Η δυστυχής ήττα του Δημοτικισμού

μνήμη Ψυχάρη −στο δάσκαλό μου Νίκο Αγγελιδάκη

 


Γύρω εκεί ήταν. Στην περίοδο, όταν πρωτοδιορίστηκα φύλακας ψυχών στην Κάλυμνο μιάμιση δεκαετία νεότερος, βρέθηκα μπροστά σε δύο κηδείες. Της πρώτης που αφορούσε στον οικογενειακό μου κύκλο το αποτύπωμα του Μιχάλη δαπανήθηκε με τα χρόνια. Της δεύτερης, όπου δεν παρευρέθηκα, δεν είναι πάνω από ορισμένους καιρούς, όταν τη σημασία συναισθάνθηκα, τον εμβόλιμό της τραγέλαφο και την πνευματική αποκαρδίωση συνολικά, όπως πράγματι σήμανε για τη μοίρα μας ως χώρας, κοινωνίας (ή με τον όρο της παλιγγενεσίας) έθνους.

Αναφέρομαι στον πρόωρο χαμό του σπουδαιότατου και κορυφαίου Έλληνα γλωσσολόγου, καθηγητή τού ΑΠΘ και ενσαρκωτή του γλωσσικού ανθρωπισμού, του  Αναστάσιου Φοίβου Χριστίδη. Το θεσμικό ρόλο και το ύφος που απέπνεε και στόχευε η ίδρυση του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ) το 1994, μια ευκαιρία παραπάνω από ένα προσωπικό δώρο-παιχνίδι ανταμοιβή σε χάρη του αξιώτατου και μεγαλειωδέστατου Δ. Ν. Μαρωνίτη, καλούνταν να εκπληρώσει με έξοχη ενάργεια και ανυπολόγιστη υπευθυνότητα κυρίως εκείνος, ο Α.Φ. Χριστίδης με το αδιαμφισβήτητο κύρος του και τη βαθιά εμπιστοσύνη του στην καλοσύνη και την πρόοδο. Για αυτόν το ρόλο τον προόριζε άλλωστε ο Δ. Ν. δικαίως.

Με τη θεσμική επιβράβευση των ορθολογιστών και ουμανιστών της γλώσσας, Μαρωνίτη, Κριαρά, Χρ. Τσολάκη, των σκυταλοδρόμων και ανακαινιστών της ίδιας ομάδας τών Κοραή, Ρήγα, Ψυχάρη, Γληνού (γιατί όχι του Κουμανούδη ή του Βυζάντιου;), Φόρη, Δελμούζου,  Κακριδή, Γεωργακά, των αποσυνάγωγων της Ακαδημίας των Αθηνών, μέσων ή αιρετικών, ακραίων ή διπλωματών, «κεκομμημένων» ή μαλλιαριώ(/ό)τατων («κεκομημένων», sic) μέσα της δεκαετίας τού 1990 ποιος θα το περίμενε πως λίγα χρόνια αρκούσαν για τον αναχρονισμό, την τελική ήττα που γνώρισε ό,τι μπορούμε να επιγράψουμε καταχρηστικά ή προκλητικά ως «Δημοτικισμό»; Η ευτυχής γλωσσική μεταρρύθμιση του 1976 που συμβίωσε με την πρώτη αισιοδοξία της Μεταπολίτευσης είναι στις μέρες μας, όπως κι οι καρδιές μας, στο γύψο.

Παρά τη μικρή, και στην πράξη επουσιώδη «νίκη» τού 2008, επελθούσα με τη βοήθεια και την ολόψυχη στήριξη του Λεωνίδα Κύρκου (που κρατήθηκε κι εκείνος όπως όλοι/ες μας από ενθαρρυντικές αυταπάτες), όταν Ευριπίδης Στυλιανίδης και ίδιος ο αλήστου ΚΚ ανέστειλαν την ειλημμένη απόφασή τους να παραδώσουν το ΚΕΓ στους γλωσσαμύντορες και ακαδημαϊκούς, η δεκαετία τού 2010 μάς εφερε λύπες και αναντικατάστατους χαμούς: Ιακώβ, Κριαράς, Μαρωνίτης, Τσολάκης.

Και μολονότι η ηλικία δεν μπορούσε να αποφευχθεί, παρότι θεσμοί υπήρχαν, νομικά μάλιστα κατοχυρωμένοι από τις παρεμβάσεις γλωσσοπαραλόγων, δεν εμφανίστηκαν νέοι άνθρωποι να διαδεχθούν τους μεγάλους και σεβαστούς ανθρωπιστές τής γλώσσας (είναι φανερό πως ούτε εμφανίζονται πια ούτε κανείς έγκυρος διακινδυνεύει τέτοιο ρόλο). Με το θάνατο του Α.Φ. Χριστίδη προσάραξαν της χορείας των ορθολογιστών τής γλώσσας οι ελπίδες, έλαβε οριστικό τέλος το Ταξίδι τού Ψυχάρη. Το διαπιστώνουμε τώρα.

