Caryl Ferey (1967-) ΜΑΠΟΥΤΣΕ

Μετάφραση (από τα Γαλλικά) Αργυρώ Μακάρωφ – ΑΓΡΑ, 2013)

MAPUCHE

Gallimard Serie Noire (2012)

 

Κριτικές Σημειώσεις: Τίτα Πετράκου


Το “Μαπούτσε” είναι ένα απολύτως πολιτικό – κοινωνικό μυθιστόρημα, όπου ο αστυνομικός μύθος χρησιμοποιείται ως όχημα και πρόσχημα. Εντάσσεται λοιπόν στο πλαίσιο της αστυνομικής λογοτεχνίας, που έχει κάνει την ιστορική στροφή προς τον πολιτικο-κοινωνικό περίγυρο, ήδη μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Γάλλος Caryl Ferey γράφει έναν αστυνομικό μύθο, με ομολογουμένως αριστοτεχνική πλοκή και σκηνή το Μπουένος Άιρες, τις πάμπες της Αργεντινής, και τα εθνικά πάρκα των Άνδεων,  έναν αστυνομικό μύθο πλήρως ενταγμένο στο αργεντίνικο πολιτικο-κοινωνικό πλαίσιο.

 

Ο Ferey, όπως φαίνεται από το βιογραφικό του, έχει ζήσει πολλές περιπέτειες, έχει επίσης δουλέψει πολλά χρόνια ως δημοσιογράφος για το γαλλικό περιοδικό Routard. Το “Μαπούτσε” έχει βραβευθεί από το εγκυρότατο Lire, ως το καλύτερο αστυνομικό του έτους 2012, έχει επίσης τιμηθεί με το Landereau Polar 2012 και με το Goutte de sang d’encre 2012. Επίσης, πρόκειται να γυριστεί σε κινηματογραφική ταινία, σε σενάριο του Ferey.  .

 

Το εγχείρημα αυτό του Ferey, όπως φαίνεται και από τη βιβλιογραφία που παρατίθεται στο τέλος της έκδοσης βασίζεται σε εξαντλητική έρευνα και τούτο γίνεται αισθητό στο κείμενο, όπου, ανάμεσα στις αφηγηματικές ενότητες και τους διαλόγους που είναι απαραίτητοι για την εξέλιξη του αρκετά περίπλοκου αστυνομικού μύθου, παρεμβάλλονται περιγραφές καθώς και πληροφορίες ιστορικού, κοινωνικού και πολιτικού χαρακτήρα και όχι μόνο.  Περιγραφές της πάμπας, του δέλτα όπου συμβάλλουν οι δύο μεγάλοι ποταμοί της Αργεντινής, των Άνδεων και των φαραγγιών τους, του αστικού τοπίου του Μπουένος Άιρες … απίστευτα πολλές και λεπτομερείς – έως και εξαντλητικές περιγραφές.

 

Ο τίτλος του βιβλίου : “Μαπούτσε”

Mapouto

Τι σημαίνει ο τίτλος;  Οι Μαπούτσε (Μαπού = Γη / Τσε = Άνθρωπος) είναι γηγενής πληθυσμός της Νότιας Αμερικής, αριθμούν σήμερα περίπου 1,5 εκατομμύριο στην Αργεντινή, αλλά πάνω από 6 εκατομμύρια στη Χιλή. Ιστορικά, υπήρξαν θύματα επιχειρήσεων των Ισπανών κονκισταδόρες (16ος αιώνας), αλλά και των διώξεων από την χούντα του Πινοσέτ (1973-1990), στη Χιλή. Στο μεσοδιάστημα, και πιο συγκεκριμένα στη δεκαετία του 1870, υπέστησαν τις συνέπειες της “Κατάκτησης της Ερήμου”, μιας Αργεντίνικης έμπνευσης εκστρατείας που στόχευε στην εξολόθρευση των Ινδιάνων του Νότου.

 

Ο τίτλος αναφέρεται στην ηρωίδα του έργου, τη Ζανά, η οποία είναι γλύπτρια και γόνος της φυλής των Μαπούτσε.

 

Η ιστορία την οποίαν αφηγείται ο Ferey

 

Ο μύθος έχει τις ρίζες του στην εποχή της χούντας του Βιντέλα (1976-1983) και πιο πριν ακόμη, και η δράση εκτυλίσσεται στην εποχή που γράφεται το βιβλίο, όταν η σημερινή πρόεδρος της Αργεντινής Κριστίνα Κίρχνερ έχει διαδεχθεί τον σύζυγό της μετά τον θάνατό του.

 

Δύο φόνοι:

Μία γυναίκα που την πετούν δεμένη από ένα αεροπλάνο στη θάλασσα κι ένας τραβεστί που βρίσκεται ειδεχθώς δολοφονημένος στο λιμάνι.

Η εκ των δύο κεντρικών ηρώων του βιβλίου, Ζανά, γλύπτρια, καταγόμενη από τους γηγενείς Μαπούτσε, ερευνά για το φόνο του τραβεστί Λους, προς χάρη του άλλου τραβεστί και φίλης της, της Πάουλα.

Ο έτερος κεντρικός ήρωας, ο Ρουμπέν Καλδερόν, ιδιωτικός ερευνητής στρατευμένος στην αναζήτηση βασανιστών της χούντας και στη διερεύνηση της τύχης αγνοούμενων, αναζητά τη Μαρία,  εξαφανισμένη κόρη του μεγαλοεργολάβου Καμπάλλο, κατά προτροπή του φίλου του Κάρλος, δημοσιογράφου και συνεργάτη των Μητέρων και των Γιαγιάδων της Πλατείας του Μάη (Las Madres de Plaza de Mayo) και, εν συνεχεία, κατ’ ανάθεση του φίλου και πατέρα του παιδιού που περίμενε η Μαρία, του ροκ σταρ Τζο Πρατ.

