Η Ντοβίλ του γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου

Πηγή: Τα ΝΕΑ

Το πραγματικό αντικείμενο της απόφασης του Γερμανικού Ομοσπονδιακού  Συνταγματικού  Δικαστηρίου (ΓΟΣΔ)  της  5ης Μαΐου είναι  η οικονομική διακυβέρνηση της Ευρωζώνης ή μάλλον το μεγάλο στοίχημα της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης και της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και μάλιστα  εν μέσω πανδημίας. 

Η απόφαση θέτει πολύ σοβαρά ζητήματα για την έννομη τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την υπεροχή και την αποτελεσματική εφαρμογή του Δικαίου της ΕΕ, για τη σχέση του Δικαίου της ΕΕ με τα Συντάγματα των κρατών μελών. Αλλά τα χρηματοοικονομικά προβλήματα που θέτει είναι ακόμα σημαντικότερα. Tο αντικείμενό της είναι το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, το PSPP, το περιβόητο QE της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, το οποίο εφαρμόζεται από το 2015.  Όμως έμμεσα η απόφαση αφορά και το νέο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, το Pandemic  Emergency Purchase  Program. Και, βεβαίως, όλη τη συζήτηση για την ενωσιακή αλληλεγγύη, το Ταμείο Ανάκαμψης, τα Ευρωομόλογα. Αυτά όλα ενδιαφέρουν ιδιαιτέρως την Ελλάδα, η οποία έχει λειτουργήσει ως μοχλός πίεσης και ως εργαστήριο προκειμένου να φτάσουμε στους νέους θεσμούς οικονομικής διακυβέρνησης αλλά και στην ποσοτική χαλάρωση.

Το ΓΟΣΔ θεωρεί ότι η ΕΚΤ, για την ακρίβεια το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών που έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα να ασκεί τη νομισματική πολιτική στην Ευρωζώνη, έχει εισχωρήσει βαθιά στο πεδίο της οικονομικής πολιτικής που είναι κυριαρχική αρμοδιότητα των κρατών μελών και επηρεάζει τα πάντα: Τα  επιτόκια, τις αποδόσεις των καταθέσεων, τις τιμές μετόχων και ακινήτων, το χαρτοφυλάκιο των εμπορικών τραπεζών, την αντοχή των κεντρικών τραπεζών, τους όρους χρηματοδότησης των κρατών μελών που είναι ίδιοι, ανεξάρτητα από τα οικονομικά και δημοσιονομικά δεδομένα κάθε κράτους μέλους.  Αυτό όλο - λέει το ΓΟΣΔ -  δεν το έχει εξετάσει  η ΕΚΤ  με βάση την αρχή της Αναλογικότητας. Δεν  έχει τεκμηριώσει ότι ασκεί τη νομισματική πολιτική με τρόπο πρόσφορο και αναγκαίο και επηρεάζει μόνο στο βαθμό αυτό την οικονομική πολιτική.

Αυτό συνεπώς που λέει το ΓΟΣΔ, είναι ότι η ποσοτική χαλάρωση, η οποία οργανώνεται ως δευτερογενής αγορά κρατικών κυρίως αλλά και εταιρικών ομολόγων, δεν είναι μία πραγματική αλλά  μια  εικονική δευτερογενής αγορά. Είναι βέβαιο ότι τα ομόλογα και οι άλλοι τίτλοι χρέους που εκδίδουν τα κράτη μέλη θα αγοραστούν δευτερογενώς από το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών. Αυτό διαρκεί από το 2015 έως τώρα, έχει δημιουργήσει έναν τεράστιο όγκο αγοράς ομολόγων που έχει φτάσει στα 2,5 τρισ. ευρώ, έχουν γεμίσει με κρατικά ομόλογα  τα χαρτοφυλάκια των κεντρικών τραπεζών, μεταξύ αυτών και της Bundesbank, ενώ δεν υπάρχει στρατηγική εξόδου τους  από το πρόγραμμα.