Δέκα χρόνια πίσω, ήδη χωρίς Χριστίδη, όταν άγιοι και όσιοι ήρωες απόγονοι του Δημοτικισμού έδυαν αλλά ζούσαν ακόμη συνεχίζοντας να φωτίζουν τα σκοτάδια μας εναποθέταμε σε Χίμαιρες, αλήθεια, το πνευματικό μας μέλλον: τότε, όταν στο Γυμνάσιο Μπαμπινιώτης και Σία ο.ε. εδραίωσαν τους κανόνες επί των κανόνων σε μια ανυπόστατη λογοτεχνικά και προφορικά Γραμματική που αποτυπώθηκε στα σχολικά Αναγνωστικά και στα επικουρικά τους κρατικά χορηγούμενα βιβλία. Τότε κιόλας, όταν στο Δημοτικό δάσκαλοι και δασκάλες άρχιζαν και φώναζαν σΤΟ Δημήτρη να γράψει «ΤΟΝ Δημήτρη» και να αποστηθίσει ανύπαρκτους και προφορικά αδιατύπωτους γραμματικούς τύπους (προσπερνώ για λόγους συντομίας το μορφολογικό σχολαστικισμό) με την «πονήρω Αστραδενή» σκιτσογραφημένο χαρακτήρα ερυθραλώπεκος παρούσας στα δημοτικά αναγνωστικά μας, εικονική προαγωγό των μικρών παιδιών μας όχι στην ανθρώπινη, την κοινή, την ελληνική, αλλά στη σαρκοβόρα,  «Μη» γλώσσα τών αγρίων.

Σιωπή από ΔΟΕ και ΟΛΜΕ. Μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει. Σιωπή και από συμβούλους, διευθυντές, διπλομισθοδοτούμενους, Ακαδημαϊκούς φορείς… Κοινοβουλευτικούς (εξαιρώ και εξαίρω τον καλοπροαίρετο, αξέχαστο Περικλή Κοροβέση, επουδενί το κάνω για το φιλόλογο Μηταφίδη) … Μια δεκάδα ντουζίνες μόνον τα τυπογραφικά (πέρα από τις γλωσσικές απόψεις μας ή γλωσσολογικές ιδέες) τών φυλλάδων όσων προσφέρει το Υπουργείο διά βίου εξαχρείωσης στα παιδιά ως αναγνωστικά της πρωτοβάθμιας. Για πέταμα και η εκτυπωτική ποιότητά τους. Βγάζουν μάτια, αδύναμα και μη… Σιωπή; Ευλόγως από το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, που με τίποτε δε θυμίζει την άλλοτε καλύτερη εποχή της αθωότητας Αλαχιώτη. Λυπάμαι αιφνιδιαζόμενος: κι από ΚΕΓ; Εις αντίδωρον της σιωπής αυτής τούς παραχώρησε το αρχείο του για να απαρτιώσουν εκδοτικά τους τελευταίους τόμους τού «Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας» (του) ολόκληρος Κριαράς; Κι έστω εκεί κατέληξαν ευσχήμονα το σύνολο 2.500.000 δελτίων τού μνημειώδους υπό σύνταξη Ελληνο-Αγγλικού Λεξικού της προφορικής και εγγράμματης λογοτεχνίας του νέου ελληνισμού που φρόντιζε έργο ζωής του ο Γεωργακάς; Η σιωπή είναι χρυσός.

Σημειωτέον: ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης έπεισε ακόμη και το βασιλικό ζεύγος, ώστε το 1941, σχεδόν αμέσως πριν τη ναζιστική εισβολή να εισαχθεί η γραμματική  του της Κοινής στα δημοτικά σχολεία, με το ακατανίκητο ακόμη και από τους συντηρητικούς κύκλους επιχείρημα της γλωσσικής ανομοιομορφίας, αναπόδραστης συνέπειας επίσης της ανταλλαγής των πληθυσμών αλλά και της ενσωμάτωσης πάμπολλων γλωσσικών (αλλόγλωσσων) μειονοτήτων στην ελλαδική επικράτεια. Αντίθετα, τέλη τού 21ου αιώνα η δημοκρατική Ελλάδα ενώπιον της ένταξης μεταναστών, παλιών και νέων, ομογενών ή μη τα κατάφερε με βήμα ταχύ να επιστρέφει στη σαρκοβόρα αρχαιολαγνεία. Η σιωπή είναι χρυσός, το άγγιγμα του Μίδα…

