Η «Αμερική επιστρέφει», αλλά πού;

Πηγή: Τα Νέα

Δεν θυμάμαι άλλον σύγχρονο ηγέτη που να κατόρθωσε ό,τι ο Τραμπ. Να προσωποποιήσει τόσο πειστικά και ανάγλυφα την παρακμιακή πλευρά μιας Εποχής και τους κινδύνους που υποσκάπτουν από τα μέσα τη σύγχρονη δυτική Δημοκρατία. Σύμφωνοι, τον ψήφισαν 70 εκατομμύρια Αμερικανοί. Ναι, ακριβώς. Οι κίνδυνοι της σύγχρονης Δημοκρατίας δεν έρχονται με τα τανκς αλλά με την ψήφο και τη λαϊκή υποστήριξη. Το πιστοποιούν οι ψευδεπίγραφες «μη-φιλελεύθερες δημοκρατίες», δηλαδή οι νέες μορφές αυταρχισμού που αυξήθηκαν τα τελευταία χρόνια. Πόρρω απέχει ασφαλώς η Αμερική από αυτές. Το έδειξαν οι εκλογές, αλλά τα μηνύματα των τελευταίων χρόνων ήταν ηχηρά. Ο Κόσμος είχε γίνει χειρότερος με τον Τραμπ και η αμερικανική κοινωνία έφερε στην επιφάνεια τις πιο πρωτόγονες και ειδεχθείς όψεις της. Όσοι στην αρχή είχαν ελπίσει ότι οι αμερικανικοί θεσμοί ήταν τόσο ισχυροί ώστε να εξισορροπήσουν τη δημαγωγία, την επιθετικότητα, την ασχετοσύνη και την αμάθεια του Προέδρου, γρήγορα απογοητεύτηκαν. Οι θεσμοί όπως και η κοινωνία, βγαίνουν τραυματισμένοι.


Η ήττα του Τραμπ επαλήθευσε αυτό που ήδη ξέραμε. Οι ποικιλώνυμοι λαϊκιστές στην εξουσία αποτυγχάνουν γιατί η «λαϊκιστική υπόσχεση» αποδεικνύεται απατηλή στη δοκιμασία της πραγματικότητας. Στον πυρήνα της πολιτικής τους βρίσκεται μια ανέφικτη ή δυστοπική επιστροφή στο εθνικό κράτος ως φάρμακο για τα προβλήματα και τις αντιθέσεις που δημιουργεί η παγκοσμιοποίηση. Ακόμα όμως και στην ισχυρότερη χώρα του Κόσμου το «America first», δηλαδή μια μονομερής, επιθετική και εκβιαστική διαχείριση της αλληλεξάρτησης, προκάλεσε μεγάλες διεθνείς αντιδράσεις χωρίς να αποδώσει ουσιώδη εθνικά οφέλη. Σε αυτή τη νοοτροπία βασίστηκε εξάλλου και η τραμπική διαχείριση της πανδημίας με τα γνωστά καταστροφικά αποτελέσματα. Πέρα όμως από τα προγράμματα, φάνηκε για άλλη μια φορά ότι η άνοδος στην κυβέρνηση των υποτιθέμενων «αντισυστημικών» δεξιών και αριστερών λαϊκιστικών δυνάμεων όχι μόνο δεν «αναγεννά» την εθνική πολιτική ζωή, αλλά την οπισθοδρομεί. Το ξέραμε από την Ελλάδα, το είδαμε να επαναλαμβάνεται στις ΗΠΑ μεγεθυμένο μέχρι τα άκρα: ο λαϊκιστικός τρόπος διακυβέρνησης θέτει ένα αυτοτελές ζήτημα «ύφους και ήθους» της εξουσίας που κινητοποιεί αντίπαλες δυνάμεις και μαζικές ευαισθησίες οι οποίες ευτυχώς παραμένουν ακόμα ενεργές στις δημοκρατικές κοινωνίες. Η δικαιολογημένη κριτική στις υπερβολές της «πολιτικής ορθότητας» των φιλελεύθερων ή προοδευτικών ελίτ δεν θα πρέπει πιστεύω να συσκοτίζει ή να υποβαθμίζει αυτές τις μαζικές δημοκρατικές αντιστάσεις.


