Πρώτη προτεραιότητα στην επιδημία ο ενεργός πολίτης - Μπορούμε να το πετύχουμε;

Η αντιμετώπιση της επιδημίας προϋποθέτει ενεργή εμπλοκή των πολιτών, ατομική ευθύνη του καθενός για την τήρηση των αναγκαίων μέτρων –πέρα από την ευθύνη του κράτους και της κυβέρνησης για την πολιτική που χαράζει και εφαρμόζει. Και όπως είναι φανερό στους πάντες σήμερα, ενεργός πολίτης στην επιδημία δεν είναι απλώς ο υπάκουος πολίτης. Για να πάρεις ατομικά την ευθύνη να τηρήσεις μέτρα που περιέχουν περιορισμούς στις συνήθειες και στον τρόπο ζωής σου, χρειάζεται να πεισθείς γι? αυτά. Να αναγνωρίσεις την αναγκαιότητά τους, το μέγεθος του κινδύνου που διατρέχουμε όλοι ως κοινωνία αλλά και ο καθένας ξεχωριστά. Αλλιώς ανάληψη της ατομικής ευθύνης δεν υπάρχει. Σήμερα, λοιπόν, ενεργός πολίτης δεν είναι απλά αυτός που κινητοποιείται από την όποια κυβερνητική ή κομματική πρωτοβουλία. Ενεργός πολίτης μπορεί να είναι μόνο ο πολίτης που συνειδητά επιλέγει την πράξη του, που αναγνωρίζει την αναγκαιότητά της, που η πράξη του περιέχει και προκύπτει από την δική του βούληση. Δηλαδή ο πολίτης – πρόσωπο σε αντίθεση με τον πολίτη- υπήκοο του πρόσφατου παρελθόντος.

Κι εδώ είναι το πρόβλημα. Εδώ είναι το μεγάλο, ίσως το μεγαλύτερο ερώτημα στη σημερινή κατάσταση. Αν και ένα σημαντικό ποσοστό των πολιτών έχει πεισθεί για τους κινδύνους και την αναγκαιότητα των μέτρων, ωστόσο πολλοί από αυτούς όπως και άλλοι που δεν έχουν πειστεί, έχουν ερωτήματα, αμφιβολίες, ασάφειες, θολά σημεία στη σκέψη τους, αντιρρήσεις και ενστάσεις. Αυτοί είναι οι περισσότεροι. Εννοείται ότι μέσα σ? αυτούς που διαφωνούν υπάρχουν και οι φανατικοί οπαδοί θεωριών συνωμοσίας και άκρως αντιεπιστημονικών απόψεων. Αυτοί είναι συχνά οργανωμένοι σε συλλογικότητες παντός είδους. Υπάρχουν και οι πολίτες στους οποίους υπερισχύει η αντιπολιτευτική διάθεση αλλά κι αυτό στις περισσότερες περιπτώσεις πατά πάνω στις ασάφειες και αμφιβολίες που έχουν. Είναι λάθος να βλέπουμε κυρίως αυτές τις ομάδες, τον σκληρό πυρήνα των φανατικών και όχι το ευρύ πεδίο των πολλών που έχουν αμφιβολίες. Αν οι αμφιβολίες και οι αντιρρήσεις δεν υπήρχαν σε πολλούς, η δράση των ομάδων αυτών θα ήταν περιορισμένης εμβέλειας. Να βλέπουμε τα δέντρα αλλά κυρίως να μη χάνουμε το δάσος. Η αρρώστια του δάσους είναι το πιο σοβαρό πρόβλημα. Αν αντιμετωπίσουμε αυτό, τα μεμονωμένα δέντρα δύσκολα θα μπορούν να εξαπλώσουν το δικό τους δηλητήριο. Βέβαια, αυτό δεν ισχύει μόνο για τη χώρα μας. Αλλά εγώ θα μιλήσω για μας.