 

Και οι δύο κεντρικοί ήρωες, η Ζανά κι ο Ρουμπέν, έχουν υπάρξει θύματα των οργάνων της χούντας. Και κατά τον αγριότερο τρόπο. Έχουν χάσει αγαπημένους τους και έχει παραβιασθεί βάναυσα η προσωπικότητά τους.

 

Κατά την αναζήτηση αυτή -στην οποία κάποια στιγμή συναντώνται, συνεργάζονται και καταλήγουν ν’ αγαπήσουν βαθιά ο ένας τον άλλον- συνεπικουρούνται από τον Κάρλος, τον Πρατ, τις Γιαγιάδες και την Ανίτα, αστυνομικό και παιδική φίλη του Ρουμπέν, καθώς και από κάποιους φίλους σε καίριες υπηρεσίες, όπως στην ιατροδικαστική και σε μία ανεξάρτητη υπηρεσία ανθρωπολογικών μελετών.

 

Έχουν όμως ν’ αντιμετωπίσουν τους φυσικούς αυτουργούς των δύο συγκεκριμένων φόνων, που είναι απλώς τα ενεργούμενα των ζόμπι της χούντας. Έναν μηχανισμό τον οποίον ξύπνησε και έθεσε σε λειτουργία η αναζήτηση, από τη Μαρία, του πραγματικού αδελφού της, με βάση το έγγραφο που έφτασε στα χέρια της χάρη σ’ έναν παπαράτσο.

Σ’ αυτή τη χορεία των εγκληματιών εκπροσωπούνται οι παλιοί γαιοκτήμονες (Ιγνάθιο Τόρρες) οι χουντικοί στρατιωτικοί (στρατηγός Αρδίλες), η καθολική εκκλησία (καρδινάλιος φον Βέρνις) και βεβαίως τα ενεργούμενά τους, μια πλειάδα φονιάδων χουντικής προελεύσεως, με την επίσημη, μεταχουντική αστυνομία να προσφέρει μέσω του επικεφαλής της (Λούκε) την αναγκαία συγκάλυψη.

Ο Ρουμπέν κι η Ζανά, στα πλαίσια της ανακάλυψης και της καταδίωξης όλων αυτών, θα βρεθούν άλλοτε στη θέση του κυνηγού, κι άλλοτε στη θέση του θηράματος.  Τα διάφορα στάδια αυτής της καταδίωξης περιγράφονται με εξαντλητικές και φρικιαστικές λεπτομέρειες, και κορυφώνονται σε τέσσερις σκηνές άφατης βιαιότητας (στην πάμπα με τους ψευδοπικετέρος, στο πλυντήριο με το φόνο της “μάνας” της Πάουλα/Μιγκέλ, στο σπίτι του Πρατ, στο σπίτι του δέλτα με την καταιγιστική σειρά βασανισμών και φόνων και τέλος, με τους ρόλους να αντιστρέφονται, στο πάρκο στις όχθες της λίμνης με τη Ζανά στο ρόλο του θύτη).  Πυροβολισμοί, ξυλοδαρμοί, βασανισμοί, δεκάδες πτώματα … μέχρι την τελική λύση.

Καθώς οι δύο πρωταγωνιστές προχωρούν στην αναζήτησή τους, απαλλάσσονται ο καθένας από την ψυχολογική εμπλοκή του: η Ζανά από την άρνηση να δείξει το στήθος της, το οποίο σταμάτησε να μεγαλώνει όταν οι χουντικοί επιτέθηκαν στο χωριό της και σκότωσαν τον πατέρα της που ήταν ο εκπρόσωπος των χωρικών, ο Ρουμπέν από τον εγκλωβισμό του στην ανάμνηση του φρικαλέου θανάτου της αδελφής του Έλσα και του πατέρα του Ντανιέλ, στη φυλακή της ΣΜΝΑ

Καθώς θα κυνηγούν τους υπαίτιους όλων αυτών και άλλων εγκλημάτων, θα ξεδιπλώσουν και οι δύο, ιδίως όμως η Ζανά, μια πρωτοφανή βιαιότητα και οργή,  που αναπτύσσεται σε κάτι ανάμεσα σε νόμιμη άμυνα και αυτοδικία.

Η ουσιαστική κάθαρση επέρχεται κάπου στην “αρχή του τέλους” του βιβλίου, όταν η μητέρα του Ρουμπέν μαζί με την φίλη της αντιπρόεδρο των Γιαγιάδων και τον Κάρλος, βρίσκουν το στοιχείο που θα οδηγήσει στη δικαιοσύνη όσους εγκληματίες απομένουν.

 

Οι “κακοί” της ιστορίας έχουν διαπράξει τόσα και συνεχίζουν να εγκληματούν τόσο αδίστακτα, που ο αναγνώστης διακατέχεται από ένα δυσάρεστο, αλλά σχεδόν αναπόφευκτο, συναίσθημα ευμενούς ουδετερότητας (τουλάχιστον), απέναντι στην αυτοδικία των Ζανά- Ρουμπέν.

 

Τούτο εξηγείται κάπως και από την έως και συναινετική στάση της αστυνομίας απέναντι στους παράνομους. Σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στο κλασικό αστυνομικό, παρέμβαση της αστυνομίας σχεδόν δεν υπάρχει και όταν υπάρχει είναι τουλάχιστον αμφιλεγόμενη. “Η Αστυνομία της Αργεντινής θεωρούνταν από τον υπόκοσμο και τους γκάνγκστερ αντίπαλη συμμορία …”.  Ίσως αυτό καθιστά και την επιλογή της λύσης της αυτοδικίας από τους δύο πρωταγωνιστές, εύλογη.

