Μια Νέα Αντίληψη Για Την Πολιτική Συνοχής Της Ε.Ε. Της Επόμενης Ημέρας



Η κρίση του κορωνοϊού έφερε στην επιφάνεια πολλές αδυναμίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης· αδυναμίες οικονομικές, πολιτικές, θεσμικές. Μαζί τους ανέδειξε και ένα σοβαρό έλλειμμα, στο οποίο θα μπορούσαν να αποδοθούν σε σημαντικό βαθμό οι αδυναμίες αυτές: το έλλειμμα της συνοχής μεταξύ των ευρωπαϊκών κοινωνιών, μεταξύ των Eυρωπαίων πολιτών.

Η οικονομική, κοινωνική και εδαφική συνοχή ήταν και παραμένει ένα από τα μεγάλα ζητούμενα της διαδικασίας της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Υπό τη μορφή της μέριμνας για αρμονική ανάπτυξη και μείωση των περιφερειακών ανισοτήτων, η έννοια της συνοχής, έστω και χωρίς να κατονομάζεται, απαντάται ήδη στο προοίμιο της Συνθήκης της Ρώμης, όπου οι υπογράφοντες ηγέτες των κρατών-μελών δηλώνουν την πρόθεσή τους "να ενισχύσουν την ενότητα των οικονομιών τους και να προωθήσουν την αρμονική τους ανάπτυξη, μειώνοντας τις υφιστάμενες ανισότητες μεταξύ των διαφόρων περιοχών και την καθυστέρηση των λιγότερο ευνοημένων". Έκτοτε, έστω και αν ο όρος "συνοχή" εμφανίστηκε για πρώτη φορά μόλις το 1987 στην Ενιαία Πράξη, η προώθησή της αποτέλεσε αντικείμενο πολλών διασκέψεων κορυφής, εκθέσεων, διαρθρωτικών ταμείων, κανονισμών, προγραμμάτων. Εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ δαπανήθηκαν μέχρι σήμερα για την προώθησή της και οι δαπάνες για τη συνοχή εξακολουθούν να αντιπροσωπεύουν περίπου το ένα τρίτο του προϋπολογισμού της Ε.Ε. 

Εν τούτοις, η πολιτική της συνοχής ταυτίστηκε ουσιαστικά με τη μείωση των περιφερειακών ανισοτήτων. Πράγματι, ακόμη και σήμερα, η εν ισχύ Συνθήκη της Λισαβόνας υπαγορεύει μεν στο άρθρο 174 ότι "Η Ένωση, προκειμένου να προαχθεί η αρμονική ανάπτυξη του συνόλου της, αναπτύσσει και εξακολουθεί τη δράση της με σκοπό την ενίσχυση της οικονομικής, κοινωνικής και εδαφικής της συνοχής", αλλά αμέσως παρακάτω, στο ίδιο άρθρο, διευκρινίζει ότι "Η Ένωση αποσκοπεί, ιδιαίτερα, στη μείωση των διαφορών μεταξύ των επιπέδων ανάπτυξης των διαφόρων περιοχών και στη μείωση της καθυστέρησης των πλέον μειονεκτικών περιοχών".

