Η κοινωνία μας έζησε την τελευταία δεκαπενταετία μια πρωτόγνωρη εμπειρία: η Ελλάδα, από χώρα εξαγωγής μεταναστών, έγινε χώρα υποδοχής μεταναστών. Δεν είναι βέβαιο ότι γίναμε πιο εξωστρεφείς, φιλόξενοι ή γενναιόδωροι. Το μόνο βέβαιο είναι ότι ακόμη και σήμερα, σε περίοδο κρίσης, έχουμε αποδεχθεί το αναπότρεπτο αυτής της εξέλιξης. Παρόλα αυτά, κατά καιρούς το ζήτημα τίθεται, ενδέχεται δε, αν οξυνθεί κι άλλο η ανεργία, να τεθεί ξανά και ακόμη πιο επιτακτικά: «Πρώτα οι Έλληνες!» ή «Οι μετανάστες πίσω στις πατρίδες τους!».
Απέναντι σε τέτοιες εκδηλώσεις ξενοφοβίας, η Κεντροαριστερά έχει αταλάντευτη θέση: η ενσωμάτωση των μεταναστών είναι προτεραιότητα. Και η θέση αυτή είναι θαρραλέα και σωστή. Το πρόβλημα είναι όμως ότι δεν είναι πάντα πολύ σαφείς οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται. Και η ασάφεια βλάπτει, μεταξύ άλλων, γιατί η ξενοφοβία χρειάζεται πολιτική απάντηση, δηλαδή, πειθώ, δηλαδή σαφή επιχειρήματα εναντίον της. Δύο είναι τα ερωτήματα.
Το πρώτο: γιατί πρέπει να υποδεχόμαστε τους μετανάστες; Το δεύτερο: ποια πολιτική πρέπει να υιοθετήσουμε απέναντι στους μετανάστες; Το πρώτο αναφέρεται στις αρχές, το δεύτερο στο περιεχόμενο της πολιτικής απέναντι στους μετανάστες. Πεποίθησή μου είναι ότι η απάντηση στο ερώτημα των αρχών πλαισιώνει την απάντηση στο ερώτημα του περιεχομένου. Γιατί λοιπόν πρέπει να υποδεχόμαστε τους μετανάστες – ανθρώπους ξένους, αναγκεμένους, συχνά ενοχλητικούς ή απαιτητικούς; Μια πρώτη απάντηση είναι εύκολη: γιατί, θέλουμε δεν θέλουμε, ήδη το κάνουμε. Το τρωτό σημείο αυτής της απάντησης είναι ότι δεν μας παρέχει δικαιολογητικό λόγο, απλώς περιγράφει την πρακτική μας∙ κι έτσι (κι εδώ φαίνεται η στενή σχέση των δυο ερωτημάτων) βαφτίζει πολιτική οτιδήποτε τελείται χάριν των μεταναστών, ή, σε αναφορά με αυτούς.
Μια άλλη απάντηση είναι πιο κοντά στο -σύμφωνα με πολλούς ηγεμονικό- εμπορευματικό πνεύμα των καιρών: οι μετανάστες συμβάλλουν, ισχυρίζονται διάφοροι, ευθέως στην ανάπτυξη της οικονομίας και την παραγωγή εθνικού πλούτου, άρα τους έχουμε ανάγκη. Το ισχυρό σημείο αυτής της απάντησης συνδέεται αμέσως με το αδύνατο σημείο της. Τονίζει την οικονομική πλευρά του ζητήματος και αγγίζει έτσι τις ευαισθησίες όσων σκέφτονται, πριν απ’ όλα, με γνώμονα το ατομικό, και δη το οικονομικό συμφέρον τους. Είναι ωστόσο πολύ αμφίβολο αν κανείς, πέρα από τους κάθε είδους οικονομιστές, σκέφτεται έτσι σήμερα. Επιπλέον, η απάντηση αυτή υποβιβάζει τους μετανάστες στο επίπεδο των εργαλείων: οι μετανάστες είναι μια απλή «ευκαιρία» για εμάς, η σχέση μας μαζί τους είναι τυχαία και εξωτερική. Μια τρίτη απάντηση, παίρνει πιο σοβαρά τα πολιτισμικά δεδομένα.
