Ας μην διακινδυνεύσουμε την αξιοπιστία της δημοσιονομικής πολιτικής

Πηγή: Τα Νέα

Η κατάρτιση του προϋπολογισμού είναι δύσκολο εγχείρημα καθώς η επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων προϋποθέτει μεταξύ άλλων ότι οι προβλέψεις για τα μακροοικονομικά μεγέθη θα είναι κοντά στα πραγματικά δεδομένα. Σε συνθήκες αυξημένης αβεβαιότητας όπως οι τωρινές η κατάρτιση του προσχεδίου προϋπολογισμού γίνεται ακόμη δυσκολότερη. Κανείς  δεν μπορεί να προδικάσει πως θα εξελιχθεί η κρίση πανδημίας, αν οι επιχειρήσεις που επηρεάστηκαν από την κρίση θα συνεχίσουν να λειτουργούν και να απασχολούν το προσωπικό τους, ποιες θα είναι οι επιπτώσεις στους μισθούς των εργαζομένων, ποια η εξέλιξη της ανεργίας. Ούτε πως θα συμπεριφερθούν οι καταναλωτές ή αν οι επενδυτές θα προχωρήσουν σε υλοποίηση των σχεδίων τους και ποια θα είναι η ζήτηση για προϊόντα και υπηρεσίες που εξάγουμε.

Με αυτά τα δεδομένα το σενάριο για ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ στο 7,5% του προσχεδίου του προϋπολογισμού για το 2021 κρίνεται ως υπέρμετρα αισιόδοξο καθώς στηρίζεται σε δύο ισχυρές  υποθέσεις. Ότι η κρίση πανδημίας δεν θα οδηγήσει σε τοπικά η γενικό lock down στο υπόλοιπο του 2020 και οι επιπτώσεις της θα εξασθενήσουν στις αρχές του 2021. Αυτό οδηγεί στην αισιόδοξη εκτίμηση ότι η ύφεση το 2020 θα συγκρατηθεί στο 8,2%. Η δεύτερη υπόθεση είναι ότι θα εκταμιευτούν έγκαιρα οι προβλεπόμενοι στο προσχέδιο πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης και θα αξιοποιηθούν σε σχέδια με ισχυρό πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα ώστε η συνεισφορά τους στο ρυθμό μεγέθυνσης να είναι 2%. Το προσχέδιο προβλέπει αύξηση των επενδύσεων κατά 30,4%. Υπάρχει πρόβλεψη για δημοσιονομικές παρεμβάσεις ύψους 2,6 δισ. Οι ανάγκες όμως για παρατεταμένη στήριξη ευάλωτων ομάδων και τομέων μπορεί να είναι σημαντικά υψηλότερες.

Το πρωτογενές έλλειμμα εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στο 1% του ΑΕΠ. Αυτό δεν δημιουργεί πρόβλημα στις δημοσιονομικές δεσμεύσεις της χώρας. Η αναστολή των κανόνων του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης θα επεκταθεί στο 2021. Δεν επηρεάζει ούτε το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους παρά το γεγονός ότι προβλέπεται να φτάσει στο 197,5% του ΑΕΠ. Η ΕΚΤ θα επεκτείνει τα προγράμματα αγοράς ομολόγων στο 2021 και αυτό θα κρατήσει το κόστος δανεισμού της Ελλάδας χαμηλά.

Ένα κρίσιμο ερώτημα είναι πως θα αντιμετωπίσουν την χώρα οι αγορές όταν οι ευνοϊκές αποφάσεις της ΕΚΤ και της ΕΕ λήξουν. Εδώ ο ρόλος της αξιοπιστίας που κατέκτησε η χώρα μετά το 2010 στην επίτευξη δημοσιονομικών στόχων θα είναι καθοριστικός. Πριν από την κρίση του 2009 οι προϋπολογισμοί ήταν μειωμένης αξιοπιστίας εξαιτίας των αποκλίσεων μεταξύ προβλέψεων και πραγματοποιήσεων. Οι αποκλίσεις οφείλονταν σε λανθασμένα σενάρια για τα μακροοικονομικά μεγέθη και σε υπερεκτιμήσεις για τα προβλεπόμενα έσοδα. Χρειάστηκε μεγάλη προσπάθεια και καταβλήθηκε μεγάλο οικονομικό κοινωνικό και πολιτικό κόστος μετά το 2010 για να χτίσει η χώρα αξιοπιστία στην δημοσιονομική της πολιτική.

Το 2020 σύμφωνα με το προσχέδιο η απόκλιση μεταξύ πρόβλεψης και πραγματοποίησης για το πρωτογενές αποτέλεσμα θα φτάσει το 10% του ΑΕΠ. Δικαιολογημένα καθώς κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει την κρίση πανδημίας και τις δημοσιονομικές ανάγκες για την αντιμετώπισή της. Το 2021 η χώρα δεν θα έχει επιχειρήματα αν επαναληφθεί μια νέα μεγάλη απόκλιση εξαιτίας της υιοθέτησης αισιόδοξων σεναρίων. Είναι λάθος να επιστρέψουμε σε πρακτικές που οδήγησαν στην κατάρρευση του 2009. Στον προϋπολογισμό ας υιοθετηθούν πιο ρεαλιστικά σενάρια. Η εκτέλεση του ενέχει προκλήσεις πολύ μεγαλύτερες από την επιβεβαίωση ή μη του μακροοικονομικού σεναρίου και εκεί θα κριθεί η αξιοπιστία της πολιτικής να προγραμματίσει ρεαλιστικά την αντίδραση της στο δυσμενές σενάριο ώστε να ελαχιστοποιεί τους κινδύνους για ανάπτυξη και αξιοπιστία.

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