 

Ωστόσο οι “μητέρες της Πλατείας του Μάη”, τόσο στο βιβλίο όσο και στην πραγματικότητα, απ’ όσα μαθαίναμε παλιότερα μέσω του Τύπου, επιδίωκαν την τιμωρία των βασανιστών και λοιπών από τη δικαιοσύνη της μεταχουντικής Αργεντινής. Κι αυτό αντιστοιχεί στην ουσιαστική κάθαρση με την ανεύρεση του στοιχείου για τη δίωξη, όπως περιγράφεται από τον Ferey.

 

Τα πρόσωπα

 

Η Ζανά: Όμορφη, νέα, δυναμική. Κάνει γλυπτική με μέταλλο και τσιμέντο, ζει μόνη της και είναι προστατευτική με τη φίλη της Πάουλα/Μιγκέλ. Πολύ ανεξάρτητη και ικανή, οργισμένη, ακραία βίαιη.  Ταυτόχρονα όμως και βαθιά συναισθηματική, πραγματικά αφοσιωμένη στους ανθρώπους, στον έρωτά της, στους φίλους της, ακόμη και στα ζώα (μέσα στο χαμό σκέφτεται ότι θα πεινάσει ο γάτος Λεντζέπ). Επίσης, βαθύτατα πληγωμένη, τραύμα το οποίο έχει εκφραστεί και ψυχοσωματικά, με τη διακοπή της ανάπτυξης του στήθους της.

Είναι επίσης απίστευτα ικανή: τα βγάζει πέρα υπό συνθήκες απόλυτου κινδύνου, σοβαρά τραυματισμένη στο πρόσωπο φέρνει σε πέρας ενέργειες που προϋποθέτουν υπεράνθρωπη φυσική προσπάθεια. Εξ άλλου, επιδεικνύει ικανότητες εκπαιδευμένου κομάντο, όταν διεισδύει στο κτίριο των αρχείων του Ναυτικού, απ’ όπου αφαιρεί επιτυχώς ένα κρίσιμο για την έρευνα έγγραφο.

Η βιαιότητά της, όταν συνδυάζεται με την απελπισία της για τον δοκούμενο θάνατο του Ρουμπέν, ξεπερνάει κάθε άλλη φαντασία πλην εκείνης του συγγραφέα, η οποία είναι ομολογουμένως πλουσιότατη και στο συγκεκριμένο πεδίο.

Η Ζανά παραμένει βίαιη μέχρι την τελευταία φράση του έργου, την οποία ο συγγραφέας την θέλει να απευθύνει στον στρατηγό:

«Σήκω πάνω πουτανόσκυλο».

Νομίζω όμως, κρίνοντας από την (εξαιρετική και κορυφαία) σκηνή της νύχτας που περνάει με τον Ρουμπέν στην πάμπα όπου διαβάζει και το “Λυπητερό Τετράδιο”, ότι το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της είναι ο βαθύς συναισθηματισμός.

 

Ο Ρουμπέν: Πολύ ωραίος, κοντά στα σαράντα πέντε, γοητευτικός, σκληρός, άτεγκτος, χαλκέντερος “κινηματογραφικός” ήρωας στις σκηνές βίας.  Ιδανικός ιδιωτικός ντετέκτιβ, νέου τύπου. Τα οικονομικά του τα έχει ενισχύσει και με “κατασχέσεις” από χουντικούς που ανακάλυψε! Πρωτότυπο. Αγαπάει και προσέχει τη μητέρα του. Κουβαλάει σιωπηλός το βαθύτατο τραύμα από τον φρικιαστικό θάνατο της αδελφής και του πατέρα του, αλλά είναι ικανός για τρυφερά, ειλικρινή αισθήματα, τα οποία δεν διστάζει να δείξει: Δεν κρύβει τη στοργή και τη βαθιά αγάπη του για τη Ζανά, είναι στοργικός κι ευγενικός με τη φίλη του την Ανίτα και πολύ λεπτός μαζί της, στη μη ανταπόδοση του έρωτά της. Είναι γλυκός με τα ζώα, ακόμη και σε στιγμές έντασης. Φεύγοντας από το νεκροταφείο, στην κηδεία της Μαρία, χαϊδεύει το κεφάλι ενός αδέσποτου γάτου που ζητιανεύει χάδια.

Εκπαιδευμένος μαχητής, έχει μελετήσει τα πάντα “για να ανταποδώσει τα χτυπήματα”. Δεν αναζητά, πλέον, τους αγνοούμενους, επειδή ξέρει καλά ότι οι αγνοούμενοι είναι νεκροί.  Αναζητά όμως τους υπεύθυνους για την εξαφάνισή τους. Είναι το οπλισμένο χέρι των Γιαγιάδων (που ασχολούνταν με την αναζήτηση της τύχης των παιδιών των αγνοουμένων).

Έτσι, … καλύτερα να μην τον έχει κάποιος εχθρό του.

Πιο ψυχρός από τη Ζανά, καταφεύγει μάλλον σε χρηστική, παρά σε εκδικητική βία.

Όσο για τις απόψεις του, αυτές εκφράζονται με μια φράση του προς τον φίλο του τον Κάρλος, όταν εκείνος του ζητάει να ερευνήσει για τη Μαρία Καμπάλλο: “Χρήμα, πολιτική, εξουσία, μου ζητάς να χωθώ στα σκατά”.  

