Η αντίληψη στην οποία στηρίχθηκαν όλα τα μέχρι σήμερα πολιτικά συστήματα, σύμφωνα με την οποία η οικονομική ανάπτυξη αποτέλεσε την πρώτη και απροϋπόθετη προτεραιότητα, θεωρείται ως η κύρια πηγή των μεγάλων αδιεξόδων του πλανήτη. Κυρίως γιατί η εκ των υστέρων φροντίδα για το περιβάλλον, προκάλεσε μη αντιστρεπτές βλάβες στο κλίμα, τα οικοσυστήματα και τους φυσικούς πόρους, με ανυπολόγιστες επιπτώσεις και στην ίδια την ανάπτυξη.
Αλλά και πέραν αυτού, γιατί η επένδυση σημαντικού μέρους των κερδών της ανάπτυξης στην προστασία και την αποκατάσταση του περιβάλλοντος, περιόρισε σημαντικά τα οικονομικά περιθώρια για την αναδιανομή και την επίτευξη του μεγάλου στόχου της κοινωνικής ευημερίας. Οξύνοντας με τον τρόπο αυτόν έτι περαιτέρω τις ήδη ανταγωνιστικές σχέσεις μεταξύ οικονομικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών παραμέτρων της ανάπτυξης. Η πρώτη συγκροτημένη αντίδραση της παγκόσμιας κοινότητας, έγινε στα τέλη του 20ου αιώνα, με την παραδοχή της αειφορίας. Σύμφωνα με την οποία η ανάπτυξη, για να είναι βιώσιμη και να έχει διάρκεια στο χρόνο, πρέπει να έχει ως όριο τη φέρουσα ικανότητα της φύσης.
Η έννοια μιας ανάπτυξης με περιβαλλοντικά όρια και φυσικούς περιορισμούς, επανέφερε το στοίχημα της συμβατότητας μεταξύ οικονομικής ανάπτυξης, περιβαλλοντικής προστασίας και κοινωνικής ευημερίας, σε ρεαλιστική βάση. Η παραδοχή της αειφορίας, όμως, θέτοντας όρια και περιορισμούς στην οικονομική ανάπτυξη, στάθηκε αδύναμη να απαντήσει στο μεγάλο ερώτημα της ανταγωνιστικότητας των εθνικών οικονομιών στην εποχή της παγκοσμιοποίησης. Το πρόβλημα επιδεινώθηκε κατά πολύ στις σημερινές συνθήκες της οικονομικής κρίσης, όπου τα οξυμμένα προβλήματα της οικονομικής ύφεσης και της ανεργίας, απαιτούν άμεσες αναπτυξιακές λύσεις. Η ανθρώπινη ευφυΐα αναζητά στις μέρες μας νέο αναπτυξιακό μοντέλο, που, στηριζόμενο στα συγκριτικά πλεονεκτήματα κάθε τόπου, θα μπορεί να είναι συγχρόνως οικονομικά αποδοτικό, οικολογικά εφικτό και κοινωνικά δίκαιο. Τις εγγυήσεις αυτές τις ικανοποιεί σήμερα η «πράσινη» ανάπτυξη, σύμφωνα με την οποία οι περιβαλλοντικές παράμετροι, ενσωματώνονται πλήρως στους οικονομικούς στόχους. Με αποτέλεσμα οι «πράσινες» οικονομικές δραστηριότητες, να έχουν το πλεονέκτημα να λειτουργούν από μόνες τους και ως κίνητρα οικολογικής συμπεριφοράς.
Για πρώτη λοιπόν φορά, οι περιβαλλοντικοί στόχοι αποκτούν αναπτυξιακό χαρακτήρα και για πρώτη φορά η φροντίδα για το περιβάλλον, συνδέεται άμεσα με τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Η οικολογική και η βιολογική γεωργία, τα ποιοτικά αγροτικά προϊόντα με ονομασία προέλευσης, ο αγροτουρισμός και ο οικοτουρισμός, τα ενεργειακά κτίρια, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και οι σύγχρονες τεχνολογίες επεξεργασίας και διαχείρισης αποβλήτων και απορριμμάτων, αποτελούν παραδείγματα «πράσινων» επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, που ενώ είναι απόλυτα συμβατές με τη φέρουσα ικανότητα της φύσης, εντούτοις, δεν ταυτίζονται υποχρεωτικά με «λιγότερη» ανάπτυξη. Η «πράσινη» προϋπόθεση της οριζόντιας διάχυσης της περιβαλλοντικής πολιτικής, σε όλο το φάσμα των τομέων της αναπτυξιακής δραστηριότητας όμως, απαιτεί μια νέα πολιτική αντίληψη. Η οποία δεν εξαντλείται στην αναγκαία, όχι όμως και ικανή από μόνη της συνθήκη της θεσμοθέτησης αυτόνομου υπουργείου Περιβάλλοντος.
