Προς τι η συζήτηση για εκλογές;

Όλο και συχνότερα η καταφυγή σε εκλογές γίνεται θέμα όχι μόνο στα περιθωριακά ΜΜΕ. Τι συμβαίνει λοιπόν;

Πολλοί είχαμε μιλήσει, και πριν τις εκλογές, ότι είχε διαμορφωθεί στη χώρα ένα κλίμα θετικό για τον Κυριάκο Μητσοτάκη και την ΝΔ το οποίο ξεπερνούσε  τις συνήθεις εναλλαγές  κυβερνήσεων. Επρόκειτο λέγαμε για μεταστροφή που άγγιζε τις κοινωνικές νοοτροπίες. Και οδηγούσε στο αίτημα για εθνική ανασυγκρότηση, για ένα ενάρετο κύκλο, σε μια ΝΕΑ ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑ. 

Τα αποτελέσματα όλων των εκλογικών αναμετρήσεων  ευρωεκλογών, περιφερειακών και δημοτικών και τελικά των εθνικών επιβεβαίωσαν  πανηγυρικά αυτές τις εκτιμήσεις. Από την αρχή  ήταν ηλίου φαεινότερο ότι  η κυβέρνηση Μητσοτάκη θα είναι κυβέρνηση δύο τετραετιών. Ήρθε για να μείνει. Υπήρξε βέβαια  μια μικρή εξαίρεση στις εθνικές εκλογές. Ο ΣΥΡΙΖΑ κράτησε ένα ποσοστό που επέτρεπε σε πολλούς να θεωρήσουν ότι απέφυγε την  λεγόμενη στρατηγική ήττα.  

Βέβαια αναφερόμασταν στις κοινωνικές προϋποθέσεις και δεν μπορούσαμε να προβλέψουμε  ότι θα προκύψουν γεγονότα όπως  η τόση γρήγορη τουρκική εργαλειοποίηση του μεταναστευτικού στον Έβρο, ούτε πολύ περισσότερο η πανδημία του κορονοϊού. Γνωρίζαμε βέβαια τη ρήση του Μακ Μίλαν για τα γεγονότα που διαμορφώνουν τις πολιτικές εξελίξεις. Τα γεγονότα λοιπόν ήρθαν αλλά ενίσχυσαν ακόμη περισσότερο και την κυβέρνηση και το κοινωνικό μέτωπο στήριξής της. Οι προϋποθέσεις για την οικοδόμηση συνθηκών ΝΕΑΣ ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑΣ όπως η εθνική και κοινωνική ασφάλεια, η παιδεία , οι αλλαγές στο πολιτικό και διοικητικό σύστημα παραμένουν αλλά ενισχυμένες. Άλλωστε η ίδια η κρίση έδωσε την ευκαιρία στην κυβέρνηση για σημαντικές πρωτοβουλίες σε πολλούς τομείς  όπως η ενίσχυση της ψηφιακής διακυβέρνησης, του Ε.Σ.Υ.  στην, εν πολλοίς, συνετή διαχείριση της οικονομίας κλπ. 


Κυβέρνηση και κοινωνία έχουν  ενισχυθεί 

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη διανύοντας τον ενδέκατο μήνα  είναι ακόμα πιο ισχυρή και ο πρωθυπουργός  απολαμβάνει εμπιστοσύνης εθνικού ηγέτη.

Η κοινωνία, στη μεγάλη της πλειοψηφία, συμμετέχοντας  ενεργά,  εκφράζει παντοιοτρόπως  την αισιοδοξία της για τις εξελίξεις όσο δύσκολες  κι αν είναι αλλά  και την αποδοχή των πρωτοβουλιών  της κυβέρνησης με πρωτοφανή προσαρμογή στα πιο δύσκολα, και οικονομικά, μέτρα.

Μάλιστα τα γεγονότα της καθημερινής παρουσίας του  ως αντιπολίτευση αλλά και οι δημοσκοπήσεις πιστοποιούν  και τη στρατηγική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ.  

Τι συμβαίνει λοιπόν και το πολιτικό σύστημα, τα ΜΜΕ κλπ  επικαλούμενοι τις δυσκολίες  στην οικονομία καταφεύγει σ αυτό το μίζερο κλίμα.; 

Το κλίμα που καλλιεργείται, από πολλές πλευρές, μοιάζει σαν να επιδιώκεται να δημιουργηθούν όροι νεκρανάστασης του Σύριζα. 