Είναι όμως μόνο αυτό η συνοχή; Αφορά μόνο τη μείωση των διαφορών μεταξύ των επιπέδων ανάπτυξης των περιφερειών, ή είναι κάτι πολύ ευρύτερο, η εδραίωση δηλαδή ενός δεσμού που θα συνδέει τους Eυρωπαίους πολίτες μεταξύ τους, τους Eυρωπαίους πολίτες που θα μοιράζονται τις ίδιες αξίες, θα συστρατεύονται για να επιτύχουν κοινούς στόχους και θα απολαμβάνουν τους καρπούς της κοινής προσπάθειας; Η εμπειρία της κρίσης του κορωνοϊού δίνει αβίαστα την απάντηση στο ερώτημα και, ταυτόχρονα, αναδεικνύει την ανεπάρκεια της πολιτικής που ακολουθήθηκε μέχρι σήμερα. Η οποία πολιτική δεν κατόρθωσε καν να μειώσει τις περιφερειακές ανισότητες και σε καμιά περίπτωση δεν επέτρεψε να προσεγγισθεί η συνοχή ως affectio societatis της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τα δείγματα απουσίας συνοχής στην Ε.Ε. προϋπήρχαν της κρίσης του κορωνοϊού: Brexit, άνοδος λαϊκισμού και ακροδεξιάς, "ανελεύθερες δημοκρατίες" μέσα στην Ε.Ε., κίτρινα γιλέκα. Το έλλειμμα όμως συνοχής, το οποίο παίρνει απειλητικές, αν όχι και διαλυτικές, διαστάσεις για την ΕΕ, αναδείχθηκε σε όλη του την έκταση κατά την κρίση του κορωνοϊού: Έτσι, με το ξέσπασμα της κρίσης, για πρώτη φορά συγκροτούνται, σχεδόν επισήμως, ομάδες κρατών-μελών οι οποίες, "αποσπώμενες" από τη διαδικασία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, συνασπίζονται και υπογράφουν κοινές δηλώσεις και επιστολές, είτε για να καταδικάσουν -και ορθώς- το κλείσιμο του κοινοβουλίου στην Ουγγαρία, είτε για να απαιτήσουν -δικαιολογημένα- επαρκή δημοσιονομική απάντηση της Ένωσης στην κρίση, είτε για να διασφαλίσουν την επιβίωση του φιλόδοξου Green Deal. Για πρώτη επίσης φορά δύο σημαντικοί Επίτροποι, ο Γάλλος Τ. Μπρετόν και ο Ιταλός Π. Τζεντιλόνι σπάνε την παράδοση της συλλογικής λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και "αυτονομούμενοι" ζητούν, με κοινό άρθρο τους, τη δημιουργία ευρωπαϊκού ταμείου το οποίο θα εκδίδει μακροπρόθεσμα ομόλογα. Ο Ιταλός πρωθυπουργός απειλεί σχεδόν ευθέως με αποχώρηση της χώρας του από την Ε.Ε., αν αυτή δεν αναλάβει ικανοποιητικές πρωτοβουλίες αντιμετώπισης της παρούσας κρίσης και ο Γάλλος πρόεδρος Μακρόν επισείει τον κίνδυνο της διάλυσης της Ε.Ε., αν οι ευρωπαϊκές χώρες δεν θεσπίσουν ένα ταμείο διάσωσης που μπορεί να εκδώσει κοινό χρέος για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της πανδημίας. Μέχρι και ο Πάπας Φραγκίσκος κάλεσε την Ευρώπη να υιοθετήσει καινοτόμες λύσεις, υπονοώντας και αυτός το περιπόθητο ευρωομόλογο. Ενώ και ο Γιούργκεν Χάμπερμας διερωτάται "σε τι χρειάζεται λοιπόν η Ε.Ε. αν δεν αποδείξει, στην εποχή του κορωνοϊού, ότι οι Ευρωπαίοι μάχονται από κοινού για ένα κοινό μέλλον;".

Θα ερωτήσει ο καλόπιστος αναγνώστης: Δεν θα παρουσιάζονταν αυτά τα φαινόμενα αν υπήρχε συνοχή μεταξύ των κοινωνιών και των πολιτών της ενωμένης Ευρώπης; Η απάντηση είναι ότι, αν ήταν ανεπτυγμένη η συνοχή, ακόμη και αν αυτή κλονιζόταν από μια τέτοιου μεγέθους κρίση, αντίστοιχα φαινόμενα θα είχαν πολύ μικρότερη έκταση και ένταση.

Ανεπτυγμένη συνοχή στην Ε.Ε. θα σήμαινε ότι ο Γερμανός ή ο Ολλανδός φορολογούμενος θα είχαν συνειδητοποιήσει ότι ανήκουν σε ένα ευρύτερο σύνολο με κοινές αξίες και κοινούς στόχους και ότι η συναντίληψη στην αντιμετώπιση κοινών προβλημάτων είναι προϋπόθεση για την ύπαρξη όχι μόνο αυτού του συνόλου αλλά και για την ίδια την οικονομία της χώρας του και, εντέλει, για τη διασφάλιση του δικού του προσωπικού συμφέροντος. Στην περίπτωση αυτή η κυβέρνησή του δεν θα μπορούσε να επικαλείται την αντίδραση των φορολογουμένων πολιτών της ως μία από τις βασικές αιτίες της άρνησής της για κοινή αντιμετώπιση της κρίσης· αντίθετα θα είχε την υποστήριξή τους και ίσως συναινούσε στην ανάληψη κοινής δράσης και κοινών υποχρεώσεων με τη μορφή είτε κορωνο-ομολόγου, είτε άλλου εργαλείου, είτε ακόμη με τη μορφή της αύξησης του προϋπολογισμού της Ε.Ε. Και τότε δεν θα χρειάζονταν οι θεσμικά επιζήμιες "ομαδοποιήσεις" και "αυτονομήσεις" των τελευταίων εβδομάδων.