Έτσι έχουμε φτάσει στην οριστική ρεβάνς τού 1976. Δεν εκπλήσσει, αφού κανείς δεν ενδιαφέρεται και επειδή όλα συμμορφώνονται στο μεγαλείο του άτρωτου εθνολαϊκισμού. Αν και θεωρώ εξίσου επικίνδυνη όσο παραλογίζουσα ακμή το ζήτημα τών −εν χρήσει σήμερα στο Δημοτικό− βιβλίων τών Μαθηματικών (καθώς [από]διδάσκουν με το «περίπου» και το «εκτιμώ» αντί του υπολογισμού και των αριθμητικών πράξεων), δεν μπορώ να μην εξανίσταμαι, καθώς έχει πλέον «πάει περίπατο» σε δημοτικό και γυμνάσιο, χωρίς επιστροφή σύνολος ο μέσος δημοτικισμός (κατά λάθος απέμεινε να επιζεί στα απαρχαιωμένης θεωρίας κάποτε καλογραμμένα βιβλία Έκφρασης ?Εκθεσης του Λυκείου): κι ας επισυνέβη τούτο από την  πίσω πόρτα.

Όπως ο Γουλιμής κάποτε, τώρα Μπαμπινιώτης: για να γεμίζουμε τα κεφάλια των ανηλίκων με αβάσιμους λαβυρίνθους, να τα διώχνουμε από τη γραφή και το σχολείο, να παρεισφρέουν τα σκοτάδια της αυστηρότητας στον παιδικό νου, να επιλέγουμε τις σημειώσεις του Αριστοτέλη από τη λογοτεχνική γραφή, την υποκρισία τών από το πρωτότυπο διδασκόμενων αρχαίων ελληνικών αντί για τη γνωριμία με τις απελευθερωτικές, φιλάδελφες ιδέες (και) της αρχαιότητας (που δεν είναι μόνο «δική μας» ούτε βέβεια μόνον ελληνική).

Ας παραδεχθούν οι επίδοξοι επανεκδότες της βιενέζικης «Καλλιόπης» ότι η πλέον της εικοσαετίας επανεισαγωγή τών ΑΕ από το πρωτότυπο στο Γυμνάσιο συνόδευσε έως πνιγμού το επίπεδο των κλασικών σπουδών στα ελληνικά ΑΕΙ και μαζί την υπόληψη της αρχαιογλωσσομάθειας στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Γιατί ανελήφθησαν στον Παρνασσό οι Κοινοί μας! Και τους χάσαμε, και μας λείπουν! Σύνδεσμοι με τον Ψυχάρη και το Ρήγα (τον Καταρτζή, τον Κούμα, το Φαρμακίδη, το Μοισιόδακα, το Χριστόπουλο, το Βηλαρά και όλους/ες τους). Δεν απέμειναν συνεχιστές στο ύψος αυτών. Πόσο επίκαιροι είναι σήμερα σαν έφτασε η εποχή που ο εγγράμματος λόγος κατακλύζεται από τη ζωντάνια της προφορικότητας, που οι άνθρωποι γράφουν όσο ποτέ άλλοτε, ηλεκτρονικά, ομιλητικά, «ιπτάμενα», μάλλον απροετοίμαστα, οσοδήποτε ωστόσο «εκφραστικώς».

Αχ, Ψυχάρη, Κριαρά, Μαρωνίτη, Χριστίδη, ποιος θα σας θυμάται; Νοιάζεται κανείς; Δηλωτική η ήττα σας του ανθρωπισμού, επιτυχής ώσπου την ζήσαμε η επέλαση των Δούκα και Κοδρικά. Μόνος ευτυχισμένος ο Ψυχάρης: σε ξένη γη πέθανε, έδωσε δυο παιδιά για την ελευθερία, τη δημοκρατία. Λησμονημένο κιβούρι βρίσκεται σε ξένη γη, στα Φώτα, στην Εσπερία. Όλβιος;

Έτσι είναι. Επιταγή και λογική συνέπεια του ανορθολογισμού του διακοσαετούς, από εγέρσεώς του, έθνους ημών. Φαφλατίζω ως Ασιανός ρήτωρ, ίσως ληρώ, Κοινώς κλαίγομαι, που και πάλι ο Κοραής κατατροπώνεται από το δεσποτικό Βούλγαρι, που ο Συκουτρής οδηγείται στην αυτοκτονία, που η Ελληνική Νομαρχία μένει ανέκδοτη δεκαετίες, που οι κολλυβάδες νομιμοποιούνται δικαιούμενοι.