Το πιο σημαντικό από όλα τα ζητήματα που έχουμε σήμερα σχετικά με την επιδημία είναι η σχεδιασμένη, συστηματική, επίμονη δραστηριότητα για να συζητηθούν σε βάθος όλα εκείνα τα ερωτήματα και οι ενστάσεις των πολιτών ώστε να πετύχουμε τη μέγιστη δυνατή συσπείρωση γύρω από την αναγκαιότητα των μέτρων. Κι αυτή η δραστηριότητα απουσιάζει. Αν κοιτάξουμε πίσω στην πρώτη φάση της επιδημίας, θα διαπιστώσουμε ότι πετύχαμε μια πολύ σημαντική ενεργητική συσπείρωση. Ήταν βέβαια ο τρόμος του θανάτου από ένα πρωτόγνωρο για όλους μας φαινόμενο. Ήταν όμως και η καθημερινή ενημέρωση των πολιτών, ενημέρωση με επιστημονική αρτιότητα, με ενασχόληση με τα ερωτήματα που αναφύονταν στην κοινωνία, με ανθρωπιά, με σεβασμό στον πολίτη και στους φόβους του. Αυτό έλειψε στη συνέχεια. Και η επαναφορά της ενημέρωσης μετά τον Σεπτέμβριο δεν αντέχει σε συγκρίσεις με την Άνοιξη. Αρκεί αυτή η ενημέρωση; Οι συνεντεύξεις των ειδικών στα τηλεοπτικά κανάλια; Τα τηλεοπτικά σποτ; Αποδεικνύεται ότι δεν επαρκούν ούτε κατ? ελάχιστον. Είναι επείγον να σχεδιαστεί ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα που να καλύπτει όλη την έκταση της επικράτειας, με προσδιορισμό των ποιοτικών απαιτήσεων της ενημέρωσης και της συζήτησης, με εστίαση στα πιο κρίσιμα θέματα που σήμερα χρειάζεται να απαντηθούν στους πολίτες.

Το επείγον και η προτεραιότητα προκύπτει όχι μόνο από το γεγονός ότι η επιδημία είναι σήμερα το πιο σοβαρό πρόβλημα της κοινωνίας αλλά επιπλέον από την εκτίμηση όλων των διεθνών και εγχώριων φορέων και ειδικών ότι δεν φτάσαμε στην κορύφωση. Η απειλή ενός καταστροφικού χειμώνα είναι ζωντανή μπροστά μας.

Πώς μπορεί να γίνει και να υλοποιηθεί ένα τέτοιο πρόγραμμα; Θα αναφερθώ στην περίπτωση της εκπαίδευσης, ως το κατ? εξοχή σημαντικό παράδειγμα, οδηγό και για άλλους κοινωνικούς χώρους.

Η βασική εκπαίδευση (πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια) συγκεντρώνει ένα μεγάλο, ίσως το μεγαλύτερο τμήμα των πολιτών (μαθητές, εκπαιδευτικούς, γονείς) από οποιονδήποτε άλλο κοινωνικό χώρο. Είμαστε ικανοποιημένοι από το βαθμό ενεργοποίησης των μελών αυτής της κοινότητας για την κατά το δυνατόν πιο αποτελεσματική διαχείριση της επιδημίας; Νομίζω ότι η αρνητική απάντηση είναι προφανής, ανεξάρτητα αν η εμπειρία από κάποια σχολεία δείχνει ότι τα πράγματα είναι ή φαίνονται στρωμένα και ομαλά. Προβλήματα υπάρχουν πολλά, τόσο στην αναγνώριση της αναγκαιότητας των μέτρων, όσο και περισσότερο στην δυνατότητα ουσιαστικής εφαρμογής τους. Τα ίδια τα μέτρα, δίχως να θεωρούνται λανθασμένα, κρίνονται από πολλούς ως ημίμετρα (π.χ. η απουσία μέτρων για τον συγχρωτισμό στις τάξεις και στα διαλείμματα). Η εικόνα είναι θολή με αντιφατικά στοιχεία. Η πραγματικότητα, όπως και όσο την εισπράττω εγώ, φαίνεται να περιέχει διαφορετικά και αντιθετικά συστατικά. Από το ένα άκρο της ομαλής λειτουργίας μέχρι το αντίθετο των προβλημάτων και των αντιθέσεων μέσα στη σχολική μονάδα. Και στο ανάμεσα -ίσως εκεί να είναι και τα περισσότερα σχολεία- να παλεύουν οι εκπαιδευτικοί να εφαρμόσουν τα μέτρα δίχως ιδιαίτερη υποστήριξη, με άγχος για την μερικώς αποτελεσματική εφαρμογή τους, με τριβές με κάποιους γονείς, με ανασφάλεια για τη διαχείριση των μαθητών.