Όμως, το "έλλειμμα" συνειδητοποίησης και συναντίληψης των Eυρωπαίων πολιτών δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί όσο η πολιτική συνοχής παραμένει εγκλωβισμένη στη μείωση των περιφερειακών ανισοτήτων ή στον ρόλο της ως αντισταθμίσματος στη λειτουργία της Ενιαίας Αγοράς ή της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης. Όσο, δηλαδή, αφορά τους πολίτες των χωρών με καθαρό όφελος από τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό και αφήνει απέξω τη μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών των χωρών που συνεισφέρουν σε αυτόν (net contributors). Δεδομένου δε ότι η πολιτική τάξη των χωρών που συνεισφέρουν αποφεύγει να εξηγήσει τα οφέλη από τη λειτουργία της ενιαίας αγοράς, ο φορολογούμενος του ευρωπαϊκού Βορρά θα μπορέσει να αισθανθεί ότι η πολιτική της συνοχής και η ίδια η Ευρώπη τον αφορά και θα την υποστηρίξει μόνο εάν ο ίδιος απολαύσει άμεσα κάποια από τα οφέλη της.

Αυτό σημαίνει ότι μια νέα πολιτική συνοχής δεν θα πρέπει να εγκλωβίζεται στη μείωση των περιφερειακών ανισοτήτων ούτε να περιορίζεται σε ρόλο αντισταθμίσματος της ενιαίας αγοράς ή της ΟΝΕ. Θα πρέπει να επεκταθεί σε νέους τομείς και περιοχές που θα αφορούν όσο το δυνατόν περισσότερους Ευρωπαίους πολίτες και να "κοινοτικοποιήσει" μια σειρά από δράσεις που σήμερα είναι στην ευθύνη των κρατών-μελών. Ο Γερμανός ή ο Ολλανδός πολίτης θα υποστηρίζει την πολιτική συνοχής όταν γνωρίζει ότι μέρος των υποδομών και λειτουργιών που τον εξυπηρετούν σε θέματα π.χ. μεταφορών, εκπαίδευσης, πολιτισμού ή υγείας, μέρος των δράσεων αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, μέρος των δαπανών εκσυγχρονισμού της επιχείρησής του καλύπτεται από πόρους της πολιτικής αυτής, ότι μέρος της καθημερινότητάς του συναρτάται θετικά με την πολιτική αυτή.

Μα, θα παρατηρήσει ο καλόπιστος αναγνώστης, αυτό απαιτεί πολύ περισσότερους πόρους για την πολιτική συνοχής και, κατά συνέπεια, δραματική αύξηση του συνόλου του προϋπολογισμού της Ε.Ε., σε μια περίοδο που μέχρι πριν δυο μήνες υπήρχε σφοδρή σύγκρουση για το αν αυτός θα αντιπροσωπεύει το 1,1% ή το 1,07 % του ΑΕΠ της Ε.Ε.! Η απάντηση είναι ότι προφανώς θα χρειαστούν πολύ περισσότεροι πόροι για τη συνοχή και πολύ μεγαλύτερος συνολικός προϋπολογισμός.

Ο πολύ μεγαλύτερος προϋπολογισμός φαίνεται ότι είναι εφικτή προοπτική, όπως κατ? αρχήν συνάγεται από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 23ης Απριλίου. Φροντίζει γι? αυτό η κρίση του κορωνοϊού. Στο χέρι των ηγετών των χωρών της Ε.Ε. είναι να επιφυλάξουν στη συνοχή ένα ικανό μερίδιο από αυτή την αύξηση.