 

Οι “καλοί”:

Η Πάουλα/Μιγκέλ, θύμα της χούντας εν αγνοία της και κατά πολλούς τρόπους.

Ο Κάρλος, ο δημοσιογράφος, ένας πολύ θετικός ήρωας με  σύντομο, αλλά καθοριστικό ρόλο.

Η “Δούκισσα” Έλενα Καλδερόν, μια αρχετυπική σύζυγος και μητέρα θυμάτων πολιτικής βίας, με προφανή την αριστοκρατική καταγωγή της.

Η Σουσάνα, φίλη της Έλενα, από την εργατική τάξη, η δραστήρια αντιπρόεδρος των Γιαγιάδων.

Η Ανίτα, η έντιμη αστυνομικός, μορφωμένη, ικανή αλλά “ριγμένη” επαγγελματικά, λόγω φύλου.

Ο Τζο Πρατ, ο ροκ σταρ, ένας περίεργος αλλά καλός τύπος.

Ο Ντανιέλ κι η Έλσα Καλδερόν, πατέρας και αδελφή του Ρουμπέν, αντίστοιχα. Δεν τους συναντά ο αναγνώστης, αλλά τους γνωρίζει μέσα από το (πολύ ωραίο από λογοτεχνικής απόψεως) “Λυπητερό Τετράδιο”.

Η Μαρία κι η Λους/Ορλάντο, τα αρχικά θύματα, περιγράφονται μέσα από τον χώρο της, η μία, και μέσα από τα φανταστικά γράμματα προς τους γονείς του, ο άλλος.

 

Οι “κακοί”:

Αυτοί είναι αμέτρητοι: Ξεκινώντας από τους φονιάδες τύπου Παρίσε και Τόρο και τελειώνοντας στον εστανσιέρο, τον στρατηγό και τον καρδινάλιο, περνώντας από την Ιζαμπέλα Καμπάλλο, τον αδελφό Ζοζέφ και τη Ρόσα, ο συγγραφέας δεν τους εκχωρεί το ελάχιστο ελαφρυντικό, το παραμικρό θετικό στοιχείο, εκτός ίσως από τον Εδουάρδο Καμπάλλο, “πατέρα” της Μαρία, τον οποίο δικαιώνει κάπως μέσω της αυτοκτονίας του.

 

Τα λοιπά, πλην των δύο κεντρικών, πρόσωπα, λειτουργούν εντελώς επικουρικά στην εξέλιξη του μύθου και στην εικονογράφηση των καταστάσεων.

Εν τούτοις και περιγράφονται και “γεμίζονται” σχολαστικά:                  H εμφάνισή τους, οι τρόποι τους, τα επαγγελματικά τους, οι προτιμήσεις τους, οι χώροι τους, το ντύσιμό τους, η προσωπική και δημόσια ιστορία του καθενός τους, ό,τι μπορεί να τους “δημιουργήσει” ώστε να μην είναι “χάρτινοι”, χρησιμοποιείται με φροντίδα και επιτυχία από τον συγγραφέα.

 

Μέσω των προσωπικοτήτων των ηρώων του, εν προκειμένω των “καλών”, ο Ferey εικονογραφεί μία χώρα κι έναν λαό υψηλού επιπέδου, που υφίσταται οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό βιασμό, πέραν πάσης λογικής.

ΔΕΝ μας παρουσιάζει έναν κόσμο χαζοχαρούμενων γλεντοκόπων των μπαρ αφ’ ενός, και εξαθλιωμένων παριών αφ’ ετέρου, που να αποτελούν εύκολα θύματα αυτού του βιασμού. Αντιθέτως, πρόκειται για ανθρώπους επιπέδου. Κι αναρωτιέται κανείς. Πώς έγιναν όλα τούτα;

 

Αναρωτιέμαι αν ο συγγραφέας είναι φιλόζωος, γιατί στο βιβλίο εμφανίζονται σε χαρακτηριστικούς ρόλους γάτες και σκύλοι: Ο γάτος της Μαρία που “ειδοποιεί” για την εξαφάνισή της, το άτυχο σκυλάκι του Ρουμπέν και της αδελφής του, ο παρηγορητικός Νιουάζ της Ανίτα, ο αυτοκρατορικών προδιαγραφών Λεντζέπ του Τζο Πρατ, τέλος, ο θαυμάσιος ως εύρημα Γκαζόιλ αυτόκλητος ως σκύλος της Ζανά.

Η παρουσία τους δίνει κάποιες ανάσες, στο κατά τα λοιπά ιδιαίτερα βαρύ κλίμα του έργου.

 

Κάποιες επισημάνσεις για τον τρόπο γραφής

 

Ο συγγραφέας κάνει πολλές παρεμβολές περιγραφικού ή πληροφοριακού χαρακτήρα.

Η αρετή του έγκειται στο ότι οι παρεμβολές που συνίστανται σε περιγραφές χώρων και προσώπων, στην έκθεση ιστορικών και πολιτικών καταστάσεων, γεγονότων κλπ. δεν γίνονται με τρόπο που να διολισθαίνει στον διδακτισμό, ούτε στην προπαγάνδα. Επίσης, έγκειται στο ότι τμήματα ολόκληρα του βιβλίου, όπως είναι το “Λυπητερό Τετράδιο”, εντάσσονται οργανικά στο σύνολο του κειμένου. Το συγκεκριμένο μάλιστα, το οποίο είναι και ιδιαίτερα εκτεταμένο, “δένει” με την ανάγκη να εξομολογηθεί ο Ρουμπέν στη Ζανά τον βαθύτερο πόνο του, στην εξαιρετική σκηνή της νύχτας τους στο ύπαιθρο, μετά την επίθεση των ψευδοπικετέρος.

