Σύκα σύκα. Προπενταετές δημοψήφισμα και Αλήθεια

Δεν πάσχω απλώς από το σύνδρομο: είμαι ή έστω ήμουν προ Μελισσανίδη 2.0 ένθερμος Αεκτζής. Για αυτό και πικρά, πικρόχολα αναφερόμουν στη σπουδαία ομάδα του Ριβάλντο, του Κωστένογλου, του προέδρου Ντέμη και την υφαρπαγή του πρωταθλήματος στα χαρτιά από άλλους το 2008. Η άδικη ήττα αφηρωΐζει την εποχή, σμιλεύει έπη. Και καλά με την ΑΕΚ (ή τον ΠΑΣΑ Ηρόδοτο του μπαράζ στο πάλαι ποτέ Καραϊσκάκη το 1988)! Δε χάθηκε ο κόσμος.

            Στην πολιτική και την ιδεολογία της κοινωνίας τα πράγματα είναι διαφορετικά, συχνά επίφοβα όταν παρόμοιες αντιδράσεις και συμπεριφορές εγκαθίστανται ως σύμβολα και σημεία ΘΡΥΛΙΣΜΟΥ και αναφορών. Παλέτες της νοσταλγίζουσας ρεβάνς: Φταίει ο διαιτητής, αν λίγο έτσι θα νικούσαμε, κερδίσαμε τη μάχη της κερκίδας, είμαστε η αδικημένη γενιά και πάει λέγοντας. Στην παγκόσμια γραμματεία ο Ηρόδοτος διέπρεψε θέτοντας διπλή αφήγηση της ηρωϊκής ήττας: οι Κάρες στην Ιωνική επανάσταση και οι πραιτοριανοί εκλεκτοί των Θερμοπυλών, 300 (κατά Ηρόδοτο, 299). Αιωνία μνήμη!

            Είναι γοητευτική η ήττα, επανασυντάσσει την πραγματική αδυναμία, και κυριαρχεί ιδεολογικά. Το είδαμε στην Ελλάδα με την ήττα του Εμφυλίου, στην Ισπανία και τόσα τόσα έως και τον άγιο Λουμούμπα στο Κογκό. Δεν είναι στο χέρι μου να σχολιάσω τις θεολογικές συνάφειες με το Θείο Δράμα και το οικείο μοτίβο θύμα Μεσσίας. Αρκετά όμως με τις εμψυχωτικές και εκμαυλιστικές αυταπάτες, γεννούν τέρατα, όπως και την ανάρρηση του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία –για να μη μιλήσω για την αναδιαπραγμάτευση της ηττημένης στρατιωτικά χιτλερικής φρίκης στην Ευρώπη τού σήμερα.

            Τα ίδια και εμείς; Οι χαμένοι του 2015, του «δημοψηφίσματος» δικαιωθήκαμε όχι από την πραγματικότητα αλλά από τη φαντασία μας. Είναι κοινός τόπος οι αναφορές περί του σπουδαίου τηρουμένων των αναλογιών ποσοστού (μικρότερο του 1/3) του Ναι, της ατυχούς αλλά επιτυχούς και αξιοπρεπούς υπεράσπισης του ΝΑΙ (με τον Ελλάδος Μαραντόνα, τον πρωτεύοντα τότε Δήμαρχο). Αυταπάτες και Μπλα Μπλα Μπλα!

            Σύντροφοι, φίλοι, συνάδελφοι η Αλήθεια με το αναγνωστάκειο κεφαλαίο Α είναι ότι χάσαμε, ότι η ελληνική κοινωνία ούτε αντιστάθηκε ούτε αρνήθηκε να ενσαρκώσει το ρόλο του παράλογου αντιευρωπαίου τιμωρού. Για την πολιτική, κοινοβουλευτική εκπροσώπηση της τότε δημοκρατικής αντιπολίτευσης, την προτίμηση της διατήρησης της έδρας από την προσφυγή σε επαναληπτικές εκλογές σε όλη σχεδόν την επικράτεια −που θα σήμαινε την de facto απόρριψη του μπουρλέσκ δημοψηφίσματος− έχω υπαινιχθεί παλαιότερα. Το μόνο ΝΑΙ που ακούστηκε ήταν η συγκατάβασή μας στο χωριστικό, εμφυλιακό, αφρίζον μεσοπολεμικό, το παράτυπο, στημένο δημοψήφισμα.

            Ριγώ πλέον για τους άξιους/ες συντρόφους/ισσες που δέχθηκαν να υπερασπιστούν μια χαμένη και σημαδεμένη υπόθεση (κι εγώ τα έκανα). Χάσαμε, δεν κερδίσαμε τίποτε το καλοκαίρι του 2015. Απλώς δικαιώσαμε το βιασμό των θεσμών, χειροκροτήσαμε τη φενάκη της πολιτικής μας εκπροσώπησης, διασυρθήκαμε. Ας μη χρυσώνουμε το χάπι: υπέστημεν πανωλεθρία!

            Πού να αναφερθώ; Στην ιδεολογία της κοινωνίας, την έμπρακτη φασίζουσα πολιτική, τη θεσμική απίσχναση, τη μελαγχολία της Γ? Ελληνικής Δημοκρατίας; Ας μην, επιτέλους, εμείς του ορθολογισμού, ας μη σχεδιάζουμε «σήματα λυγρά», εύπεπτες προμόσιον του Βατερλό μας.

            Δεν μπορούμε να ωφελήσουμε τον πολιτικό διάλογο, να εντείνουμε τον προγραμματικό μεταρρυθμιστικό αγώνα, την εκσυγχρονιστική και ουμανιστική μας απόπειρα, αν δεν παραδεχθούμε, δεν αναλύσουμε την ήττα του 2015, ηθικά, συναισθηματικά, ιδεολογικά, ήττα που νομιμοποιήσαμε με τη συμμετοχή μας!

            Άλλα λόγια να αγαπιόμαστε, βρεθήκαμε ενώπιον ηχηρής ήττας. Μειοψηφήσαμε, κάτι που εντούτοις αυτόματα δε συνεπάγεται πως απορριφθήκαμε ως μαζική πολιτική επιλογή, ως αισιόδοξο όραμα αυτονομίας, ευθύνης και χειραφέτησης. Είναι πολλά να κάνουμε, και περισσότερα να πούμε. Αν συνεχίσουμε με το χέρι στην καρδιά, αν κοιτάξουμε τους συμπολίτες μας στα μάτια, αν απεμπλακούμε από τα ιδιώτατα σύνδρομα της αριστεράς, αν δώσουμε πόδι στους Μακρυγιάννηδές μας, Μπορούμε: τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα! Αλλιώς, αυταπατώμενοι, Χίμαιρες: Θα κυνηγάμε.

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