Είκοσι χρόνια μετά την πτώση του τείχους στο Βερολίνο, πολλά επετειακά γράφτηκαν και ειπώθηκαν. Ξεχώρισα δύο. Οι δηλώσεις της Αλέκας Παπαρήγα σχολιάστηκαν επαρκώς, η αφήγηση της Άγκελας Μέρκελ όχι. Και οι δύο με τον τρόπο τους εμπεριέχουν μια πρώτου μεγέθους πρόκληση. Η Παπαρήγα διαστρεβλώνει συνειδητά την ιστορία, η Μέρκελ δεν είχε το ενδιαφέρον ή το σθένος να τη ζήσει όταν γραφόταν. Είναι βέβαια ειλικρινής, δεν κατασκευάζει συμμετοχή εκ των υστέρων, όπως ο Σαρκοζί. Είναι όμως εντυπωσιακή η ομολογία -που ειπώθηκε μάλιστα σαν να ήταν το πιο φυσιολογικό πράγμα- ότι η σημερινή καγκελάριος, τότε τριανταπέντε ετών, την ιστορική εκείνη Πέμπτη, μετά τη δουλειά της πήγε για σάουνα και πληροφορήθηκε τα γεγονότα την άλλη μέρα το πρωί…
Επί εβδομάδες, η Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας συγκλονιζόταν από διαδηλώσεις, η Ουγγαρία είχε ανοίξει τα σύνορα, ο Γκορμπατσόφ είχε συγκρουστεί με τον Χόνεκερ, όλα μύριζαν εξελίξεις και η μυρωδιά δεν έφτανε στη σάουνα της Μέρκελ. Υποψιάζομαι ότι ήταν ο τύπος του τυπικού πολίτη της DDR, που κοίταζε τη δουλειά του, δεν ανακατευόταν και άφηνε άλλους να βγάλουν το φίδι από την τρύπα. Και όπως φαίνεται, αυτοί οι άλλοι ήσαν κατά πλειοψηφία αριστεροί που απέρριπταν τον σταλινισμό, νέοι άνθρωποι που ακολουθούσαν τους «ανέμους της αλλαγής». Βέβαια, όπως στην Ελλάδα μετά την κατάρρευση της δικτατορίας βρεθήκαμε με 8.000.000 αντιστασιακούς, έτσι και στην Ανατολική Γερμανία, τους καρπούς της ενοποίησης- προσάρτησης έδρεψαν τυπικοί εκπρόσωποι της σιωπηρής πλειοψηφίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι σχεδόν στο σύνολό τους οι πρωταγωνιστές των γεγονότων που προηγήθηκαν ή και ακολούθησαν την πτώση του τείχους, παραμερίστηκαν.
Ακόμα και χριστιανοδημοκράτες πολιτικοί που είχαν όμως άποψη για το παρελθόν και το μέλλον της χώρας τους, όπως ο τελευταίος πρωθυπουργός της DDR, Λόταρ Ντε Μεζιέ, παραγκωνίστηκαν. Το τείχος προφανώς έπρεπε να πέσει και η DDR αποτελούσε ανορθογραφία σε συνθήκες κατάρρευσης του υπαρκτού σοσιαλισμού, όμως η αλαζονεία του νικητή έδωσε στην ενοποίηση χαρακτήρα προσάρτησης που έχει αφήσει βαθιά ίχνη στους ανατολικογερμανούς. Στον αντίποδα, η Αλέκα Παπαρήγα. Το πρόβλημα δεν έγκειται στο ότι προσπάθησε να δικαιολογήσει το τείχος στα πλαίσια του ψυχρού πολέμου και της κορύφωσης της σύγκρουσης των δύο συστημάτων. Αυτή ήταν για χρόνια η δικαιολόγηση από μέρους εκατομμυρίων κομμουνιστών. Ανομολόγητα, το ίδιο πρέσβευαν και πολλοί σκληροί αντικομμουνιστές, που όμως τρόμαζαν μπροστά στην προοπτική μιας επανενωμένης Γερμανίας. Μέχρι την τελευταία στιγμή, ο Μιτεράν και η Θάτσερ δυστροπούσαν φανερά στην επανένωση και στον ηγετικό πόλο που αντικειμενικά θα διαδραμάτιζε η Γερμανία. Το πρόβλημα έγκειται στο μέγεθος του συνειδητού ψεύδους.