Οι παρεμβολές εν τούτοις επιτείνουν την αίσθηση ότι το έργο είναι προϊόν έρευνας: Ιστορικής, κοινωνικής κλπ. Όπως ανέφερα και σε άλλο σημείο, σαν ρεπορτάζ με αστυνομική πλοκή.

Χωρίς αυτό ν’ αποτελεί μειονέκτημα, με οδηγεί στο να χαρακτηρίζω την γραφή του έργου αριστοτεχνική και όχι “αριστουργηματική”.

Νομίζω ότι ο καλλιτέχνης που “δημιουργεί πραγματικότητα” είναι εκείνος που φτιάχνει αριστουργήματα.  Στην περίπτωση του Ferey δεν μιλάμε για αριστούργημα, διότι δεν υπάρχει δημιουργία πραγματικότητας, υπάρχει απλώς αριστοτεχνική απόδοση ενός “φρέσκο” της πολιτικοκοινωνικής πραγματικότητας της Αργεντινής, με εργαλείο τον μύθο.

Στη θέση ενός δημοσιογραφικού ρεπορτάζ, έγραψε ένα μυθιστόρημα.

 

Για παράδειγμα, ολόκληρο το τρίτο κεφάλαιο είναι περιγραφή και ιστορικοπολιτική καταγγελία των μεθόδων της χούντας Βιντέλα και των διαδόχων της -“αντιτρομοκρατικών εφόδων”- εναντίον των κάθε είδους αντιφρονούντων που οδηγούσαν στα “Κέντρα Θεραπείας”, ακριβέστερα σε 340 ενεργά στρατόπεδα εξολόθρευσης, σε όλη τη χώρα.

Ο Ferey κάνει πολύ εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση των διαφόρων πολύπλοκων εγκληματικών ενεργειών που έχουν διαπράξει οι “κακοί” του μυθιστορήματός του:

Αρπαγή της περιουσίας ευκατάστατων αντιφρονούντων, επιβολή σιγής τάφου στους διανοούμενους και λοιπούς αντιφρονούντες, αλλεπάλληλοι φόνοι τους οποίους εξακολουθούν σε συνθήκες δημοκρατίας να διαπράττουν απτόητοι.

 

Ο αστυνομικός μύθος στέκει. Μπορεί να υπερκαλύπτεται από το πολιτικο-κοινωνικό βάρος του έργου, αλλά στέκει: “Ακολουθήστε το χρήμα”, όπου ο Ιγνάθιο Τόρρες, ο πατέρας του δημάρχου Φρανσίσκο Τόρρες ήθελε τα κτήματα της Γκαμπριέλα Βερόν.

Ο Ρουμπέν στον Ιγνάθιο Τόρρες: “«Χρηματοδοτήσατε την πολιτική καριέρα του γιου σας επωφελούμενος απ’ τα κέρδη των κτημάτων που κλέψατε από αγνοούμενους. Το πιστοποιητικό της ΣΜΝΑ που ήρθε στα χέρια της Μαρία Καμπάλλο επειδή κινδύνευε να σας κηλιδώσει, σας ανάγκασε να συγκεντρώσετε τους παλιούς συνενόχους σας για να προστατέψετε τα αγαθά σας που τα αποκτήσατε με τόσο βρόμικο τρόπο.  Εσείς διατάξατε την απαγωγή και τη δολοφονία της Μαρία Καμπάλλο, εσείς διατάξατε αυτές τις ειδεχθείς πράξεις στηριζόμενος στα κυκλώματα των παλιών φίλων σας, με επικεφαλής τον Αρδίλες. Ο Λούκε και οι επίλεκτοι μπάτσοι του πήραν τη διαταγή να κουκουλώσουν την υπόθεση, έστω κι αν έπρεπε να θυσιάσετε ένα από τα καλύτερά σας πιόνια, τον Εδουάρδο Καμπάλλο, του οποίου καθαρίσατε και την κόρη. Τον φίλο του γιου σας. Ωραία ηθική για κάποιον που δεν έχει παρά μόνο αυτή τη λέξη στο στόμα»(σελ. 436).

Προσπαθώντας ο γιος του να καλύψει την ενοχή του πατέρα του, συνεργεί στην συγκάλυψη της δολοφονίας της Μαρία και του Μιγκέλ.

 

Και επίσης, κάθε βήμα στην πλοκή είναι αιτιολογημένο και αποτέλεσμα ψαξίματος από τη Ζανά, τον Ρουμπέν, τις Γιαγιάδες, την Ανίτα, τον Κάρλος…

 

Κάποιες σκέψεις με αφορμή ένα αστυνομικό έργο που εντάσσεται στα πλαίσια του νέου, πολιτικο-κοινωνικού αστυνομικού μυθιστορήματος

 

Έχουμε πει κατά καιρούς για το αστυνομικό ότι βασίζεται στη θεμελιώδη σύγκρουση: Χωρίς σύγκρουση, τι αστυνομική λογοτεχνία να υπάρξει;

Η σύγκρουση βρίσκεται πίσω από την ίδια την ανάγκη της αφήγησης: Κύκλος των Ατρειδών και, κυρίως, Θηβαϊκός Κύκλος, νομίζω ότι είναι τα πρώτα δείγματα αφήγησης που βασίζεται στη θεμελιώδη σύγκρουση.