Το ζήτημα λοιπόν που κατά βάθος θέτει το ΓΟΣΔ είναι  μήπως όλο  αυτό  βρίσκεται πολύ κοντά στην απαγορευμένη νομισματική χρηματοδότηση ( άρθρο 123 ΣΛΕΕ )  αλλά  και στα προγράμματα που προσφέρει ο ΕΜΣ  για τη στήριξη κρατών μελών , αλλά με αιρεσιμότητα ( conditionality ), δηλαδή με μνημόνιο.

Για εμένα, που έχω ζήσει τα θέματα αυτά μία πολύ δύσκολη περίοδο ως υπουργός  Οικονομικών, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έκανε και κάνει αυτό που πρέπει για να υποστηριχθεί η ευρωπαϊκή οικονομία. Η ΕΚΤ δεν κάνει τίποτε άλλο από αυτό που κάνουν όλες οι κεντρικές τράπεζες, ανταγωνιστικών προς την ΕΕ, μεγάλων οικονομιών, όπως η Fed. Μόνον που, δυστυχώς, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επιβάλλει στον εαυτό της μη ορθολογικούς καταναγκασμούς. 

Όλα αυτά ξεκινούν από το γεγονός ότι έχουμε Νομισματική Ένωση χωρίς να έχουμε Οικονομική Ένωση. Αυτό δημιουργεί μία  αέναη τριβή σε σχέση με την κατανομή των αρμοδιοτήτων, διότι η νομισματική πολιτική ασκείται από την ΕΚΤ, ενώ η οικονομική  και η δημοσιονομική πολιτική από τα κράτη μέλη τα οποία διεκδικούν την κυριαρχία τους.

Αυτό που  λέει το ΓΟΣΔ είναι μια τοποθέτηση  αντίστοιχη  με αυτή  που ακούσαμε εν μέσω ελληνικής κρίσης, το φθινόπωρο του 2010, από  την περιβόητη κοινή δήλωση της Ντοβίλ – την κοινή δήλωση Μέρκελ - Σαρκοζί τότε – ότι δεν είναι λογικό όλα τα κράτη μέλη της Ευρωζώνης να έχουν ίδια σχεδόν επιτόκια στις αγορές κεφαλαίου, πρέπει να υπάρχουν διαφοροποιήσεις στα επιτόκια ανάλογα με τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά και τις επιδόσεις κάθε οικονομίας.

Με νομικούς όρους το ΓΟΣΔ λέει ότι η ΕΚΤ δεν εξήγησε τεκμηριωμένα μέχρι ποιου σημείου μπορεί, δια της νομισματικής πολιτικής, να παράγει αποτελέσματα οικονομικής πολιτικής και άρα κινήθηκε ultra vires, υπερέβη τη δικαιοδοσία της. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τη σειρά του, δεν άσκησε βαθύ έλεγχο σε ένα όργανο ( όπως η ΕΚΤ ) που είναι ανεξάρτητο και χωρίς δημοκρατική νομιμοποίηση  και άρα η λογοδοσία του πρέπει να γίνεται σε πολύ μεγάλο βαθμό ενώπιον του ΔΕΕ το οποίο παραβίασε έτσι μία γενική αρχή του Δικαίου της Ένωσης, μια κοινή συνταγματική παράδοση στην Ευρώπη, να ασκείται εντατικός έλεγχος συνταγματικότητας σε τέτοιες περιπτώσεις. Κάνοντας συνεπώς το ΔΕΕ έναν οριακό απλώς έλεγχο, λέγοντας δηλαδή ότι δεν υπάρχει «πρόδηλη» παραβίαση των Συνθηκών από την ΕΚΤ, εξέπεσε από τη δικαιοδοσία του. Άρα και αυτό κινείται  ultra vires, όχι επειδή  υπερέβη τη δικαιοδοσία του, αλλά επειδή δεν την άσκησε. Ultra vires από κάτω, διά παραλείψεως. Η παράδοση όμως που κυριαρχεί στην Ευρώπη ως προς τον δικαστικό έλεγχο περίπλοκων «τεχνικών» θεμάτων νομισματικής πολιτικής είναι μάλλον αντίστροφη, ο δικαστικός αυτοπεριορισμός και όχι ο δικαστικός ακτιβισμός . 