Η απόφαση για αύξηση των πόρων του προϋπολογισμού αλλά και των πόρων συνοχής θα δώσει απάντηση σε ένα δίλημμα: Θέλουμε να αντιμετωπίσουμε, ως κράτη-μέλη αλλά και ως πολίτες της Ε.Ε., ενωμένοι τις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες της κρίσης του κορωνοϊού και ταυτόχρονα να είμαστε έτοιμοι οικονομικά, πολιτικά και θεσμικά για την αντιμετώπιση παρόμοιων -ή και χειρότερων- κρίσεων, ή θα τραβήξει ο καθένας μας τον μοναχικό του δρόμο με σχεδόν βέβαιο μεσοπρόθεσμο τίμημα την αποσάθρωση της Ε.Ε. και την εξασθένιση έως πλήρη αμφισβήτηση δημοκρατικών αξιών και θεσμών;

Ακόμη όμως και αν κριθεί ότι η αναμενόμενη γενναία αύξηση του προϋπολογισμού δεν μπορεί να αυξήσει επαρκώς και τους πόρους συνοχής, υπάρχει δυνατότητα η αύξηση των πόρων συνοχής να προέλθει από αύξηση των εθνικών συνεισφορών στον προϋπολογισμό της Ε.Ε., χωρίς αυτό να συνεπάγεται ισοδύναμη αύξηση του “καθαρού υπολοίπου” (δηλαδή της διαφοράς μεταξύ συνεισφοράς και εισπράξεων από την Ε.Ε.) των net contributors. Και αυτό μπορεί να επιτευχθεί με τον ακόλουθο τρόπο: Το μεγαλύτερο μέρος της πρόσθετης συνεισφοράς των net contributors, επειδή θα πρέπει να καλυφθεί πολύ μεγαλύτερο τμήμα πολιτών τους, θα επιστρέφει στους ίδιους ως ευρωπαϊκή χρηματοδότηση προγραμμάτων και έργων που σήμερα χρηματοδοτούνται από εθνικούς πόρους. Επομένως, θα μεταβάλλεται ελάχιστα το "καθαρό υπόλοιπό" τους. Από ταμειακή δηλαδή άποψη η διαφορά θα είναι μικρή· τόση όση θα χρειάζεται για περαιτέρω ενίσχυση των σήμερα ωφελουμένων από την πολιτική συνοχής που, μεταξύ άλλων, θα θιγούν περισσότερο από ορισμένα μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης, όπως οι παρεκκλίσεις από το καθεστώς κρατικών ενισχύσεων. Οι παρεκκλίσεις αυτές, που μπορεί να συνεχίσουν να ισχύουν και μετά την κρίση, για την αντιμετώπιση των νέων συνθηκών του παγκόσμιου ανταγωνισμού, ευνοούν δυσανάλογα πολύ τις επιχειρήσεις των ισχυρών οικονομικά κρατών. Επομένως, οι λιγότερο ισχυρές οικονομικά χώρες, θα χρειαστούν ως αντιστάθμισμα μια επιπλέον χρηματοδοτική υποστήριξη.

Η υιοθέτηση της πρότασης αυτής θα μπορεί να διασφαλίσει τη διατήρηση του ύψους των πόρων συνοχής ακόμη και στην περίπτωση που ο προϋπολογισμός της ΕΕ επανέλθει μετά από δύο ή τρία χρόνια σε επίπεδα κοντά στα σημερινά. Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με όσα ανέφερε η πρόεδρος της Επιτροπής μετά την τηλεδιάσκεψη των ηγετών της 23ης Απριλίου, η αύξηση του προϋπολογισμού στο 2% του Ακαθάριστου Εθνικού Εισοδήματος της Ε.Ε. θα ισχύσει μόνο για 2-3 χρόνια (αν και θα είναι πολιτικά πολύ δύσκολο να επανέλθει ο προϋπολογισμός σε κατώτερα επίπεδα μετά την πάροδο της περιόδου αυτής).

Και στις δύο περιπτώσεις, άμεσοι αποδέκτες της πολιτικής της συνοχής θα είναι πλέον η μεγάλη πλειονότητα των Ευρωπαίων πολιτών και αυτό, όπως εξηγήθηκε παραπάνω, είναι προϋπόθεση για να υπάρξει πραγματική συνοχή μεταξύ των ευρωπαϊκών κοινωνιών και των Ευρωπαίων πολιτών, η συνοχή που σήμερα λείπει.

Μήπως οι προτάσεις αυτές παραπέμπουν σε πορεία ομοσπονδοποίησης της Ε.Ε.; Ίσως. Μήπως είναι όνειρο εαρινής νυκτός; Ενδεχομένως. Όμως "το Κτήνος των γεγονότων έρχεται", όπως πρόσφατα επισήμανε ο πρόεδρος Μακρόν. Και αυτό ίσως επιταχύνει απρόβλεπτα τις εξελίξεις.



dianeosis.org



 

 

 

 

 

 

 

 

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