Σε κάθε περίπτωση, οι ποικίλοι λαϊκισμοί και αυταρχισμοί δέχτηκαν ένα πλήγμα βαρύ, κάτι σαν αποκεφαλισμό, παρότι ο τραμπισμός διαφέρει από το ευρωπαϊκό ακροδεξιό λαϊκισμό. Σωστά όμως σημειώνεται ότι η ήττα του Τραμπ και η περαιτέρω απομυθοποίηση των λαϊκιστών δεν οδηγεί αυτομάτως στην αποκατάσταση της προηγούμενης «κανονικότητας» Άλλωστε στις αμερικανικές εκλογές έχασε προσωπικά ο Τραμπ χωρίς να κερδίσει το Δημοκρατικό Κόμμα. Το λαϊκιστικό κύμα που σηκώθηκε ορμητικά τα τελευταία χρόνια σαφώς τροφοδοτήθηκε από τις επιπτώσεις της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης του 2008. Δεν ζούμε όμως τον επίλογο αυτής της φάσης. Ζούμε τις εντάσεις και τις νοσηρές εκφάνσεις της μετάβασης σε μια νέα ιστορική εποχή που ακόμα δεν έχει δείξει το πρόσωπό της. Ή καλύτερα, που ο σημερινός συσχετισμός δυνάμεων είναι αμφίρροπος και δεν μάς επιτρέπει να τής δώσουμε σχήμα. Δεν είναι τυχαίο ότι τα ονόματα που χρησιμοποιούμε για να ορίσουμε τη «νέα εποχή» βασίζονται στις τεχνολογικές εξελίξεις (4η βιομηχανική επανάσταση) αφού μόνο η Τεχνολογία μπορεί να αναπαραστήσει ακόμα μια ευρύτερα αποδεκτή έννοια Προόδου. Αντιθέτως, η δημοκρατική Πολιτική εδώ και δεκαετίες δυσκολεύεται να προσφέρει κινητοποιητικές «εικόνες του μέλλοντος». Ο παγκοσμιοποιημένος χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός σε αλληλεπίδραση με την ψηφιακή επανάσταση, ανατρέπουν καθιερωμένους τρόπους ζωής, αλλάζουν τους γεωπολιτικούς συσχετισμούς, ανακατανέμουν τους πληθυσμούς, χωρίς να έχει βρεθεί ένας  πλαίσιο πολιτικής ρύθμισης που να επιτρέπει τη διάχυση της ευημερίας και του αισθήματος ασφάλειας.


Η Αμερική έζησε πρόσκαιρα στη δεκαετία του 1990 την αισιοδοξία τής μόνης υπερδύναμης, ενός 21ου αιώνα που θα ήταν και αυτός «αμερικανικός» όπως ο προηγούμενος. Γρήγορα όμως βρέθηκε εγκλωβισμένη στις αντιφάσεις της μεταβατικής εποχής. Πλούτος αλλά επίπεδο ανισοτήτων τριτοκοσμικού χαρακτήρα, μπλοκάρισμα της ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας, ευρείες ζώνες βιομηχανικής παρακμής, αποκλίνουσες και εσώκλειστες πολιτισμικές ταυτότητες, μεταναστευτικές πιέσεις, διεθνής τρομοκρατία. Και βεβαίως μείωση του βάρους της στη διεθνή σκηνή λόγω ανάδυσης της Κίνας και της Ασίας.