Το  ΓΟΣΔ καλεί τώρα την  ΕΚΤ και  να παρουσιάσει  πρόσθετη  αιτιολογία εντός τριών μηνών, υπό την πίεση της Γερμανικής Κυβέρνησης και της Γερμανικής Βουλής, αλλά και της Bundesbank, η οποία κατέχει το 26% του κεφαλαίου της ΕΚΤ. Επιπλέον η  Bundesbank καλείται να ετοιμάσει και μία στρατηγική εξόδου από το PSPP, να αρχίσει να «ξεφορτώνεται» ομόλογα που έχει «φορτωθεί» και είναι κυρίως γερμανικά ! Κατά το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο,  αυτά που  έλεγε η ΕΚΤ το 2015 έχουν μία λογική, αλλά τώρα είμαστε στο 2020, το QE εφαρμόζεται πολλά χρόνια,  οι όγκοι είναι πλέον  τεράστιοι και στην πραγματικότητα τα κράτη εκδίδουν ομόλογα με τη βεβαιότητα ότι θα τα αγοράσει το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών. Δεν υπάρχει πραγματική απόσταση μεταξύ πρωτογενούς και δευτερογενούς αγοράς, δεν υπάρχει black out period, έχουν αγοραστεί πολλά  ομόλογα με αρνητικές αποδόσεις, τα ομόλογα διακρατούνται μέχρι τη λήξη. Οι απαντήσεις υπάρχουν, το ερώτημα είναι πώς και προς ποιον θα δοθούν.

Η απόφαση δεν παράγει άμεσα πρακτικά αποτελέσματα, αλλά η συνέχεια θα εξαρτηθεί από το πώς θα φερθεί η Bundesbank μέσα στην ΕΚΤ και το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών. Κατά τη γνώμη μου έχει διαμορφωθεί μία παγίδα: Πώς πρέπει  να αντιδράσει  η ΕΚΤ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αλλά και το Συμβούλιο; Θα κινηθεί η  διαδικασία επί παραβάσει κατά της Γερμανίας, πότε πρέπει  να γίνει αυτό και τι αποτελέσματα μπορεί να έχει; Απολύτως συναφές είναι το ερώτημά αν - με δεδομένο ότι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση είναι μία διαρκής διακρατική διαπραγμάτευση - ενισχύεται η θέση της Γερμανικής Κυβέρνησης με την απόφαση αυτή ή αποδυναμώνεται; Μήπως τώρα μπορεί η Γερμανική Κυβέρνηση, επικαλούμενη το Συνταγματικό της Δικαστήριο και τα προβλήματα εσωτερικής συνταγματικής ταυτότητας που αυτό θέτει, να γίνει πιο άκαμπτη, πιο πιεστική; Μήπως, ναι μεν θα   διασωθεί το τρέχον QE , αλλά θα  τεθούν νέοι όροι στο Pandemic Emergency Purchase Programme στο οποίο μετέχει και η Ελλάδα; Μήπως αυτό επηρεάσει τον τρόπο λειτουργίας του ESM, που εκδίδει δικά του ομόλογα και τα κράτη μέλη λειτουργούν ως εγγυητές; Μήπως αυτό επηρεάσει τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Αναπτυξιακής Τράπεζας, η οποία επίσης θα μετάσχει στο μεγάλο πρόγραμμα βοήθειας προς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις; Μήπως αυτό ενταφιάσει οριστικά όλη τη συζήτηση για το κοινό χρέος και την αμοιβαιοποίηση του χρέους; Δημιουργείται ένα  σκηνικό, το οποίο έχει διαστάσεις οι οποίες δεν αντιμετωπίζονται με απλά θεσμικά επιχειρήματα. Έχει μπει μία νάρκη στα θεμέλια, τα θεσμικά και τα νομισματικά, της ΕΕ  και πρέπει να δούμε αν αυτή η νάρκη μπορεί να απασφαλισθεί εξαρχής, ώστε  να μη  υφέρπει  δηλητηριάζοντας τη λειτουργία και την προοπτική της Ένωσης.

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