδο, τα κριτήρια και οι μέθοδοι αξιολόγησης, όπως και μια συμπεφωνημένη ιεράρχηση των επιλογών της χώρας, μιας και είναι δεδομένο ότι ούτε όλες αλλά ούτε όλοι οι κλάδοι θα ικανοποιηθούν…

Είναι η ώρα να σκεφτούμε με τις επιλογές μας αν θέλουμε ή όχι να επιστρέψουμε στην προηγούμενη κανονικότητα της χώρας ή σε κάποια άλλη κανονικότητα.

Προσωπικά δεν θα ήθελα να επιστρέψω σε ένα οικονομικό μοντέλο λειτουργίας της χώρα μας, όπως αυτό μιας εποχής πριν την δεκαετή κρίση χρέους και αυτήν πριν την πανδημία, όπου το κράτος δανείζεται μεγάλα ποσά για να ικανοποιήσει ανάγκες του ασφαλιστικού πέρα από τους ευρωπαϊκούς μέσους όρους, ανάγκες για εξοπλισμούς στρατιωτικές δαπάνες πέρα από τους Μ.Ο. των λοιπών Νατοϊκών άλλων χωρών, να χρηματοδοτήσει κρατικοδίαιτους καπιταλιστές και χαμηλής αποδοτικότητας κρατικές δομές.

Δεν θα ήθελα να αγνοούμε τα πρωτογενή ελλείματα και να κρυβόμαστε από το χρέος της χώρα μας.

Δεν θα ήθελα να παρέχω για διαχείριση σε διεθνή κεφάλαια υποδομές της χώρας, αποκλείοντας τα εθνικά (ιδιαιτέρως τα ασφαλιστικά) από μέρος των συμμετοχών στις συμβάσεις παραχώρησης υποδομών και δικτύων.

Δεν θα ήθελα μια οικονομία όπου περίπου το 1% του πληθυσμού μας να κατέχει το 99% του λειτουργικού πλούτου της χώρας. Δεν θα ήθελα δηλαδή να χτίσουμε ένα μοντέλο όπου η δημοκρατία έχει κίνδυνο αλλοίωσης από την οικονομική κυριαρχία.

Όλο και περισσότερο στη χώρα μας εντοπίζουμε κάποιες πρώτες, αλλά ισχυρές, εκφάνσεις «πλουτοκρατίας», οι οποίες μας θυμίζουν φεουδαρχία…

Με κάποιο τρόπο βιωματικά, αλλά και σε έρευνες, φαίνεται ότι ο πλούτος και η φτώχεια, με κάποιο τρόπον (ας αποτελέσει αντικείμενο μελέτης), κληροδοτούνται στις επόμενες γενιές. Στη χώρα μας και με την στρεβλή συμβολή του ιδιότυπου ελληνικού μοντέλου της “δωρεάν παιδείας”, θεωρητικά όλοι έχουν τη δυνατότητα ανέλιξης. Στην πράξη, όμως, όλο και περισσότερο τα τελευταία χρόνια, δεν συμβαίνει αυτό και δεν έχουμε τη δυναμική για μια ανοικτή κοινωνία, όπως θα επιθυμούσαμε και σε κάποιο βαθμό ίσχυε μεταπολεμικά και στη χώρα μας.

Ζούμε τη στιγμή που οι προβλέψεις αναιρούνται η μία μετά την άλλη, καθώς η πανδημία και οι επιδράσεις της στην κοινωνία, δεν θα τελειώσει τη στιγμή που θα βρεθεί κάποιο αποτελεσματικό εμβόλιο.

Ας προετοιμαστούμε ως κοινωνία για την επόμενη μέρα, με επιλογές για δίκαιη κατανομή του κόστους και υποστήριξης των παικτών της οικονομίας την επόμενη μέρα χωρίς να κλαδεύουμε το κλαδί του δέντρου που βρισκόμαστε. Αναφερόμαστε στην οικονομία της χώρας μας.

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