Πολωνία και Ουγγαρία, ιστορίες θαμμένες σε τάφους.

Πηγή: ΤΟ ΒΗΜΑ


"Η ιστορία γράφεται από τους νικητές"

Ναπολέων Βοναπάρτης.


Σε λίγες ημέρες η Πολωνία θα εκλέξει τον νέο Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Ο σημερινός Πρόεδρος Αντρέι Ντούντα εκπροσωπεί το κόμμα "Τάξη και Νόμος", το οποίο κυβερνά με ισχυρή πλειοψηφία από το 2015. Όμως εδώ και λίγες εβδομάδες οι δυο αντίπαλοί του -Τζασκόφσκι και Καλίνσκι φαίνεται να κερδίζουν την μάχη στον δεύτερο γύρο. Και οι δυο προέρχονται από την φιλελεύθερη φιλοευρωπαϊκή δεξιά υπό τον Ντόναλντ Τουσκ, πρωθυπουργό την περίοδο των μεγάλων αλλαγών. Μια τέτοια εξέλιξη θα είναι ένα πρώτο αλλά ουσιαστικό ρήγμα στην σημερινή εξουσία. Η «αγωνία» του διεθνούς αντιευρωπαϊκού παράγοντα εκφράστηκε με την πρόσκληση του σημερινού προέδρου από τον κ. Τραμπ τέσσερις ημέρες πριν τον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών!


Για δυο χώρες στα ανατολικά σύνορα της Ευρώπης, την Ουγγαρία και την Πολωνία, η Ε. Επιτροπή και το Κοινοβούλιο έχουν ανοίξει τις διαδικασίες του άρθρου 7 της Συνθήκης της Ε.Ε. Το άρθρο αυτό ενεργοποιείται όταν υπάρχει παραβίαση των αρχών του κράτους δικαίου, και πιο συγκεκριμένα η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.


Τα θεμέλια του ευρωπαϊκού οικοδομήματος συνοψίζονται σε δυο λέξεις: «φιλελεύθερη δημοκρατία». Τόσο η Πολωνία, όσο  και η Ουγγαρία βρίσκονται σε ανοιχτό πόλεμο με τα όργανα της Ένωσης, μεταξύ των οποίων το Κοινοβούλιο και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Η ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, οι περιορισμοί στα κόμματα της αντιπολίτευσης, η εκπαιδευτική πολιτική, τα ΜΜΕ, και η διαχείριση των κοινοτικών προγραμμάτων βρίσκονται στο μικροσκόπιο της Επιτροπής.


Ο κ. Ορμπάν πρεσβεύει μια διαφορετική αρχή. Την Ι-Liberal democracy- ανελεύθερη δημοκρατία-, που σημαίνει εκλογές μεν, αλλά ως κέλυφος. Ταυτόχρονα και οι δυο χώρες στηρίζουν την οικονομία τους σε μεγάλο βαθμό στην επιτυχημένη εμπορική πολιτική της Ένωσης. Την Ενιαία αγορά και την δίδυμη πολιτική της, τα διαρθρωτικά ταμεία. Στην πρόσφατη ριζοσπαστική πρόταση της Επιτροπής και του αναγεννημένου γαλλογερμανικού άξονα, στην ημερήσια διάταξη υπήρχε και η απόφαση της Επιτροπής να ανοίξει και πάλι τον Σεπτέμβριο το θέμα της υπό όρους διάθεσης ευρωπαϊκών κονδυλίων για τις δυο χώρες. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να εφαρμόσουν τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, διαφορετικά θα μπορούσε να παγώσει η οικονομική βοήθεια. Κι αυτή την φορά τα πράγματα θα είναι σοβαρά. Η Ευρώπη μπήκε σε ένα δρόμο περισσότερης Ευρωπαϊκής αλληλεγγύης, ως αποτέλεσμα της υγειονομικής κρίσης, του εμπορικού πολέμου και της απορρύθμισης των θεσμών ισορροπίας του μεταπολεμικού συστήματος.


Η εκλογική δύναμη των δυο οφείλεται κατά κύριο λόγο στην οικονομική πολιτική «λίγα στους μη έχοντες και πολλά σε λίγους» και την κοινωνική πολιτική. Φυσικά με κοινοτικά κονδύλια.


Για να καταλάβουμε λίγο καλύτερα γιατί οι κυβερνήσεις ακολουθούν την ίδια πολιτική αλλά και τις μεγάλες διαφορές που τiς χωρίζουν, αξίζει να θυμηθούμε την πρόσφατη ιστορία των δυο ευρωπαϊκών χωρών από τον πόλεμο και μετά.

Η Ουγγαρία, μετά το τέλος του πολέμου υπέστη μεγάλη εδαφική συρρίκνωση. Οι ουγγρικής καταγωγής πολίτες σε γειτονικές χώρες υπολογίζονται σε 3,5 εκατομμύρια. Ήταν η τιμωρία της της συμμετοχής με τους ναζί στον πόλεμο στο Ρωσικό μέτωπο στο πλευρό του Χίτλερ. Τα σοβιετικά στρατεύματα απελευθέρωσαν την χώρα, και επέβαλαν κομμουνιστικό καθεστώς. Μετά την πτώση του Τείχους, ως ελεύθερη χώρα προσχώρησε στην Ευρωπαϊκή Ένωση και από το 2010 κυβερνάει ο κ. Όρμπαν. Η Δύση δέχτηκε με ικανοποίηση την εκλογή του μια και ήταν ένας από τους σκληρούς αντιπάλους της σοβιετικής εξουσίας και υποστηρικτής της φιλελεύθερης οικονομίας. Ποιες ήταν άραγε οι αιτίες που έστρεψαν το καθεστώς στην πολιτική που ασκεί έκτοτε; Ο ένας λόγος είναι η διατήρηση της εξουσίας και η μετατόπιση του Ορμπάν σε εθνικιστικές – λαϊκιστικές πολιτικές. Ο άλλος πρέπει να είναι ο αναθεωρητισμός. Δηλαδή η έμμεση αμφισβήτηση των αποφάσεων του διαμελισμού της χώρας μετά την ήττα. Πρόσφατα ο κ. Ορμπάν πρόσφερε την δυνατότητα διπλού διαβατηρίου σε όσους ουγγρικής καταγωγής πολίτες ζουν στην Ουκρανία. Για την Ρωσία ήταν ακόμη μια χειρονομία στήριξης στις ούτως ή άλλως θερμές σχέσεις των δυο χωρών.