 

Αλλά για να επιστρέψουμε στο αστυνομικό, μέχρι τη δεκαετία του 1960 κυριαρχούσε το πρότυπο του καλού αστυνομικού, του καλού ιδιωτικού ντετέκτιβ και των κακών εγκληματιών που πήγαιναν φυλακή ή στην ηλεκτρική καρέκλα. Οι κακοί από την “κρατική” πλευρά ήσαν σπάνιοι (τουλάχιστον απ’ όσο θυμάμαι), άντε να ήσαν ανεπαρκείς ή και ηλίθιοι.

 

Στο βιβλίο αυτό, η θεμελιώδης σύγκρουση βρίσκεται τόσο στο καθαρώς αστυνομικό πεδίο, όσο και στο πολιτικο-κοινωνικό.

Οι δολοφόνοι είναι οι καταπιεστές (χουντικοί και οι συν αυτοίς) δηλαδή άνθρωποι που τους ανήκει ή τους ανήκε (και) κρατική εξουσία, ενώ τα θύματά τους είναι οι καταπιεσμένοι από εκείνους.  Όσο για την -σε τέταρτο ρόλο- αστυνομία, όταν δεν είναι ψοφοδεής (Λεδέσμα) είναι συνένοχος για συγκάλυψη (Λούκε).

 

Θα τολμούσα να εντάξω το βιβλίο στη νέα κατηγορία αστυνομικών μυθιστορημάτων, που πλέουν πλησίστια στα χωρικά ύδατα του κοινωνικού και του πολιτικού γίγνεσθαι (Attia, Manchette, Izzo, Ellroy κι από τους δικούς μας ο Μάρκαρης, για να αναφέρω μόνον όσα ονόματα μου έρχονται αυτομάτως στο νου). Εν τούτοις, αυτή η επιλογή κατηγορίας -είδους για το μυθιστόρημα του Ferey, επ’ ουδενί ενέχει οποιαδήποτε πρόθεση, από την πλευρά μου, να τον συγκρίνω με τους προαναφερθέντες (π.χ. με τον Manchette).

 

Εδώ θα ήθελα να κάνω μια μικρή αναφορά στην έκδοση. Η μεν μετάφραση έχει μερικούς κάπως έντονους γαλλισμούς: « …με έστειλε να κόψω ξύλα». Να αναγνωρίσουμε, πάντως, ότι η γλώσσα Ferey πρέπει να βρίσκεται στους αντίποδες της γλώσσας Simenon, άρα και  φορτίο δύστροπο για την Αργυρώ Μακάρωφ, μεταφράστρια του “Mapuche” και παραδοσιακή μεταφράστρια του Simenon. Να σημειώσουμε, επίσης, την αναντιστοιχία των διορθώσεων και της επιμέλειας, με το σύνηθες επίπεδο του εκδοτικού οίκου.

 

Σύντομη αναφορά σε προηγούμενα διαβάσματά μας για τη Λατινική Αμερική

 

Να θυμηθούμε, για λίγο, άλλα βιβλία που αναφέρονται αμέσως ή εμμέσως στη Λατινική Αμερική: Τον J. Ellroy στο “Αμερικάνικο Ταμπλόιντ” και πώς περιγράφει τόσο τους Κουβανούς “αυτοεξόριστους” όσο και τους εκ της CIA και του βορειοαμερικανικού υποκόσμου (και όχι μόνο) προερχόμενους χορηγούς και εκπαιδευτές τους, ενώ τους ενοχοποιεί απερίφραστα για τον “Κόλπο των Χοίρων”, πριν τους ενοχοποιήσει και για τη δολοφονία του Κένεντι, στο επόμενο βιβλίο του.

 

Επίσης, για την κατάσταση και το επίπεδο των καταπιεζομένων στην Κούβα, να θυμηθούμε τους ήρωες του L. Padura στο “Παρελθόν χαμένο στην ομίχλη”: Σημαντικοί άνθρωποι που υπομένουν μια κατάσταση οικονομικής και κοινωνικής καταβαράθρωσης, υπό την δικτατορία του Μπατίστα και την εμπλοκή της Μαφίας, με την CIA ενορχηστρωτή. Για να ακολουθήσει, στο άλλο άκρο, μισός αιώνας   αναποτελεσματικής σοσιαλιστικής διακυβέρνησης, υπό τον F. Castro.

Ο Ferey, πάλι, αναφέρεται στην ευμενή στάση της διακυβέρνησης R. Reagan, έναντι των Αργεντινών δικτατόρων.

 

Το αξιοπρόσεκτο είναι ότι ο σχετικά νέος Γάλλος C. Ferey, ο Λατινοαμερικανός L. Padura και ο Αμερικανός γερόλυκος του πολιτικού αστυνομικού J. Ellroy, συγκλίνουν ως προς τον τρόπο που πολιτεύτηκαν οι ΗΠΑ στη Λατινική Αμερική, την οποία θεωρούσαν ως “πίσω αυλή” τους.

 

Λίγα λόγια για την Αργεντινή, όπως αναδύεται από το βιβλίο  

Ο Ferey διατυπώνει με γλαφυρότητα στην αρχή του τρίτου κεφαλαίου του βιβλίου, σχετικά με την Αργεντινή, αυτό που η Wikipedia αναφέρει πολύ πιο στεγνά:  “Οι Μεξικανοί προέρχονται από τους Ίνκας, οι Κολομβιανοί από τους Μάγια, οι Αργεντινοί από το πλοίο”.