Μας γέννησε εξάλλου η Τριπολιτσά, του Κολοκοτρώνη, όχι η Λιβαδειά, του Δ. Υψηλάντη. Μας κυνηγούν υπαίτια δεκαετίες τώρα (στην άλλη εθνική γιορτή) Θεσσαλονίκη και Κέρκυρα, δε μας αναπαύει η Ζάκυνθος.

Πόσο πίσω μείναμε, πόσο φτωχύναμε χωρίς την κορυφή ενός Χριστίδη. Επιμένω κι επαναλαμβάνομαι για τη θρασύδειλη ανυπόκριτη παραζάλη μας. Εκείνη οπωσδήποτε διδάσκει στα σχολικά βιβλία γεωγραφίας των Γυμνασίων μας το δίκιο των εξορύξεων και των ΑΟΖ Ελλάδας Κύπρου. Είναι η χασκογελαστή Γοργώ, χωρίς καθρέπτη Μαριωρή. Έτοιμη να κάψει για προσάναμμα μπας και ζεσταθεί το εγχειρίδιο της Γραμματικής Τριανταφυλλίδη (αφού δεν ήλθε το πετρέλαιο Μαδούρο κι αργεί εκείνο τών ΗΑΕ).

Κλείνω με αποσπάσματα από κύκνειο άρθρο τού Α.Φ. Χριστίδη, που δημοσιεύθηκε στην Ελευθεροτυπία, στις 27.11.2004, «Εν-στάσεις. Τα αρχαία ελληνικά στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση». Είχε ο ίδιος, λίγο πριν, υποβάλει την παραίτησή του από το ΚΕΓ. Παραθέτω ό.π. τα τρία σύνδρομα που μας «ελληνοκαθοδηγούν» όπως τα απομόνωσε και τα ονομάτισε ο  τελευταίος άγιος της γλώσσας που μιλώ ως ξένης. Κλείνω όπως ο αείμνηστος (οι έντονοι χαρακτήρες από εμού, του κυβιστητήρος):

«α) η ελληνική γλώσσα δεν άλλαξε −ουσιαστικά− στην ιστορική της πορεία. Άρα τα αρχαία ελληνικά υπάρχουν εν υπνώσει –αν όχι γενετικά− μέσα στο σημερινό ομιλητή και το μόνο που χρειάζεται είναι να διεγερθεί ή να αφυπνιστεί η σχετική γνώση,

β) το ιδεολογικό έρεισμα αυτού του συνδρόμου –αυτή η περίπου μεταφυσική αντίσταση της ελληνική γλώσσας στη γλωσσική αλλαγή− είναι εξωγλωσσικοί ιστορικοί παράγοντες (αττικισμός, βυζαντινός γλωσσικός αρχαϊσμός, καθαρεύσα του νεότευκτου ελληνικού κράτους). Η καθαρεύουσα ήταν αποτύπωμα της εναγώνιας αναζήτησης της συνέχειας με την αντιμετώπιση της κλασικής εποχής ως «σωστικού» του έθνους…. Μια φρονηματιστική διάσταση. γ) τρίτο σύνδρομο με την έννοια της «σωτηρίας» του ομιλητή της νέας ελληνικής από τη γλωσσική ανεπάρκεια –την περίφημη λεξιπενία− που παράγεται από την αποκοπή από τα αρχαία ελληνικά (ενν. της κλασικής εποχής) και την καθαρεύουσα. Επιχείρημα παντελώς ασύστατο επιστημονικά –κάθε γλωσσικό σύστημα σε κάθε χρονική στιγμή έχει την επικοινωνιακή του αυτάρκεια− που προοωθήθηκε από τα προπύργια του γλωσσικού και κοινωνικού συντηρητισμού ως αντίδραση στη γλωσσική μεταρρύθμιση του 1976 και στις δειλές και βραχύβιες προσπάθειες της δεκαετίας του 1980 να αποκτήσει η αρχαιογνωσία −και ως γλωσσικό μάθημα στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση− ένα λιγότερο προσκυνηματικό χαρακτήρα, με την προώθηση και τη μετάφραση των αρχαίων κειμένων ως πυλώνα της αρχαιογνωσίας…

…Τα σύνδρομα αυτά –στις συνθήκες της γενικευμένης κρίσης που αντιμετωπίζουν οι σημερινές κοινωνίες, και η ελληνική μεταξύ αυτών−  έχουν μετατραπεί σε στερεότυπα με ευρύτατη διάδοση και με επικίνδυνες κοινωνικές συνέπειες. Η μυθοποίηση της αρχαίας ελληνικής παράγει το μύθο της περιούσιας γλώσσας και του περιούσιου λαού που τρέφει την ξενοφοβία –γιατί όχι και την ξενοκτονία− το ρατσισμό, τη μη ανοχή».

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