Το ερώτημα αυτό απασχολεί πολλούς μελετητές τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο, η Ε.Ε. έχει απαντήσει επιτυχώς, κατορθώνοντας να σπάσει τον υποτιθέμενο απαραίτητο δεσμό μεταξύ οικονομικής ανάπτυξης και αυξημένων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Ενώ η ευρωπαϊκή οικονομία αναπτυσσόταν μεταξύ 1990 και 2005, ταυτόχρονα οι συνολικές εκπομπές των 27 κρατών μελών της μειώθηκαν κατά 7,9%. Για τα 15 παλαιότερα μέλη, η μείωση ήταν της τάξης του 1,5%. Αυτό, βεβαίως, είναι ενθαρρυντικό, αλλά χρειάζεται ακόμη να γίνουν πολλά προκειμένου η Ευρώπη των 15 να καταφέρει να μειώσει τις εκπομπές της στο 8%, ποσοστό που αποτελεί στόχο για το έτος 2012. Οι πρόσφατες εκτιμήσεις για τις μελλοντικές εκπομπές ρύπων, φανερώνουν πως ο παραπάνω στόχος είναι εφικτός, με την προϋπόθεση πως οι χώρες της Ε.Ε. θα δράσουν σύμφωνα με τα όσα έχουν αποφασισθεί.
H νέα τεχνολογία είναι αρχικά πολύ πιο ακριβή απ’ ό,τι η ήδη υπάρχουσα, αλλά καθώς η κλίμακα χρήσης μεγαλώνει, το κόστος μειώνεται και καθίσταται φθηνότερη . Ακόμη μεγαλύτερη απόδειξη αποτελεί το γεγονός ότι οι σημάνσεις-ταμπέλες ενεργειακής κατανάλωσης στις ηλεκτρικές οικοσκευές, τα ελάχιστα επίπεδα αποδοτικότητας, καθώς και οι εθελοντικές συμφωνίες από τους κατασκευαστές, έχουν ήδη επιτύχει μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης ενός μέσου ψυγείου ή καταψύκτη κατά 50% από το 1990. Ο στόχος της Ε.Ε. να καταναλώνει 20% λιγότερη ενέργεια μέχρι το 2020, υπολογίζεται πως θα μειώσει τις ενεργειακές δαπάνες περί τα 100 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως. Αυτή τη στιγμή, το 80% της ενέργειας που καταναλώνει η Ε.Ε., προέρχεται από ορυκτά καύσιμα – πετρέλαιο, φυσικό αέριο και άνθρακα. Περιορίζοντας τη χρήση ορυκτών καυσίμων, η Ε.Ε. βελτιώνει δραστικά την ενεργειακή της ασφάλεια (βλέπε αυτοτέλεια) και παράλληλα συμβάλει στον περιορισμό των κλιματικών αλλαγών. Αν η Ε.Ε. δεν προχωρήσει στην εφαρμογή όλων όσων έχει εξαγγείλει, τότε η εξάρτησή της από το εισαγόμενο πετρέλαιο μπορεί να φτάσει το 93% και από το εισαγόμενο φυσικό αέριο το 84% μέχρι το 2030. Προς το παρόν, η Ε.Ε. προμηθεύεται το 50% του φυσικού αερίου που καταναλώνει από μόνο τρεις προμηθευτές – τη Ρωσία, τη Νορβηγία και την Αλγερία.
1. Η Διεθνής Συνεργασία είναι απαραίτητη
Όσον αφορά στην Ε.Ε., η εξάρτησή της από την εισαγόμενη ενέργεια θα μειωθεί, αλλά θα συνεχίσει να αποτελεί αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα. Αυτό σημαίνει συνεργασία με τις χώρες που βρίσκονται στην Ανατολή και στο Νότο – Ρωσία, χώρες της Ανατολικής Ευρώπης που έχουν κοινά σύνορα με την Ε.Ε., χώρες της κεντρικής Ασίας, χώρες της Κασπίας και της Μαύρης Θάλασσας, αλλά και αυτές που βρίσκονται γύρω από τη Μεσόγειο.
Μακροπρόθεσμα, οι παγκόσμιες εκπομπές ρύπων ανά έτος θα πρέπει να μειωθούν κάτω από 5 GtCO2e, που είναι η ποσότητα που η Γη μπορεί να απορροφήσει χωρίς να αυξάνει η συγκέντρωση αερίων του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα. Η ποσότητα αυτή είναι περισσότερο από το 80% της ποσότητας που εκλύεται ετησίως, κατά την τρέχουσα περίοδο.
