Γιάννης Μεϊμάρογλου
Τα πράγματα, όπως γίνεται πάντα, πήραν το δρόμο τους: η εικονική πραγματικότητα παραχώρησε τη θέση της στην ανελέητη καθημερινότητα. Η «επανίδρυση του κράτους» επέφερε τη διάλυση του κράτους και την κατάρρευση του κόμματος που την είχε εξαγγείλει. Η «ήπια προσαρμογή» οδήγησε στη βίαιη προσαρμογή που μας επέβαλε η τρόικα. Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, αιφνιδιασμένη και απροετοίμαστη να αντιμετωπίσει τις πρωτοφανείς δυσκολίες, σηκώνει σήμερα το βάρος – και εισπράττει το πολιτικό κόστος – της αδιέξοδης κατάστασης που, εν πολλοίς, κληρονόμησε. Κακά τα ψέματα! Τα περισσότερα ίσως από τα μέτρα που πάρθηκαν ήταν αναγκαία και έπρεπε να είχαν παρθεί από καιρό. Αλλιώς όμως είναι να παίρνει τα μέτρα η κυβέρνηση της χώρας, με βάση ένα σχέδιο που θα τα συνδυάζει με την υποστήριξη της κοινωνικής συνοχής και της οικονομικής ανάπτυξης του τόπου κι αλλιώς όταν επιβάλλονται από διεθνείς επιτηρητές
Εικόνα για σύνδεση στην ιστοσελίδα μας.
ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ BLOG
|
Jutta Haug,
 |
| Jutta Haug |
Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση, χτυπάει την Ευρωπαϊκή Ένωση στην καρδιά της. Όταν μιλάμε για την κρίση σε σχέση με τους εθνικούς προϋπολογισμούς, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι το σημείο έναρξης ήταν ήδη το 2007/2008, με την κατάρρευση του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος και συνεχίστηκε με την κρίση στην πραγματική οικονομία το 2008, η οποία, ογκούμενη, οδήγησε σε ύφεση της πραγματικής οικονομίας το 2009. Σε συνδυασμό με υψηλότερα ποσά συμμετοχής στο κοινωνικό σύστημα ασφάλισης και χαμηλότερα φορολογικά έσοδα, όλα τα εθνικά συστήματα δημοσιονομικής διάσωσης και τα προγράμματα επανάκαμψης, οδήγησαν τελικά σε κρίση των εθνικών προϋπολογισμών.
Αχαλίνωτες χρηματοπιστωτικές αγορές και χαμένες ευκαιρίες σε επίπεδο ΕΕ, μας έφεραν στη σημερινή κατάσταση. Και αυτό που διακυβεύεται είναι, ούτε λίγο ούτε πολύ, η σταθερότητα της ζώνης του Ευρώ και η ευημερία της Ευρώπης Στο παρελθόν, η ελληνική οικονομία είχε ρυθμούς μεγέθυνσης μεγαλύτερους του μέσου όρου σε σχέση με άλλα κράτη μέλη της Ε.Ε. Κι όμως, την ίδια ώρα, η κυβέρνηση της Αθήνας συσσώρευε χρέη τα οποία έκρυβε με τη βοήθεια της Goldman Sachs. Έτσι, στις Βρυξέλλες έφταναν παραποιημένες στατιστικές. Επιπροσθέτως, καθυστέρησαν απαραίτητα σχέδια όπως η μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος. Ο πληθωρισμός άνω του μέσου όρου της ΕΕ, είχε επίδραση στην ανταγωνιστική ικανότητα της Ελλάδας. Το 2008, το ελληνικό ΑΕΠ αντιστοιχούσε μόνο στο 2,6% της ζώνης του Ευρώ.