Το πιο σοβαρό όμως θέμα είναι ότι η επιδημία και η διαχείρισή της έπαψε να είναι η πρώτη προτεραιότητα του υπουργείου και της εκπαιδευτικής δομής συνολικά. Επικρατεί η αντίληψη ότι κάναμε αυτό που έπρεπε, σχεδιάσαμε δηλαδή μέτρα και οδηγίες, τα ανακοινώσαμε δημόσια, τα στείλαμε στα σχολεία και τώρα απλώς επιβλέπουμε την εφαρμογή τους. Μια στεγνή δηλαδή διοικητική λειτουργία. Κι από δω και πέρα το μέλημα μας είναι το μάθημα, η ύλη και η διευθέτηση των πρακτικών και τεχνικών ζητημάτων της διδασκαλίας. Το κύριο πρόβλημα της κοινωνίας, η διαχείριση της επιδημίας και η υποστήριξη των πολιτών να αναλάβουν την ατομική ευθύνη των μέτρων και των κατάλληλων συμπεριφορών, έπαψε να είναι το κύριο πρόβλημα του υπουργείου για την εκπαίδευση. Προσωπικά υποστηρίζω ότι ούτε οι καταλήψεις είναι το κύριο πρόβλημα. Πρέπει να είναι κανείς τυφλός για μη βλέπει τον τυφώνα που έρχεται.

Τι σημαίνει πρακτικά να είναι πρώτη προτεραιότητα, για όσο χρειάζεται, η διαχείριση της επιδημίας και η ενεργοποίηση των πολιτών στις σχολικές κοινότητες; Θα αναφερθώ σε συγκεκριμένες ενέργειες που κατά τη γνώμη μου θα έπρεπε ήδη να είναι σε εξέλιξη. Αλλά ακόμα κι έτσι είναι επείγον να ξεκινήσουν.

Με εντολή του υπουργείου και των περιφερειακών διευθυντών εκπαίδευσης κάθε διευθυντής πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης να ζητήσει από το σύλλογο διδασκόντων κάθε σχολείου ή από τους μεμονωμένους εκπαιδευτικούς των νηπιαγωγείων (δημόσιων και ιδιωτικών) μια καταγραφή των προβλημάτων σε δύο βασικούς τομείς:

(α) Αν υπάρχουν και ποιες είναι οι ενστάσεις και τα ερωτήματα για την επιδημία, τη φάση που περνάμε, τα μέτρα που έχουν ληφθεί. Ενστάσεις και ερωτήματα από εκπαιδευτικούς, μαθητές και γονείς.

(β) Αν υπάρχουν και ποια είναι τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η κάθε συγκεκριμένη σχολική μονάδα στην αποτελεσματική εφαρμογή των μέτρων. Ποια άλλα προβλήματα (κοινωνικά, ψυχολογικά, συναισθηματικά, μαθησιακά) λόγω της επιδημίας και των μέτρων εντοπίζονται στο σχολείο. Ποια είναι τα εμπόδια, οι ελλείψεις, οι δυσκολίες στην ασφαλή και ισορροπημένη ζωή όλων μέσα στο σχολείο.

Θα μπορούσε να ζητηθεί η συνδρομή όλων των συντονιστών εκπαίδευσης για την ολοκληρωμένη και ταχεία καταγραφή των προβλημάτων στους δύο παραπάνω τομείς.

Μετά από άμεση και ουσιαστική επεξεργασία αυτών των καταγραφών μπορούμε να ζητήσουμε τη συνδρομή των τοπικών επιστημονικών φορέων που σχετίζονται με τα προβλήματα που καταγράφηκαν. Να ζητηθεί από όλους αυτούς του φορείς (γιατρών, παιδοψυχιάτρων, ψυχολόγων, κοινωνικών λειτουργών, κοινωνιολόγων, μηχανικών, κλπ) να ορίσουν με τα δικά τους επιστημονικά και κοινωνικά κριτήρια τους κατάλληλους και διαθέσιμους επιστήμονες για να συνδράμουν στα σχολεία.