Η ένταξη στα οικονομικά μεγέθη της αξίας του φυσικού κεφαλαίου με θετικό πρόσημο, και των περιβαλλοντικών καταστροφών με αρνητικό, καθώς και οι πράσινοι λογαριασμοί που αποδίδουν κίνητρα οικολογικής δράσης, δεν απαιτούν τίποτε περισσότερο από ένα νέο τρόπο λειτουργίας του κράτους. Όπου η φύση και τα αποθέματά της, θα προσθέτουν αξία στους εθνικούς λογαριασμούς, το κέρδος δε θα ταυτίζεται υποχρεωτικά με την καταστροφή και την υποβάθμιση των δημόσιων αγαθών, όπως συμβαίνει με τις καταπατήσεις και την αυθαίρετη δόμηση κι όπου οι επενδύσεις στο φυσικό περιβάλλον και στην αντιμετώπιση των φυσικών καταστροφών δεν θα υπολογίζονται ως δαπάνες που ενισχύουν τα ελλείμματα.
Για να προχωρήσουν λοιπόν οι στόχοι της πράσινης ανάπτυξης, απαιτείται μια ευρύτερη πολιτική αλλαγή. Την υλοποίηση της οποίας έχει αναλάβει, με επιτυχία μέχρι τώρα, η κυβέρνηση Παπανδρέου. Η οποία έχει το προνόμιο να είναι η πρώτη κυβέρνηση που κατάφερε να εκλεγεί και μάλιστα θριαμβευτικά, έχοντας καταθέσει μια «πράσινη» πρόταση. Που σημαίνει ότι έχει εξασφαλίσει κατ’ αρχήν την εξαιρετικά κρίσιμη για το «πράσινο» εγχείρημα κοινωνική συναίνεση και αποδοχή. Αν όμως η αρχή είναι το ήμισυ του παντός, αναμένεται με ενδιαφέρον το υπόλοιπο μισό της «πράσινης» αλλαγής. Που ασφαλώς και θα εξελιχθεί στο πεδίο της σύγκρουσης με τα μεγάλα, όσο όμως και με τα πολύ περισσότερα μικρά ιδιωτικά συμφέροντα, που είτε κερδίζουν υποβαθμίζοντας το περιβάλλον, είτε νέμονται προς ίδιο όφελος τα δημόσια αγαθά.
Μια πρώτη γεύση ήδη έχουμε πάρει από τις αντιδράσεις με τις οποίες υποδέχτηκαν οι... θιγόμενοι τις κυβερνητικές αποφάσεις της αναστολής των μέτρων της απόσυρσης των αυτοκινήτων, καθώς και της «τακτοποίησης» των αυθαίρετων, τα οποία, για τις ανάγκες της νομιμοποίησής τους, μετονομάστηκαν από την προηγούμενη κυβέρνηση σε... ημιυπαίθριους χώρους. Το επόμενο πεδίο σύγκρουσης, φαίνεται να είναι η ορθή απόφαση της κυβέρνησης για επαναφορά στην Ευρωπαϊκή νομιμότητα της υπόθεσης των έργων εκτροπής του Αχελώου. Η οποία θίγει τόσο την παραδοσιακά αποκαλούμενη «ατμομηχανή της οικονομίας», τα μεγάλα δηλαδή τεχνικά έργα, όσο όμως και τα συμφέροντα που συνδέονται με το αυτοκαταστροφικό μοντέλο αγροτικής ανάπτυξης της χώρας.
*Ο Γιάννης Α. Μυλόπουλος είναι καθηγητής της Πολυτεχνικής Σχολής Α.Π.Θ.