Σε αυτό το πλαίσιο προέκυψε ο Τραμπ, αυτό το πλαίσιο καλείται να μεταβάλει ο Μπάιντεν. Οι γνώστες της αμερικανικής πολιτικής εξήγησαν τα στενά περιθώρια που έχει από τη στιγμή που οι ρεπουμπλικάνοι θα διατηρήσουν τον έλεγχο της Γερουσίας. Θα έχει όμως περισσότερο λυμένα τα χέρια στην εξωτερική πολιτική από την οποία το μεγαλύτερο μέρος του Κόσμου και ασφαλώς η Ευρώπη περιμένει μια ουσιώδη στροφή από την μονομέρεια στην διεθνή συνεργασία. Το πρόβλημα της Αμερικής εδώ και κάποια χρόνια είναι πώς θα «προσγειωθεί» από τα ύψη της υπερδύναμης στην πραγματικότητα ενός πολυκεντρικού Κόσμου, στη διαμόρφωση του οποίου η συμβολή της είναι «απαραίτητη αλλά όχι ηγεμονική». Το οικονομικό και στρατιωτικό βάρος το δικό της, αλλά και όλου του «δυτικού Κόσμου», έχει μειωθεί και θα συνεχίσει να μειώνεται έναντι της Κίνας και της Ασίας. Μειώνεται επίσης η «ήπια ισχύς» της, η επιρροή δηλαδή που ασκεί μια χώρα λόγω του πολιτισμού και των αξιών που πρεσβεύει. Πάει πολύς καιρός από τότε που οι ΗΠΑ (και από κοντά η Βρετανία) θεωρούνταν πρότυπα φιλελεύθερης δημοκρατίας και οι άλλες χώρες αξιολογούνταν αναλόγως με την απόσταση που τις χώριζε από τον αγγλοσαξονικό «κανόνα». Ο Τραμπ απάντησε στην πρόκληση με μια πολιτική εθνικισμού, μονομερών επιθετικών ενεργειών, συνειδητής προσπάθειας διάσπασης της ΕΕ, ενώ παράλληλα το ύφος της διακυβέρνησής του απομυθοποίησε ριζικά την ποιότητα της αμερικανικής πολιτικής. Αντιθέτως, ο Μπάιντεν έχει προκρίνει τη λογική της πολυμερούς συνεργασίας, και ήδη ανακοίνωσε την επιστροφή της Αμερικής στη διάσκεψη για την κλιματική αλλαγή και στον ΠΟΥ. Είναι επίσης βέβαιο ότι θα αποκαταστήσει τους δεσμούς με την Ευρώπη δίνοντας ξανά μια χαλαρή έστω υπόσταση στη «Δύση». Ποια θα είναι όμως η στάση και η «φιλοσοφία» αυτής της δισυπόστατης Δύσης (ΗΠΑ – ΕΕ) έναντι του πολυκεντρικού Κόσμου και πρωτίστως έναντι της Κϊνας; Οι ενδείξεις ενός νέου Ψυχρού Πολέμου και οι σχετικές ενέργειες από τις δύο ακτές του Ειρηνικού έχουν πληθύνει. Αυτή η εξέλιξη δεν είναι όμως μοιραία. Εξαρτάται κατά μεγάλο μέρος από τις επιλογές του «δυτικού Κόσμου» που εξακολουθεί να ασκεί τη μεγαλύτερη επιρροή στην παγκόσμια σκηνή. Μπορεί να αξιοποιήσει την ισχύ του ώστε να καθιερώσει μια νέα διεθνή τάξη πραγμάτων συνεργασίας και εκδημοκρατισμού; Μπορεί να θέσει τις πολιτισμικές και αξιακές παρακαταθήκες της «Δύσης» στον στίβο μιας πολυμερούς διακυβέρνησης της παγκοσμιοποίησης;


Στο σημερινό κλίμα του θνήσκοντος τραμπισμού τα ερωτήματα φαίνονται ουτοπικά. Αλλά αυτά τα διλήμματα θα προκύψουν πολύ σύντομα στη διεθνή πολιτική.

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