Στην Ελλάδα, όπου ανθεί η φαιδρά πορτοκαλέα, ανθεί επίσης η άποψη ότι η «κακή» Ευρωπαϊκή Ένωση και το «κάκιστο» Σύμφωνο Σταθερότητας, εμποδίζουν τις ελληνικές κυβερνήσεις να ασκήσουν περισσότερο φιλολαϊκή και περισσότερο αναπτυξιακή πολιτική. Δεν πρόκειται για ακίνδυνο αστείο, αλλά για ένα επικίνδυνο ψέμα. Ένα ψέμα που λέγεται για να αποκρυβούν τουλάχιστον τρεις αλήθειες.
Η πρώτη αλήθεια είναι ότι το Σύμφωνο Σταθερότητας αποτελεί το θεμέλιο επί του οποίου στηρίζεται το κοινό νόμισμα. Η δημοσιονομική σταθερότητα την οποία επιβάλλει το Σύμφωνο, καθιστά το ευρώ ισχυρό προς όφελος της Ευρώπης και της Ελλάδας. Η ένταξη της χώρας στην ΟΝΕ, έδωσε σοβαρή ώθηση στην ελληνική οικονομία. Αλλά οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν θέλησαν, ή δεν μπόρεσαν να αξιοποιήσουν αυτή την αναπτυξιακή ώθηση, για να επιλύσουν σε ευνοϊκές συνθήκες τα χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας. Η θέση του ελληνικού παραγωγικού, τεχνολογικού και επιχειρηματικού μοντέλου στα πλαίσια του διεθνούς καταμερισμού εργασίας, παρέμεινε μειονεκτική. Όμως, ακόμη και έτσι, απέναντι στη διεθνή οικονομική κρίση, σήμερα, η μόνη θωράκιση που διαθέτει η χώρα, είναι το ευρώ. Χωρίς το ευρώ, η Ελλάδα θα υπέφερε από συνεχείς υποτιμήσεις, άνοδο του πληθωρισμού και ακόμη μεγαλύτερη ύφεση.
Η δεύτερη αλήθεια είναι ότι και ανεξαρτήτως του Συμφώνου Σταθερότητας, η δημοσιονομική πειθαρχία δεν είναι αντίθετη με την ανάπτυξη, αλλά αποτελεί προϋπόθεσή της. Αυτό είναι ένα από τα μαθήματα που έπρεπε να πάρουμε από τη μεταπολεμική οικονομική ιστορία της Ελλάδας. Οι φάσεις ταχείας ανάπτυξης, κατά κανόνα, συνδέονταν με το χαμηλό ή αποκλιμακούμενο πληθωρισμό και με μικρά αποκλιμακούμενα δημόσια ελλείμματα. Οι κατά καιρούς επεκτατικές εξάρσεις της δημοσιονομικής πολιτικής, είχαν σχετικά μικρή και προσωρινή επίδραση πάνω στο ΑΕΠ και την ανεργία. Είχαν όμως σημαντικές και διαρκείας επιπτώσεις στον πληθωρισμό και στο ισοζύγιο πληρωμών. Ακόμη και στις σημερινές συνθήκες της ύφεσης, μια επεκτατική δημοσιονομική και εισοδηματική πολιτική, που επιβάλλει ένα επίπεδο ζήτησης υψηλότερο από τις παραγωγικές δυνατότητες και την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, θα οδηγούσε σε αυξανόμενη εισαγωγική διείσδυση, δηλαδή στην έμμεση χρηματοδότηση ξένων οικονομιών.
Η τρίτη αλήθεια είναι ότι η δημοσιονομική επέκταση όχι μόνο δεν είναι σκόπιμη, δεν είναι ούτε δυνατή. Η χρηματοδότησή της μέσω της αύξησης της φορολογίας, θα στέγνωνε ακόμη περισσότερο την ελληνική οικονομία. Η χρηματοδότησή της μέσω επιπλέον δανεισμού, είναι πρακτικά ανέφικτη. Το δημόσιο έλλειμμα και το δημόσιο χρέος, έφτασαν ήδη σε δυσθεώρητα ύψη. Μόνο για την εξυπηρέτηση του χρέους πληρώνουμε πάνω από 12 δις ευρώ το χρόνο, εξανεμίζοντας το εθνικό εισόδημα. Ακόμη, ο περαιτέρω δανεισμός σ’ αυτές τις συνθήκες, θα γίνεται με όλο και επαχθέστερους όρους. Τελικά, το ζήτημα που τίθεται δεν είναι η δημοσιονομική επέκταση, αλλά η αποτροπή της δημοσιονομικής κατάρρευσης, δηλαδή της χρεοκοπίας.
Αυτές οι αλήθειες δεν μπορεί να αποκρυβούν. Δεν το επιτρέπει η σκληρή πραγματικότητα. Μαζί με τα δανεικά, τελειώσαν και τα ψέματα.
Mη χρησιμοποιείς κεφαλαία γράμματα στον τίτλο αλλά και γενικά - εκτός βέβαια από το πρώτο γράμμα, ή, κατά περίπτωση, για επικεφαλίδες μέσα στο κείμενο. Άφησε μια κενή σειρά μεταξύ των παραγράφων.
Παρακαλώ συμπλήρωσε όλα τα πεδία που σημειώνονται με αστερίσκο. Μέγιστος επιτρεπτός αριθμός χαρακτήρων: 6,000
Το σχόλιό σου θα εμφανιστεί μετά από έλεγχο της σύνταξης της ιστοσελίδας.