Η αυταπάτη του ευρωομόλογου


Η άμεση εκταμίευση ενός αξιοσέβαστου ποσού (500 δις ευρώ) έκαμψε τελικά τις αντιρρήσεις των κυβερνήσεων που ζητούσαν επιτακτικά την έκδοση του κορωνοομόλογου. Ήταν ουσιαστικά το γενναίο αντάλλαγμα απέναντι στο αίτημα των χωρών του νότου - και όχι μόνον - να μπορέσουν να χρηματοδοτήσουν την οικονομία τους, για την αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας, με την εγγύηση της ΕΚΤ. 


Θα ήταν μια ακόμα τονωτική ένεση στην Ελληνική οικονομία, μετά την ένταξή της στην ποσοτική χαλάρωση και την αποδοχή των ομολόγων της ως εγγυήσεων από την ΕΚΤ, που καλείται να ξεπεράσει ένα δεύτερο μεγάλο σκόπελο μετά την 10χρονη οικονομική κρίση.


Η αλήθεια είναι ωστόσο ότι η ιδέα της έκδοσης ενός ευρωομόλογου ήταν καταδικασμένη από την αρχή. Και δεν οφείλεται τόσο στην έλλειψη κατανόησης ή αλληλεγγύης από την πλευρά των χωρών που φάνηκαν ανυποχώρητες σε μια τέτοια εκδοχή ως οικονομική διέξοδο για την αντιμετώπιση της κρίσης του κορωνοιού. 


Η έκδοση ευρωομόλογου μπορεί να είναι επιτυχής όταν γίνεται από την κεντρική τράπεζα μιας χώρας ή μιας ομοσπονδιακής δομής που ακολουθεί ενιαία οικονομική πολιτική. Δεν είναι όμως ρεαλιστική όταν το ομόλογο αυτό πρόκειται να το διαχειριστούν ταυτόχρονα οι κυβερνήσεις, οι υπουργοί και τα οικονομικά επιτελεία 27 διαφορετικών χωρών με διαφορετικές προτεραιότητες και ανάγκες, τη στιγμή μάλιστα που στις κυβερνήσεις αυτές συμμετέχει όλο το φάσμα των πολιτικών δυνάμεων της Ευρώπης από την άκρα Δεξιά ως την άκρα Αριστερά με εντελώς διαφορετικές αντιλήψεις και νοοτροπίες.


Θα έπρεπε επομένως, όλοι όσοι καταριούνται την Ενωμένη Ευρώπη και την καταγγέλλουν για αναλγησία, να εργάζονται συστηματικά για την προώθηση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και όχι να προβλέπουν - και να κάνουν ότι μπορούν για - τη διάλυσή της. Η πανδημία αποτέλεσε μια ακόμη αφορμή να συνειδητοποιήσουμε ότι μια Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις ολοένα και πιο συχνές ποικιλόμορφες κρίσεις και να σταθεί με αξιώσεις στον νέο παγκόσμιο συσχετισμό δυνάμεων.


ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