Το τείχος, κατά την Παπαρήγα, κτίστηκε για να παρεμποδίσει την νατοϊκή επέμβαση στο Ανατολικό Βερολίνο. Αποκλείεται η Παπαρήγα να αγνοεί ότι το Δυτικό Βερολίνο ήταν στην καρδιά της DDR, περικυκλωμένο από Σοβιετικά στρατεύματα και γι’ αυτό κατά τη διάρκεια του αποκλεισμού του οι Δυτικοί το τροφοδοτούσαν με αερογέφυρα. Πώς λοιπόν θα επενέβαιναν στρατιωτικά στο Ανατολικό Βερολίνο; ΄ Η αλήθεια που όλοι γνωρίζουν, είναι ότι μετά τις εργατικές κινητοποιήσεις, ξέσπασε κύμα φυγής, κυρίως ειδικευμένων εργατών, επιστημόνων και διανοουμένων, προς το Δυτικό Βερολίνο. Αυτό το κύμα φυγής σταμάτησαν με το τείχος, προσφέροντας στους Δυτικούς ένα πανίσχυρο σύμβολο έμπρακτης αμφισβήτησης των κομμουνιστικών ιδανικών. Η τελευταία δυνατότητα επανασύνδεσης των επιγόνων της Οκτωβριανής Επανάστασης με τους λαούς της Ανατολικής Ευρώπης και το αριστερό κίνημα στη Δύση, χάθηκε το 1968 με την Άνοιξη της Πράγας και την εισβολή των στρατευμάτων του Συμφώνου της Βαρσοβίας στην Τσεχοσλοβακία.
Έκτοτε ζήσαμε το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου και ο Γκορμπατσόφ απλώς υπέγραψε τη ληξιαρχική πράξη. Ο άγριος καπιταλισμός που ακολούθησε στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, δεν νομιμοποιεί εκ των υστέρων τα δήθεν επιτεύγματα του υπαρκτού σοσιαλισμού. Ακριβώς το αντίθετο αποδεικνύει. Ότι οι πολίτες των χωρών αυτών ιεράρχησαν στην κορυφή των επιδιώξεών τους την απαλλαγή από το καταπιεστικό καθεστώς ώστε όχι μόνο δεν το υπερασπίστηκαν, αλλά αναζήτησαν προσωρινά τη διέξοδο σε αυτό που στα μάτια τους ήταν το λυτρωτικό αντίδοτο. Και έτσι, μέσα στον ίδιο αιώνα, έζησαν διπλή απογοήτευση. Η Αριστερά και η επανάσταση, κατέστησαν συνώνυμα της ανελευθερίας για όλους. Και ο «απελευθερωτικός» καπιταλισμός έφερε βίαιη περιθωριοποίηση σε μεγάλα λαϊκά στρώματα. Σε αυτά, αναπτύσσεται μια επιθετική, εθνικιστική και ξενόφοβη ακροδεξιά και όχι η νοσταλγία για τον υπαρκτό σοσιαλισμό, όπως νομίζει ή ελπίζει η Παπαρήγα.
Με την κατάρρευση του τείχους, το κεφάλαιο αυτό έκλεισε οριστικά. Η δημοκρατική αριστερά, η σοσιαλδημοκρατία, η κεντροαριστερά ή όπως αλλιώς θα ονομαστεί, πρέπει να γράψει νέα πρωτότυπα κεφάλαια.
*Ο Νίκος Μπίστης είναι μέλος του Εθνικού Συμβουλίου του ΠΑΣΟΚ.