Η συμβίωση με τους μετανάστες μάς ωφελεί -λένε αρκετοί- γιατί μας κάνει πιο ανοικτούς σε μη οικεία βιώματα ή ξένες εμπειρίες, κυρίως δε γιατί τονώνει μια γερασμένη και άψυχη κοινωνία σαν τη δική μας. Η απάντηση αυτή έχει το καλό να αποφεύγει τον χυδαίο οικονομισμό της προηγούμενης∙ ωστόσο, δεν παύει να αντιμετωπίζει εργαλειακά τους μετανάστες. Πιο στέρεα φαίνεται μια τελευταία απάντηση, μια απάντηση με ηθικοπολιτικό περιεχόμενο. Πολλοί ιστορικοί αμφισβητούν τη ριζικότητα του νεωτερισμού που αποτελεί η παγκοσμιοποίηση, ωστόσο όλοι αναγνωρίζουν την εντονότερη από ποτέ αλληλοδιείσδυση των οικονομιών των διαφόρων κρατών. Είναι αλήθεια ότι αυτή η εξέλιξη δεν έχει οδηγήσει παρά σε μια εμβρυώδη μορφή παγκόσμιας αγοράς, ωστόσο η τελευταία έχει αρχίσει να αχνοφαίνεται. Μαζί της δε και ένας βαθιά άνισος καταμερισμός εργασίας: στο πλαίσιό του, κάποιες κοινωνίες καρπώνονται οφέλη που απορρέουν από τη γεωγραφική θέση, τα καπρίτσια της ιστορίας, τη μορφολογία, την τύχη κ.ο.κ. – γνωρίσματα δηλαδή τα οποία δεν αξίζουν βάσει καμίας αρχής δικαιοσύνης. Συνεπώς, οι ευνοημένες κοινωνίες δεν δικαιούνται να καρπώνονται αυτά τα οφέλη, έχουν δε καθήκον απέναντι στις άλλες κοινωνίες να εξισορροπήσουν, τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό, την αγαθή τους μοίρα. Έτσι, από τις σχέσεις που υφαίνονται στην εμβρυώδη -επαναλαμβάνω- παγκόσμια αγορά, απορρέουν καθήκοντα αρωγής που προσιδιάζουν σε μία, επίσης εμβρυώδη, παγκόσμια πολιτεία.
Όσο και αν μας εκπλήσσει λοιπόν, ιδίως εμάς τους Έλληνες που θεωρούμε ότι όλοι οι άλλοι έχουν καθήκοντα απέναντί μας, εμείς, που, τουλάχιστον εδώ και μερικά χρόνια, ανήκουμε στην οικογένεια των ευνοημένων κοινωνιών, έχουμε υποχρεώσεις απέναντι στους κατατρεγμένους και ταλαιπωρημένους μετανάστες. Στους οιονεί συμπολίτες και όχι απλώς συνανθρώπους μας.
Ας περάσουμε στο δεύτερο ερώτημα, εκείνο του περιεχομένου της πολιτικής απέναντι στους μετανάστες. Αν οφείλουμε να υποδεχόμαστε τους μετανάστες ως οιονεί συμπολίτες μας, η στάση μας αυτή δεν μπορεί παρά να εκδηλωθεί όπως εκδηλώνεται απέναντι σε όλους τους συμπολίτες μας που έχουν ανάγκη. Μέσω μιας συνεκτικής δέσμης μέτρων κοινωνικής πολιτικής, μιας πολιτικής που αναγνωρίζει δικαιώματα και υποχρεώσεις, που σέβεται όμως και τα δικαιώματα των λοιπών συμπολιτών – μεταξύ δε αυτών και ημών των ιδίων. Μιας πολιτικής δηλαδή που προβαίνει σε αμοιβαίες οριοθετήσεις και συμβιβασμούς. Οριοθετήσεις; Συμβιβασμούς; Αυτό έχουμε να προτείνουμε σε όσους μας έχουν απροϋπόθετη ανάγκη; Δεν είναι εγωιστικό -γκρινιάζουν αρκετοί- να μιλάς για καθήκοντα των μεταναστών απέναντί μας; Δεν είναι μικρόψυχο να ζυγιάζεις τη ριζική ετερότητα εκείνου που σου τείνει χείρα βοηθείας; Είναι; Ο οικοδομημένος πάνω σε αμοιβαία δικαιώματα και καθήκοντα πολιτικός δεσμός, ο δεσμός που υφαίνεται μέσω ενός κοινωνικού κράτους δικαίου, είναι ο καλύτερος τρόπος που έχουμε επινοήσει για να συμβιώνουμε. Έλληνες και ξένοι, Έλληνες και Έλληνες. Ως συμπολίτες.
*Ο Βασίλης Βουτσάκης διδάσκει Φιλοσοφία Δικαίου στη Νομική Σχολή Αθηνών.