Στους ιστοτόπους αναφέρεται ότι στην σε σχήμα σφήνας αυτή χώρα, που διαμορφώθηκε ως Δημοκρατία της Αργεντινής μόλις κατά το δεύτερο μισό του δέκατου ένατου αιώνα, ζούσαν τουλάχιστον πέντε βασικά φύλα αυτοχθόνων, που αντιμετώπισαν τη βία των αποίκων και κυρίως των Ισπανών και εν συνεχεία Ιταλών τον 16ο αιώνα. Με αποτέλεσμα, σήμερα, να είναι σχετικά λίγοι ως ποσοστό των σχεδόν 42 εκατομμυρίων κατοίκων της Αργεντινής, μετά από την μακροχρόνια πολιτική εξολόθρευσης που ασκήθηκε εναντίον τους.

Ο πληθυσμός της Αργεντινής, κατά τους αιώνες 17ο έως 19ο,  δέχτηκε μετανάστες απ’ όλες σχεδόν τις χώρες της Ευρώπης: Γάλλους, Βρετανούς, Ουαλούς, Γερμανούς, Έλληνες, Ρουμάνους και άλλους.

Όπως μας πληροφορεί ο Ferey (σελ. 45) δέχτηκε επίσης οκτώ χιλιάδες ναζιστές πράκτορες του Άξονα (μεταξύ αυτών Μένγκελε, Μπόρμαν, Άιχμαν), στους οποίους ο Χουάν  Περόν χορήγησε -με το αζημίωτο- διαβατήρια καθώς επίσης (σε άλλο σημείο του βιβλίου) και ικανό αριθμό στρατιωτικών εκπαιδευτών στους οποίους μαθήτευσαν οι Αργεντινοί αστυνομικοί και στρατιωτικοί, εκπαιδευτών προερχόμενων από τον γαλλικό OAS, τη ρατσιστική παραστρατιωτική οργάνωση που δρούσε στην Αλγερία.

Ο Ferey μιλάει, δεν γράφει απλώς, για μια πολύ πλούσια (γεωργική και κτηνοτροφική παραγωγή, ορυκτός πλούτος…) αναπτυγμένη και πολιτισμένη χώρα, που την κατάντησαν τριτοκοσμική, ενδεή και ανίσχυρη και που καταρράκωσαν τον λαό της, έναν λαό που -πέραν των ιδιαίτερων αντιθέσεων που σοβούν στους κόλπους του λόγω του όχι και πολύ μακρινού παρελθόντος στις σχέσεις των εθνοτήτων που τον συναποτελούν– περιγράφεται από τον συγγραφέα ως ένας λαός ΠΟΛΙΤΙΣΜΕΝΟΣ, ΑΞΙΟΠΡΕΠΗΣ και ΕΠΑΡΚΗΣ.

 

Στο κεφάλαιο “Οι πουτάνες στην εξουσία! (Οι γιοι τους την έχουν ήδη)” (αρχή στη σελ. 15), ο Ferey γράφει:

Σε πλήρη απαρτία, η άρχουσα τάξη είχε συμμετάσχει στη ληστεία: πολιτικοί, τραπεζίτες, μεγαλοκτηματίες, ΔΝΤ, οικονομολόγοι, συνδικάτα. Η νεοφιλελεύθερη πολιτική του Κάρλος Μένεμ είχε εγκλωβίσει τη χώρα σ’ έναν θανατηφόρο μηχανισμό, μια ωρολογιακή βόμβα: αύξηση του χρέους, μείωση των δημοσίων δαπανών, ευέλικτο ωράριο εργασίας, απολύσεις, ύφεση, μαζική ανεργία, υποαπασχόληση, μέχρι το μπλοκάρισμα των τραπεζικών καταθέσεων και τον περιορισμό εβδομαδιαίων αναλήψεων σε μερικές εκατοντάδες πέσος. Το χρήμα έκανε φτερά, οι τράπεζες έκλειναν, η μία μετά την άλλη. Διαφθορά, σκάνδαλα, πελατειακές σχέσεις, ιδιωτικοποιήσεις, «διαρθρωτικές προσαρμογές», ανάθεση κεφαλαίων σε τρίτους, ο Μένεμ ο ίδιος, οι διάδοχοί του υπό τις διαταγές των αγορών, και μετά η οικονομική κατάρρευση του 2001-2002 αποτελείωσαν το έργο της καταστροφής του κοινωνικού ιστού που είχε ξεκινήσει με την «Εθνική Διαδικασία Αναδιοργάνωσης» των στρατηγών.

