Γιώργος Θ. Τζιας: Ήχος ελικοπτέρου – εκδ. Οροπέδιο

TZIAS-2Γιώργος Θ. Τζιας – Ήχος ελικοπτέρου
Εκδόσεις – Οροπέδιο
Χρονολογία Έκδοσης Μάιος 2019
ISBN- 978-618-5406-03-5
σελ- 216
Διαστάσεις 21?14
Σειρά – ΔΙΗΓΗΜΑ
Φωτογραφία εξωφύλλου – Παναγιώτης Παπαθεοδωρόπουλος
Επιμέλεια ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ ΑΝΤΩΝΗΣ

 

Οπισθόφυλλο

Το σιδερένιο πουλί ξαναφάνηκε στον ουρανό. Πέταξε χαμηλά, λες και κάτι έψαχνε τώρα μέσα στο ήρεμο νερό. Έκανε δυο-τρεις βόλτες σ’ όλο τον κόλπο, πήρε ύψος και χάθηκε γρήγορα, στα δεξιά του όπως το κοίταγε, προς την μεγάλη αμμουδερή παραλία στην πλευρά του Ρωμανού. «Περίεργα πράγματα» μονολόγησε.

Η σκέψη του δεν έλεγε να ξεφύγει απ’ αυτά που είδε, απ’ αυτά που ένοιωσε, απ’ αυτά που έζησε στον ύπνο του. Είδε καθαρά το μυθικό βασιλιά της περιοχής τον Νέστορα απελπισμένο και γερασμένο, τον Αιγύπτιο σφαγέα Ιμπραήμ πασά, τους ναυαρχαίους των μεγάλων δυνάμεων του δέκατου ενάτου αιώνα, είδε ανθρώπους κάθε εποχής, ένοιωσε ως και τη γκλαμουριά του σημερινού νεοέλληνα. Τα είδε όλα καθαρά, ξάστερα. Είχε την αίσθηση πως τα έζησε, πως συμμετείχε σ’ όλα αυτά τα γεγονότα που έγιναν σ’ αυτό το τοπίο πίσω στο βάθος του χρόνου, πριν από χιλιάδες χρόνια. Ένοιωσε ότι το ελικόπτερο, που φάνηκε ξανά στον ορίζοντα και έκανε κύκλους από πάνω του, κοίταζε αποκλειστικά αυτόν και μάλιστα με περίσσια επιμονή. Τον παρατηρούσε από ψηλά, σαν αποφυλακισμένο υπό επιτήρηση, έλεγχε τις κινήσεις του και μ’ ένα περίεργο μεταφυσικό τρόπο καθοδηγούσε και επηρέαζε τη σκέψη του.

«Άντε στο γέρο διάολο» φώναξε δυνατά αυτή τη φορά και τινάχτηκε ορθός. Τέντωσε το κορμί του και σαν να μιλούσε σ’ ακροατήριο φώναξε δυνατά:

«Τι μαλακίες είναι τούτες που γέννησε το μυαλό και η φαντασία μου. Από πού και ως πού μου σφηνώθηκαν όλα αυτά στο κεφάλι και μάλιστα στα καλά του καθουμένου;»
Απόσπασμα

..Ένιωσε το χέρι της Πριγκίντα ν’ απλώνεται στο στήθος του. Μισάνοιξε τα μάτια και την είδε κουρνιασμένη στο πλάι να κοιμάται. Ήρεμο πρόσωπο, γαλήνιο και στα χείλη της, σαν ζωγραφιά της Αναγέννησης, αποτυπωμένο το χαμόγελο. Η ανάσα της απαλή, αέρινο καλοκαιριάτικο χάδι στο διψασμένο αρσενικό ακουγόταν ρυθμικά στ’ αυτί του.

Έμεινε για λίγο ακίνητος και την κοίταγε. Μακάριζε τον εαυτό του για τη συνάντηση μαζί της. Ένιωσε και πάλι το δυνατό φτερούγισμα μέσα του, το γλυκό τρεμούλιασμα του σώματός του στο άγγιγμα του προσώπου της. Τη φίλησε τρυφερά στα μάτια κι έγειρε ανάσκελα κοιτάζοντας αόριστα το ξύλινο ταβάνι. Γαλήνιος και ξεκούραστος από τον κάματο του Σαββατοκύριακου άρχισε άθελά του να περιεργάζεται το χώρο. Λιτός αλλά όμορφος, μ’ ελάχιστα έπιπλα σου δημιουργούσε ένα κλίμα ευφορίας. Στους τοίχους δεν υπήρχαν φωτογραφίες, κάδρα και τ’ άλλα παρόμοια αλλά δέσποζαν δυο παράξενα συμπλέγματα που έμοιαζαν με εικονοστάσια. Κάρφωσε τα μάτια στις περίεργες αυτές συνθέσεις προσπαθώντας να καταλάβει. Δυο κομμάτια του τοίχου κοντά στο ένα μέτρο το καθένα από το πάτωμα ως το ταβάνι, δεξιά κι αριστερά της εισόδου ήταν βαμμένα διαφορετικά. Στ’ αριστερό το χρώμα βαθύ σκούρο και στο δεξί κατακόκκινο, πορφυρό, ίδιο μ’ αυτό που κυριάρχησε στην πάλαι ποτέ βυζαντινή αυτοκρατορία. Μέσα σ’ αυτά τα χρώματα δυο επιφάνειες, μια δεξιά και μια αριστερά,βαμμένες κι αυτές στο χρώμα του χρυσού.Πάνω στο χρυσό κρεμασμένες συμμετρικά ξύλινες ομοιόμορφες εικόνες όχι με τους σκελετωμένους αγίους της χριστιανοσύνης αλλά με πρόσωπα δικά μας καθημερινά, σαν κι αυτά που γεμίζουν ασπρόμαυρα ή έγχρωμα τις βιτρίνες των επαρχιακών φωτογραφείων.Έμοιαζαν με εικονοστάσια αλλά δεν ήταν.

