Περιβαλλοντικές παραφωνίες

Η πρόσφατη δημόσια αντιπαράθεση μεταξύ αντιπολιτευομένων και κυβέρνησης για το περιβαλλοντικό νομοσχέδιο που ήδη ψηφίστηκε στη Βουλή (6.5.2020), ανέδειξε για μια ακόμη φορά τις πάγιες και χρόνιες παθογένειες του ελληνικού συστήματος παραγωγής νομοθεσίας. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, από την πλευρά της κυβέρνησης, η στόχευση αφορούσε στην θεραπεία ορισμένων δυσλειτουργειών που υποτίθεται ότι καθυστερούν και παρεμποδίζουν – αδικαιολόγητα – την ανάπτυξη. Μεταξύ των δυσλειτουργιών αυτών είναι η ύπαρξη σημείων στη διαδικασία αδειοδότησης που κάνει τα έργα – ακόμα και τις μελέτες των έργων – ευάλωτα και προσβλητέα στο Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ).  Όσοι τελικά προσφεύγουν – οι εικονικά θιγόμενοι – επιστρατεύουν ένα μείγμα τεχνικών  και γενικών  επιχειρημάτων, από τον εντοπισμό μιας καθυστέρησης στην έκδοση ενός δευτερεύοντος εγγράφου έως και την επίκληση γενικών αρχών – όπως η αειφορία – που όντας γενικές μπορούν να προσαρμόζονται σε κάθε περίπτωση.

 

Αν βρεθούν οι δέκα χιλιάδες ευρώ που στοιχίζουν τα παράβολα στο ΣτΕ, τότε οποιαδήποτε υπόθεση μπορεί να προσβληθεί, κι αν η αναίρεση δεν εκπέσει, μπορεί να καθυστερήσει για μήνες, έως και χρόνια την όποια επένδυση, ανεξαρτήτως μεγέθους και σημασίας.  Το αποτέλεσμα είναι ότι εκτός από το πάγωμα των επενδύσεων, έχει αναπτυχθεί με τον καιρό μια ολόκληρη “βιομηχανία” παραγωγής ακυρωτικών πράξεων, ενώ από την άλλη μεριά, δηλαδή των επενδυτών, η έγνοια δεν είναι να συνεργαστούν με τις αρχές για την άρση  των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, αλλά το πως θα ξεγελάσουν το ΣτΕ.

 

Πέραν όμως αυτών, με τα χρόνια, παράγεται η και μια άλλη, μείζων στρέβλωση. Το ΣτΕ από παράγων ελέγχου των στρατηγικού τύπου προβλέψεων του Συντάγματος, γίνεται ο ρυθμιστής της καταλληλότητας της εκάστοτε διοικητικής ή εκτελεστικής πράξης, ακόμη και της πιο μικρής και της πιο ασήμαντης: αν η πλακόστρωση της πλατείας έγινε με τα κατάλληλα υλικά. Αντιστοίχως, και η ευθύνη του εκάστοτε ελέγχου, απομακρύνεται από τα αρμόδια διοικητικά όργανα – αυτοδιοίκηση, υπουργείο, αστυνομία, δασαρχείο, πολεοδομία κτλ. – και εκχωρείται στο ΣτΕ το οποίο πλέον κάνει τα πάντα: από εξειδικευμένες μελέτες (για δική του γνώση) που αφορούν στη σχέση των ανεμογεννητριών με τον ...μαυροπετρίτη  έως αρχιτεκτονικά υπομνήματα για το ύψος των ορόφων του συγκροτήματος Αλατίνη (έργο που εν τέλει ακυρώθηκε).  

 Υπό τον φόβο λοιπόν του ΣτΕ και υπό την απειλή  του πολέμου των “συλλογικοτήτων” των υποστηριζομένων από το  “πράσινο” μέτωπο Σύριζα με ολίγον ΚΙΝΑΛ, το υπουργείο και η κυβέρνηση,  καταφεύγουν στην “εύκολη” λύση, της θωράκησης της διοίκησης με έναν ακόμα νόμο “ευκαιρίας” μήπως και ησυχάσει το κεφάλι τους. Που δεν θα ησυχάσει εφόσον η αντιπαράθεση έχει πολιτικά και όχι περιβαλλοντικά κίνητρα και τα όργανα διακυβέρνησης (gov) δεν κάνουν τη δουλειά τους. 

 Κατά τα άλλα, όπως ανέφερα και παραπάνω, ο ψηφισθείς νόμος συνεχίζει την παράδοση δεκαετιών, που θέλει τους νόμους όχι να θέτουν τις γενικές αρχές της λειτουργίας του κράτους και της κοινωνίας των πολιτών, αλλά να τακτοποιούν εκκρεμότητες που όφειλαν να επιλύονται σε άλλα επίπεδα. Μαζί δηλαδή με τα σοβαρά θέματα της αδειοδότησης των ενεργειακών μονάδων, έρχεται και το άρθρο περί της 4μηνης παράτασης της σύμβασης κάποιων εργαζομένων σε υπηρεσίες του ...ΔΕΔΔΗΕ. Κοντά στη ρύθμιση των φορέων διαχείρισης των προστατευόμενων περιοχών, παρισφρύει ένα άρθρο για την ...εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του ΙΓΜΕ κ.ο.κ.  Αυτά, όχι μόνο δημιουργούν μια εντύπωση προχειρότητας στον τρόπο με τον οποίο ασκείται η κυβερνητική (ιδιαίτερα η υπουργική πολιτική) αλλά συχνά δημιουργούν βάσιμες υποψίες για διευθετήσεις χαριστικού χρακτήρα.

 

Δεν χρειάζεται κύριε υπουργέ, νόμος για την άνευ αδείας διέλευση/εγκατάσταση προσωρινών ερευνητικών γεωτρύπανων από οικόπεδα του δημοσίου – να ένα απ τα ζητήματα που δημιουργήθηκαν και διογκώθηκαν επικοινωνιακά με αφορμή τους υδρογονάνθρακες της Ηπείρου.  Αυτά τα θέματα θα έπρεπε να ρυθμίζονται αυτομάτως από τα όσα διέπουν τα ειδικά δημόσια έργα και να μην δίνουν τροφή σε άσκοπες αντιπαραθέσεις. Δεν εννοώ την αντιπαράθεση με το Σύριζα, ο οποίος άλλωστε συνέγραψε τις συμβάσεις με τις εταιρείες πετρελαίων, αλλά τις αντιπαραθέσεις με τις περιβαλλοντικές οργανώσεις που αμέσως έθεσαν θέμα ασυμβατότητας της εν τη πράξει ενεργειακής πολιτικής, με τα όσα θεωρητικά εξαγγέλονται από την κυβέρνηση για την προστασία του κλίματος.  Αλλά αυτή είναι μια άλλη, σοβαρή, συζήτηση και αδικείται όταν διεξάγεται παρεμπιπτόντως.

 

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