Συνεπώς, η ενεργειακή απόδοση (παραγωγή περισσότερης ενέργειας ανά μονάδα ενέργειας που χρησιμοποιείται), αποτελεί μέγιστη προτεραιότητα. Το μοντέλο του WWF δείχνει πως περί το 2020 με 2025, η βελτιωμένη ενεργειακή απόδοση θα καταστήσει δυνατή την κάλυψη της αυξανόμενης ζήτησης για ενέργεια, μειώνοντας τη μελλοντική ζήτηση κατά 39% ετησίως και αποφεύγοντας έτσι εκπομπές ρύπων της τάξης των 9.4 Gt άνθρακα ανά έτος, μέχρι το 2050.
Η διακοπή και αναστροφή των απωλειών των δασών και της υποβάθμισης του εδάφους γενικότερα, ιδιαίτερα στους τροπικούς, αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τη θετική εξέλιξη οποιουδήποτε κλιματικού-ενεργειακού σεναρίου. Η πιθανότητα επιτυχίας των προτεινόμενων κλιματικών λύσεων, μειώνεται σταδιακά από το 90% στο 35%, αν δεν υπάρξει αποτελεσματική δράση κατά των εκπομπών από τη χρήση του εδάφους.
Παράλληλα, η γρήγορη και από κοινού επιδίωξη χρήσης ολόκληρου του φάσματος τεχνολογιών, όπως η αιολική, η υδροηλεκτρική, η ηλιακή PV και θερμική, καθώς και η βιοενέργεια, είναι αποφασιστικής σημασίας, πάντοτε βεβαίως στα πλαίσια περιβαλλοντικών και κοινωνικών ορίων, προκειμένου να διασφαλιστεί η βιωσιμότητά τους. Έως το 2050, αυτές οι τεχνολογίες θα μπορούσαν να καλύψουν μέχρι και το 70% των ενεργειακών απαιτήσεων που θα έχουν απομείνει, αφότου θα έχει επιτευχθεί η βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης, μειώνοντας περαιτέρω κατά 10.2 Gt τις εκπομπές άνθρακα στην ατμόσφαιρα.
Εντούτοις, μεγάλες περικοπές στη χρήση ορυκτών καυσίμων, δεν μπορούν να γίνουν χωρίς τη συνδρομή αντίστοιχα μεγάλων ποσοτήτων ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, όπως ο άνεμος και ο ήλιος, αφού πρώτα αποθηκευτούν και μετατραπούν σε καύσιμα που μπορούν να μεταφερθούν, αλλά και σε καύσιμα που μπορούν να καλύψουν τις θερμικές ανάγκες της βιομηχανίας. Νέα καύσιμα, όπως το υδρογόνο, το οποίο μπορεί να καλύψει αυτές τις ανάγκες, απαιτεί καινούργιες υποδομές για την παραγωγή και τη διανομή του.
Το φυσικό αέριο ως «καύσιμο-γέφυρα» μπορεί να προσφέρει μια σημαντική ευκαιρία, προκειμένου να αποφευχθεί η δημιουργία νέων μονάδων άνθρακα, παρέχοντας έτσι σημαντική εξοικονόμηση άνθρακα στο άμεσο μέλλον και δίνοντας τον απαραίτητο χρόνο στις άλλες τεχνολογίες να αναπτυχθούν.
Επίσης, αν θέλει η διεθνής κοινότητα να μην ξεπεράσει τον «προϋπολογισμό» των εκπομπών άνθρακα, επείγει η εγκατάσταση στις μονάδες που χρησιμοποιούν ως πηγή ενέργειας τον άνθρακα τεχνολογίας συλλογής και αποθήκευσης άνθρακα, όσο το δυνατό συντομότερα – και μέχρι το 2050.
Αυτό ενέχει σημαντικές και άμεσες επιπτώσεις ως προς τον σχεδιασμό και την τοποθέτηση νέων μονάδων, αφού η μεταφορά του διοξειδίου του άνθρακα σε απομακρυσμένους αποθηκευτικούς χώρους, ανεβάζει το κόστος κατακόρυφα. Η συνολική συνεισφορά των μονάδων ορυκτών καυσίμων που ενσωματώνουν τεχνολογία συλλογής και αποθήκευσης άνθρακα, θα μπορούσε να φτάσει το 26% μέχρι το 2050, αποφεύγοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο εκπομπές ρύπων 3.8 Gt ανά έτος, που ειδάλλως θα είχαμε. Κατά συνέπεια, είναι προφανές (αν και τόσο δύσκολα εφαρμόσιμο) πως κάθε χώρα έχει ένα ρόλο να παίξει απέναντι στο μέγεθος και στο είδος των προκλήσεων που αντιμετωπίζει στα όρια της εδαφικής της επικράτειας.
Βιβλιογραφία WWF (2007), “Climate Solutions”, WWF’S Vision for 2050. European Commission (2007), “Combating Climate Change”, The EU leads the way, Europe on the move series. Stern Review (2006), “The Economics of Climate Change”. IPCC (2007), “Climate Change 2007”: Synthesis Report, Summary for Policymakers.