Τελείως διαφορετική είναι η πορεία της Πολωνίας. Τα κύρια χαρακτηριστικά της πολυεθνικής χώρας είναι η συνεχής αλλαγή των συνόρων της και οι σταθερές αξίες της καθολικής εκκλησίας. Είναι αμέτρητες οι φορές του διαμελισμού της και η εχθρική αντιμετώπιση της κυρίαρχης στην Ένωση προτεσταντικής ηθικής. Ας δούμε όμως την τραγική ιστορία που σφράγισε την σημερινή της θέση στον χάρτη από τον πόλεμο και μετά.


Το όραμα του Χίτλερ ήταν η απόκτηση ζωτικού χώρου -Lebensraum-. Εκεί σχεδίαζε να εγκαταστήσει Γερμανούς αγρότες για τις ανάγκες επισιτισμού και της εθνικής καθαρότητας του χιλιόχρονου Ράιχ. Η αναπάντεχη συμφωνία Στάλιν-Χίτλερ (Σύμφωνο Ρίπεντορφ-Μολότωφ) το 1939 οδήγησε στον διαμελισμό της Πολωνίας. Πολλοί Πολωνοί δέχτηκαν με ανακούφιση την παρουσία των σοβιετικών στρατευμάτων. Όμως ούτε στους σοβιετικούς είχαν εμπιστοσύνη. Ωστόσο πίστευαν ότι μετά τον πόλεμο θα αποκτούσαν την ελευθερία τους. Ο σχεδιασμός του Στάλιν ήταν διαφορετικός.


Ένα γεγονός που έμεινε βαθιά ριζωμένο στην εθνική συνείδηση των Πολωνών είναι η σφαγή του Κατύν. Την είδαμε σε φιλμ του Αντρέι Βάιντα και την αλήθεια την μάθαμε το 2010, όταν ο Πούτιν αποδέχτηκε την ευθύνη για την εξόντωση χιλιάδων αξιωματικών και διανοουμένων δίνοντας στην δημοσιότητα ανατριχιαστικά έγγραφα με υπογραφές του Στάλιν και του Μπέρια. Ο τάφος με τους εκτελεσμένους αξιωματικούς στο δάσος του Κατύν ανακαλύφθηκε από τους Γερμανούς. Ο Γκέμπελς γνώριζε ότι οι εκτελέσεις δεν έγιναν από τα SS, και αξιοποίησε επικοινωνιακά το «εύρημα» κατά των Ρώσσων συμμάχων του. Λίγο μετά η λυκοφιλία έληξε με την επιχείρηση «Μπαρμπαρόσα». Την εισβολή στην Ρωσία.


Από την σύντομη αυτή περιγραφή γεγονότων είναι εύλογο ότι η Πολωνία, προδομένη και εγκαταλειμμένη από την Δύση και την Ανατολή, έχει ένα αίσθημα δυσπιστίας . Που εντάθηκε μετά την πτώση του αεροσκάφους με τον τότε Πρόεδρο Καζίνσκι και την συνοδεία του. Η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία μετέβαινε –τι σύμπτωση-στο Κατύν για να αποδώσει φόρο τιμής στους εκτελεσμένους. Έκτοτε ο αδελφός του κυριαρχεί στην πολιτική σκηνή πυροδοτώντας την μνήμη των Πολωνών.


Βλέπουμε λοιπόν δυο χώρες, η μια «φιλορωσική» και η άλλη το ακριβώς αντίθετο, να συμπλέουν στην πολιτική τους απέναντι στην Ευρώπη. Ο οικονομικός εθνικισμός τους ενισχύεται από τις ΗΠΑ του κ.Τραμπ. Αλλά και οι Ρώσοι υποσκάπτουν την ευρωπαϊκή-κοινοτική λογική υποστηρίζοντας την «Ευρώπη των Εθνών». Δηλαδή την αφαίμαξη των πολιτικών της φιλελεύθερης δημοκρατίας που πραγματώνεται μέσα από την εκχώρηση μέρους της εθνικής κυριαρχίας των κρατών-μελών σε υπερεθνικούς φορείς που δημιούργησαν οι πατέρες της Ευρώπης για την Ειρήνη.


Η πορεία προς περισσότερη Ευρώπη είναι αναπόφευκτη. Συνεπώς οι δυο χώρες οφείλουν να συμμορφωθούν. Η άλλη εκδοχή είναι να ακολουθήσουν τον δρόμο του κ. Τζόνσον. Και μια τρίτη, μια νέα Συνθήκη μπορεί να φέρει στο προσκήνιο την Ευρώπη των ομόκεντρων κύκλων. Και τότε θα προχωρήσουν όσοι θέλουν. Και όσοι μπορούν.

 


ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