Είναι βέβαια και οι διαρκείς παθογένειες στη χώρα που παγιώθηκαν  με την μακρόχρονη ηγεμονία της Αριστεράς. Οπότε στην πρώτη ευκαιρία επανέρχονται στο προσκήνιο. Για παράδειγμα σε πολλούς κύκλους η καταφυγή σε εκλογές, επειδή τις κερδίζεις, είναι θεμιτή πράξη παραβλέποντας την διάθεση της κοινωνίας να ξεφύγουμε από τις καθιερωμένες παλαιοκομματικές πρακτικές. Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Φαντάζεστε αν είχε τέτοια ευκαιρία ο Τσίπρας ότι θα δίσταζε; Η πρακτική του και στο περίφημο δημοψήφισμα και στις εκλογές του 2015  δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία. 

Ο Πρωθυπουργός έχει καταφέρει και ως αντιπολίτευση και ως κυβέρνηση να επιβάλλει ένα νέο ήθος στην πολιτική παρουσία του και δεν υπάρχει κανείς λόγος να διακινδυνεύσει την ακύρωσή του.  

Δεν αποτελεί δικαιολογία το λεγόμενο κάψιμο της απλής αναλογικής. Θα έρθει και αυτής η σειρά. Ούτε τα πιθανά κομματικά προβλήματα  της ΝΔ τα οποία, συγκριτικά μιλώντας, είναι λιγότερα  από τα αντίστοιχα που αντιμετώπιζε π.χ. ο Κ. Σημίτης και άντεξε για δύο τετραετίες.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη πέρασε μια αρχική φάση ταλαντεύσεων ως προς τις πρωτοβουλίες αλλαγών που έπρεπε να αναλάβει. Προσπάθησε να ξεπεράσει το διχαστικό κλίμα της περιόδου ΣΥΡΙΖΑ, να μην δυσαρεστεί κανέναν και να μας έχει όλους μαζί της. Ήταν και το πολυπληθές του υπουργικού συμβουλίου και ο δύσκολος συντονισμός του . 

Όταν όμως  ήρθαν τα γεγονότα στον Έβρο  και στη συνέχεια  η πανδημία ο πρωθυπουργός πήρε τις ηγετικές εκείνες πρωτοβουλίες που και τη χώρα και την κοινωνία ωφέλησαν  και τον ίδιο τον έφεραν στην σημερινή πολιτική κυριαρχία. Μάλιστα η ως τώρα διακυβέρνηση ανάδειξε την οργάνωση του πρωθυπουργικού γραφείου ως επιτυχούς αποτελεσματικού  επιτελείου. Αντίθετα το υπουργικό συμβούλιο εξακολουθεί να  παρουσιάζει δυσλειτουργίες.  

Το συμπέρασμα είναι πως πρέπει το συντομότερο δυνατό να κλείσει η συζήτηση περί εκλογών και με ένα ανασχηματισμό να δοθεί τέλος στην όλη φιλολογία.

Η χώρα θέλει να προχωρήσει  και η κυβέρνηση Μητσοτάκη με την κοινωνία μαζί της  έχει όλες τις ευκαιρίες, μέσα στις τεράστιες όντως δυσκολίες, να δρομολογήσει συνθήκες οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής  ανασύνταξης. 

Αναφερόμαστε και στην πολιτική ανασύνταξη γιατί όντως η χώρα χρειάζεται θεσμική , συστεμική αντιπολίτευση. Αυτή  η αντιπολίτευση θα πρέπει να οικοδομηθεί  από νέα υλικά. Ο  ΣΥΡΙΖΑ επιστρέφει  στην προ κρίσης παρουσία του ως μια παρελθοντολογική, κομμουνιστογενής Αριστερά. Ο ίδιος ο Κ. Τσίπρας, υπό το βάρος της προηγούμενης θητείας του, αλλά και με την όλη πολιτική και πνευματική σκευή του, αδυνατεί να προσαρμοστεί. Ούτε δυστυχώς και το ΚΙΝΑΛ έχει τις προϋποθέσεις .Η οικοδόμηση νέας αντιπολίτευσης  χρειάζεται χρόνο  κι ο χρόνος μπορεί να υπάρξει με την κυβερνητική σταθερότητα και μακροημέρευση.

Η εμπιστοσύνη που δόθηκε στον Κυριάκο Μητσοτάκη σχεδόν ένα χρόνο πριν  και που έχει ήδη ενισχυθεί, του επιτρέπει και τον προτρέπει  να συνεχίσει απρόσκοπτα την οικοδόμηση συνθηκών ΝΕΑΣ ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑΣ.  


ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