Η κρίση μετατράπηκε σε πτώχευση.  Η Αργεντινή, της οποίας το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν μετά τον πόλεμο ήταν ίσο με της Αγγλίας, είδε την πλειονότητα του πληθυσμού της να πέφτει στο όριο της φτώχειας, και το ένα τρίτο να βυθίζεται κάτω απ΄ αυτό. Απόλυτη εξαθλίωση. Στα σχολεία οι μαθητές λιγοθυμούσαν απ’ την πείνα και για να μπορούν να τρώνε το μοναδικό γεύμα της ημέρας, κατά τη διάρκεια των σχολικών διακοπών, χρειάστηκε να παραμένουν ανοιχτές οι καντίνες.  Στα μπάρριος, τα παιδιά της τενεκεδούπολης Κιλμ συνέκριναν τη γεύση των ψημένων βατράχων με των ποντικών, κάποια έκλεβαν τα σύρματα των τηλεφωνικών γραμμών, τα καλύμματα αλουμινίου που προστάτευαν τα ηλεκτρονικά κυκλώματα απ’ τους σηματοδότες, τις μπρούντζινες επιγραφές των μνημείων…  Η Ζανά είχε δει γριές να γδέρνονται με τα ίδια τους τα χέρια μπροστά στις καγκελόφραχτες πόρτες των τραπεζών, γέρους να κλαίνε σιωπηλά μες στα φθαρμένα κοστούμια τους που τα είχαν φορέσει για την περίσταση, και μετά την οργή του απλού κόσμου: τις πρώτες ταραχές, τις λεηλασίες των σούπερ μάρκετ που τα μήντια τις παρουσίαζαν μάλλον σαν ένδειξη απουσίας ασφάλειας παρά απόγνωσης, …«να φύγουν όλοι και να μη μείνει κανένας!» τις εφόδους των έφιππων αστυνομικών για να διαλύσουν τους διαδηλωτές χτυπώντας τους με καμτσίκια, τις βόμβες μολότωφ, τις πορείες, τους καπνούς, τις τραυματισμένες από τα γκλομπ γυναίκες, τις κόρες τους συρμένες στα πεζοδρόμια, τους πυροβολισμούς πάνω στο πλήθος – τριανταεννιά νεκροί-, το αίμα τους στους δρόμους και στις πλατείες της πρωτεύουσας, τη δικτατορία που επέβαλε ο πρόεδρος Δε λα Ρούα, τις διαρκώς αυξανόμενες διαμαρτυρίες, τους ήχους από τις κατσαρόλες και τις φωνές  – «τη δικτατορία την έχουμε χεσμένη!», το κλείσιμο των δρόμων από τους πικετέρος, τους νέους με τα φουλάρια στα πρόσωπα και τα γυμνά στήθη έτοιμα να δεχτούν τις σφαίρες, τους κυβόλιθους απ’ τους λιθοστρωμένους δρόμους, τις βιτρίνες που θρυμματίζονταν, τους λιθοβολισμούς στα τανκς, τους πίδακες νερού που εκτόξευαν οι υδροφόρες, τις δυνάμεις καταστολής, τις ασπίδες, τις φωνές των μανάδων, τις σημαίες της Αργεντινής που  ξεπρόβαλλαν σε ένδειξη ακλόνητου φρονήματος, το φόβο, τις πυρκαγιές, τις δηλώσεις στην κρατική τηλεόραση, que se vayan todos!, τις δεσμίδες του ρευστού χρήματος που εγκατέλειπαν τη χώρα, φορτηγά ολόκληρα, οκτώ δισεκατομμύρια δολάρια με συνοδεία τεθωρακισμένων, ενώ οι τράπεζες κατέβαζαν τα ρολά τους και τους ζάμπλουτους που κατέφυγαν στο εξωτερικό σε κλιματιζόμενες βίλες, τη δυσοσμία απ’ το γκάζι, τα αναποδογυρισμένα αυτοκίνητα, τις ταραχές εξαιτίας της πείνας, τον μαύρο καπνό απ’ το κάψιμο των ελαστικών, το χάος, τη φυγή με ελικόπτερο του προέδρου Δε λα Ρούα από τη στέγη της Κάσα Ροσάδα, το πλήθος του κόσμου με το μεσαίο δάχτυλο τεντωμένο για να χλευάσει την πανωλεθρία των πολιτικών υπεύθυνων που ο ένας μετά τον άλλον αναγνώριζαν την αποτυχία τους – τέσσερις πρόεδροι σε δεκατρείς μέρες: que se vayan todos! Και να μη μείνει κανένας!(σελ. 15-17).

 

Ο συγγραφέας λοιπόν, ήδη από την αρχή του βιβλίου του, δηλώνει απερίφραστα, μέσα σε δύο “θυελλώδεις” σελίδες, τις απόψεις του για τη σημερινή κατάσταση στην Αργεντινή: O συνδυασμός της δράσης της ντόπιας ελίτ -κορυφαίες, οι χούντες- με εκείνη των πολυεθνικών, του ΔΝΤ και των συναφών, είχε τα ανωτέρω αποτελέσματα.

 

Κλείνοντας το βιβλίο αυτό, αναρωτιέται κανείς πώς μια πλούσια χώρα, με λαό επιπέδου, βρέθηκε στη δίνη τέτοιου χάους.

Ίσως ακριβώς επειδή είναι μία πολύ πλούσια χώρα.

Κάποιοι θέλησαν να αρπάξουν τον πλούτο της, ο δε λαός “επιπέδου” κατελήφθη εξ απήνης.

Αν η αδηφαγία και η βία σε αιφνιδιάσουν κι εσύ δεν είσαι ο Τερμινέιτορ αλλά ο Lorca, σε παίρνει και σε σηκώνει.

Μια χώρα που γέννησε τον Jorge Luis Borges, τον Ernesto Sabato, τον Julio Cortazar, μια χώρα που το 2010 στην Έκθεση Βιβλίου της Φρανκφούρτης αναδείχθηκε πρώτη σε  “εξαγωγή λογοτεχνίας” και για τη λογοτεχνία της οποίας ο Μεξικανός συγγραφέας Carlos Fuentes έγραψε ότι είναι η σπουδαιότερη της Λατινικής Αμερικής, βρέθηκε υπό τον ζυγό αλληλοδιάδοχων πραξικοπημάτων, αυταρχικών καθεστώτων και του …ΔΝΤ.

 

Η πατρίδα του Quino και της “κόρης” του, της Μαφάλντα, έχασε το     -έστω πικρό- γέλιο της και προσπαθεί να συμμαζέψει τα ράκη της.

 

Και όλον αυτόν τον ουρανό, τον καθόλου έναστρο, o Caryl Ferey, ταξιδευτής και συγγραφέας, τον δείχνει αριστοτεχνικά.

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ


ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ: Η Δημοκρατία μεταξύ συγκυρίας και Ιστορίας,

Γιώργος Θ. Τζιας: Ήχος ελικοπτέρου – εκδ. Οροπέδιο

Γιάννης Βούλγαρης: Ελλάδα - Μια χώρα παραδόξως νεωτερική