Ανάλογα με τις καταγραφές που θα έρθουν, να οργανωθούν όσες συζητήσεις χρειαστούν ανά σχολική μονάδα, ανά ομάδες σχολείων, ανά τάξη, μαζί με τους ειδικούς που θα στείλουν οι επιστημονικοί σύλλογοι. Μπορεί να είναι συζητήσεις με μαθητές, με εκπαιδευτικούς, με γονείς, με όλους μαζί. Αυτό θα σχεδιαστεί από την κάθε σχολική μονάδα. Η συζήτηση με τους μαθητές μπορεί να συνεχιστεί και μέσα στην τάξη από τους εκπαιδευτικούς, εφόσον κρίνουν οι ίδιοι ότι είναι σε θέση να την επιχειρήσουν. Εννοείται ότι αυτή όλη η προσπάθεια χρειάζεται να εξειδικευτεί ανάλογα με τη ηλικία των μαθητών και την κατηγορία των σχολείων σε όλα τα σχολεία δημόσια και ιδιωτικά. Με αυτόν τον τρόπο μπορεί να κινητοποιηθεί ένας σημαντικός αριθμός επιστημόνων, ικανών να στηρίξει αυτή την προσπάθεια και που σήμερα μένουν αναξιοποίητοι.

Αυτή διαδικασία θα στοχεύει τόσο στην απάντηση γενικών ερωτημάτων, όσο και στην εξειδικευμένη απάντηση σε προβλήματα ή δυνατότητες του κάθε σχολείου. Στο πώς θα διαχειριστούν τα διαλείμματα, ποιες δυνατότητες έχουν για να μειώσουν τον συγχρωτισμό μέσα στις τάξεις, πώς μπορούν να βελτιώσουν την επικοινωνία των εκπαιδευτικών με τους μαθητές και των μαθητών μεταξύ τους, πώς μπορούν να διαχειριστούν καλύτερα τους μαθητές που δεν έρχονται σχολείο κ.α. Για παράδειγμα, διάβαζα πρόσφατα την αναφορά ενός διευθυντή σχολείου που αξιοποίησε θρανία και τραπεζάκια που είχε στην αποθήκη του σχολείου για να φτιάξει όσες τάξεις μπορούσε όπου σε κάθε θρανίο ήταν ένας μαθητής. Πολλά προβλήματα μπορούν λυθούν με την ενεργοποίηση των εκπαιδευτικών κάθε σχολείου, την ενεργοποίηση των τοπικών στελεχών της εκπαίδευσης και τη συνεργασία των κατάλληλων ειδικών. Έτσι πρέπει να αντιληφθούμε την ανάληψη της ατομικής ευθύνης του κάθε εκπαιδευτικού, του κάθε μαθητή, του κάθε γονιού.