Προσπάθησε να διακρίνει τις μορφές. Τις κοίταγε ξανά και ξανά, κάτι του θύμιζαν, έκανε τους δικούς του συνειρμούς αλλά συμπέρασμα δεν έβγαζε.

«Δεν πειράζει, μονολόγησε. Αύριο θα ρωτήσω τον Τηλέμαχο. Θα μου πει ποιοι είναι του λόγου τους, αλλά και γιατί τους έφτιαξε έτσι με τη μορφή του εικονοστασίου».

Συνέχισε να περιεργάζεται το χώρο.Μπροστά στα «εικονοστάσια» αναμμένα, με το φυτίλι να τρεμοπαίζει στο φρέσκο ελαιόλαδο δυο κόκκινα παλιά καντηλέρια κρεμασμένα απ’ το ταβάνι. Πιο κει, στη γωνιά που σχημάτιζαν οι τοίχοι δίπλα στο μικρό παράθυρο με το κοντό λευκό κουρτινάκι κρέμονταν άλλες τέσσερις εικόνες, λίγο μεγαλύτερες από τις υπόλοιπες και μ’ ασημένιο πλαίσιο, με τις μορφές του Προμηθέα αλυσοδεμένου πάνω στο βράχο, του Σπάρτακου και του Ρήγα Φεραίου. Λίγο πιο χαμηλά στημένο στο πάτωμα ένα παλιό ξύλινο αναλόγιο σαν κι αυτό που έχουν οι ψαλτάδες στις εκκλησιές, χωρίς σταυρούς όμως, αλλά με ορθάνοιχτα βιβλία και στα τέσσερα μέρη του. Στο ένα του μέρος πάνω στο λουστραρισμένο ξύλο σκαλισμένη με μεράκι και με γράμματα καλλιγραφικά διάβαζες καθαρά τα παρακάτω:
?νθρωπε ?μ?ν ? ?ν τ? Γ?
?γιασθήτω τό ?νομά Σου·
?λθέτω ?ν τ? πέρατι το? χρόνου
? πραγματική Βασιλεία Σου·
γεννηθήτω τό θέλημά Σου,
?ς ?ν τ? πνεύματι τ? κυριαρχήσαντι ?πί γ?ς·
τόν ?ρτον ?μ?ν τόν ?πιούσιον
με κάματον εξασφάλισε σήμερον·
καί ?φες ?μ?ν τά ?φειλήματα ?μ?ν,
?ς καί ?με?ς ?φίεμεν το?ς ?φειλέταις ?μ?ν·
καί μή ε?σενέγκ?ς ?μ?ς ε?ς ?φησυχασμόν,
?λλά ??σαι ?μ?ς ?πό το? ?κνηρο?.
?τι Σο? ?στιν ? Βασιλεία ?νθρωπε
καί ? Δύναμις καί ? Δόξα
ε?ς τούς α??νας τ?ν αιώνων ?μήν….

Βιογραφικά στοιχεία

Ο Γιώργος Θ. Τζιας γεννήθηκε το 1950 στις δυτικές συνοικίες της Αθήνας, όπου και ζει μέχρι σήμερα. Σπούδασε οικονομικά στη Νομική σχολή του Εθνικού Καποδιστριακού πανεπιστημίου Αθηνών. Κατά διαστήματα υπήρξε αρθρογράφος στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο, με ειδίκευση στα κοινωνικά και οικονομικά θέματα της Ελληνικής και διεθνούς αθλητικής δραστηριότητας. Στον εκδοτικό χώρο πρωτοεμφανίζεται το 2009 με το βιβλίο του «προσκύνημα στους ξεχασμένους ζάνες», εκδόσεις ΑΥΓΗ, μια έκδοση κοινωνικοπολιτικού χαρακτήρα γύρω από τις άγνωστες ιστορικές στιγμές του Ελληνικού αθλητισμού. Το 2010 εκδίδεται από τις εκδόσεις Κ. Μ. Ζαχαράκη η πρώτη του ποιητική συλλογή «…του αστεριού ο τοκετός» και ακολουθούν το 2012 το «ονείρων κέρασμα» και το 2014 «τ’ α-Δέσποτα» από τις ίδιες εκδόσεις. Το 2015 από τις εκδόσεις Οροπέδιο, κυκλοφορεί η τελευταία ποιητική του δουλειά με τίτλο «Ο ήχος της σιωπής». Από τον ίδιο εκδοτικό οίκο εμφανίζεται στο χώρο της πεζογραφίας με το μυθιστόρημα «Ήχος ελικοπτέρου».

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ


ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ: Η Δημοκρατία μεταξύ συγκυρίας και Ιστορίας,

Γιάννης Βούλγαρης: Ελλάδα - Μια χώρα παραδόξως νεωτερική

Χριστίνα Πουλίδου: Χτίζοντας έναν κόσμο