Εδώ χρειάζεται μια ιδιαίτερη αναφορά για τα ειδικά σχολεία. Η εγκύκλιος του υπουργείου αναφέρει ως γενική σύσταση ότι δεν είναι υποχρεωτική η «χρήση μάσκας σε παιδιά με γνωσιακή, αναπτυξιακή, ψυχική διαταραχή ή διαταραχή συμπεριφοράς», δηλαδή για όλους σχεδόν τους μαθητές των ειδικών σχολείων. Γιατί ως γνωστόν στα ειδικά σχολεία όλων των βαθμίδων η συντριπτική πλειοψηφία των μαθητών είναι μαθητές με νοητικά προβλήματα είτε μαζί με άλλες ανεπάρκειες είτε όχι. Η Παιδοψυχιατρική Εταιρεία Ελλάδος με ανακοίνωσή της δήλωσε τη διαφωνία της με το «μη υποχρεωτικό» της χρήσης μάσκας για τα παιδιά με ψυχιατρικά προβλήματα και αναφέρει τους λόγους. Θα συμπλήρωνα ότι το ίδιο θα ισχυριζόμουν και για τους μαθητές με νοητικά προβλήματα. Δεν υπάρχει κανένας λόγος που να επιβάλει αυτή την εξαίρεση. Η χρήση μάσκας είναι έργο πιο απλό από την απόκτηση άλλων σημαντικών λειτουργικών δεξιοτήτων, όπως αγορές στο σούπερ-μάρκετ και οικονομικές συναλλαγές. Κι όμως σε πολλά ειδικά σχολεία οι εκπαιδευτικοί έχουν εντάξει αυτή την εκπαίδευση στο πρόγραμμά τους. Και πολύ σωστά κάνουν. Οι δυσκολίες αυτών των μαθητών δεν οφείλονται μόνο στα νοητικά και γνωστικά εμπόδια. Πιο πολύ οφείλονται στην απουσία κοινωνικών δεξιοτήτων, στην μη αναγνώριση των απαιτήσεων της γύρω πραγματικότητας, στην απουσία ευθύνης για τον εαυτό τους μέσα στους κοινωνικούς χώρους που ζουν. Κι αυτό ως απόρροια της δικής μας στάσης απέναντί τους. Εδώ είναι μια πολύ σημαντική διάσταση του ατοπήματος της εγκυκλίου. Αν πραγματικά πιστεύουμε ότι αυτοί οι μαθητές είναι σε θέση, ο καθένας σε διαφορετικό βαθμό, να αποκτήσουν τις βασικές κοινωνικές δεξιότητες που απαιτούνται για να ζουν με σεβασμό και αξιοπρέπεια μέσα στην κοινωνία, τότε με ποια λογική τους διαχωρίζουμε από τους άλλους συνομηλίκους τους και τους καταδικάζουμε στην κοινωνική ανεπάρκεια; Θα πηγαίνουν οι γονείς με τα παιδιά τους (τυπικής ανάπτυξης) στο σούπερ-μάρκετ φορώντας όλοι μάσκα και αυτοί οι μαθητές θα πηγαίνουν χωρίς ή θα μένουν στο σπίτι τους; Η σύσταση του υπουργείου μας προδιαθέτει για μια αντίληψη επιείκειας λόγω ανικανότητας. Την ίδια αντίληψη, ότι έχουμε να κάνουμε με ανίκανους ανθρώπους, έχουν δυστυχώς και πολλοί εργαζόμενοι στην ειδική εκπαίδευση. Θέλει να τρέξει πολύ νερό στο αυλάκι για να δούμε ότι δεν είναι ανίκανοι λόγω της ανεπάρκειας αλλά επειδή εμείς τους έχουμε ευνουχίσει. Πώς να είσαι αποτελεσματικός στην εκπαίδευση ενός παιδιού με νοητικά προβλήματα αν το θεωρείς εξ αρχής ανίκανο να μάθει τα στοιχειώδη της ζωής; Βεβαίως, η εκπαίδευση στη μάσκα αυτών των μαθητών θα πάρει πολύ περισσότερο χρόνο και δεν θα έχει το ίδιο αποτέλεσμα σε όλους. Αν όμως υλοποιηθεί μέσα σε πραγματικές κοινωνικές συνθήκες, επιθυμητές από τους ίδιους, όπου όλοι οι άλλοι φορούν μάσκα, τότε θα διαπιστώσουμε την πραγματική τους δυνατότητα να μάθουν. Θέλει όμως πρόγραμμα, βήματα, συνεργασία με τους γονείς και κοινωνική επαφή για να αναγνωρίσουν την αναγκαιότητα της μάσκας. Κι αυτό πρέπει να είναι η πρώτη προτεραιότητα του προγράμματος του ειδικού σχολείου σήμερα.

Πρώτη προτεραιότητα για όλη την εκπαίδευση, για όλους τους μαθητές και εκπαιδευτικούς η κάλυψη όλων εκείνων των κενών και αναγκών που χρειάζονται για να αναλάβουμε την ατομική ευθύνη απέναντι στον εαυτό μας και τους άλλους. Πρώτο και πιο σημαντικό μάθημα κοινωνικής ευθύνης και τροποποίησης μιας στενής εγωκεντρικής νοοτροπίας. Πρώτο και σημαντικό μάθημα για ζήσουμε και να χαρούμε το «μαζί» και την συνεισφορά στους άλλους. Κι ας πάει πίσω η «ύλη». Θα πάει μπροστά η ζωντάνια, η ανθρώπινη σχέση, η αξία της ανθρώπινης ζωής. Θα αυξήσουμε τις δυνατότητες για να αποφύγουμε καταστροφές σε ανθρώπινες ζωές, θα κάνουμε ένα σοβαρό βήμα στην κοινωνική μας αντίληψη για τον άλλο, ένα βήμα για να ενωθούμε ως κοινωνία πέρα από διχαστικές λογικές και πρακτικές.

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