Κι άλλες χαμένες ευκαιρίες συνέβαλλαν στη σημερινή κατάσταση. Το 2005, οι ηγέτες των κρατών μελών της ΕΕ απέρριψαν πρόταση της Κομισιόν για την ενδυνάμωση της EUROSTAT, της στατιστικής υπηρεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα λάθη στις ελληνικές στατιστικές, αν δεν γινόταν αυτό, θα είχαν αποκαλυφθεί πολύ νωρίτερα. Παράπονα για ελλιπείς εις βάθος ελέγχους, ως προς τη συμμόρφωση με τα απαιτούμενα για την υιοθέτηση του ευρώ κριτήρια του Μάαστριχτ, δεν έχουν καμία αξία το 2010. Δεν μπορούμε να γυρίσουμε το ρολόι πίσω. Αχαλίνωτες χρηματοπιστωτικές αγορές και χαμένες ευκαιρίες σε επίπεδο ΕΕ, μας έφεραν στη σημερινή κατάσταση. Και αυτό που διακυβεύεται είναι, ούτε λίγο ούτε πολύ, η σταθερότητα της ζώνης του Ευρώ και η ευημερία της Ευρώπης.
Ως Γερμανίδα Σοσιαλδημοκράτης και μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, είμαι πεπεισμένη ότι η Γερμανία πρέπει να παίξει κεντρικό ρόλο στη διαχείριση της κρίσης, βοηθώντας την Ελλάδα και άλλα κράτη-μέλη, χορηγώντας τους οικονομική βοήθεια. Κατά δεύτερο, πρέπει να εκμεταλλευτούμε αυτήν την ευκαιρία για να συμφωνήσουμε σε ένα νομικό πλαίσιο, τουλάχιστον σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ώστε να σταματήσουμε τους «ζογκλέρ του χρήματος» που θέτουν σε κίνδυνο τις εθνικές οικονομίες. Τρίτον, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν μπορεί να υπάρχει Οικονομική και Νομισματική Ένωση εάν παραμελούμε τον τομέα της οικονομικής συνεργασίας και συντονισμού. Γι’ αυτό το λόγο, υποστηρίζω ξεκάθαρα την πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να προωθήσει το διάλογο για την ενδυνάμωση του οικονομικού συντονισμού.
Τέλος, χωρίς να είναι το λιγότερο σημαντικό, έχουμε όλοι συνειδητοποιήσει ότι η σταθεροποίηση του Ευρώ και της Ευρωζώνης, δεν είναι μόνο θέμα αλληλεγγύης και δε γίνεται μόνο για κοινωνικούς λόγους. Είναι σημαντικό και από οικονομικής πλευράς και αποτελεί ένα είδος αυτοβοήθειας.
Η Jutta Haug είναι Γερμανίδα Ευρωβουλευτής και Αντιπρόεδρος της Επιτροπής Προϋπολογισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Το άρθρο αυτό γράφτηκε ειδικά για τη ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ.
11 ΘΕΣΕΙΣ
Βασίλης Βουτσάκης,
1. Υπάρχουν πολλοί λόγοι που δικαιολογούν τη βαθιά δυσπιστία των περισσοτέρων προς το φορολογικό σύστημα: όλοι κρύβουμε ένα μικρό Αλέξη Ζορμπά μέσα μας … Θέλω να σταθώ σε δύο, που, πιστεύω, αποτελούν το κλειδί για την κατανόηση του πρόσφατου νόμου περί φορολογίας.
2. Ο πρώτος λόγος, συνδέεται με τον αποδέκτη των φορολογικών υποχρεώσεών μας, το Κράτος. Το πρόβλημα με τις συνεχείς αλλαγές και την πολυπλοκότητα των φορολογικών ρυθμίσεων, δεν είναι μόνο η ανασφάλεια των φορολογουμένων ή η αβεβαιότητα των επενδυτών, αλλά και η αίσθηση ότι οι συνεχείς αλλαγές, οφείλονται σε αδιαφανείς δημοσιονομικές ανάγκες. «Πόσα χρειάζεται το κράτος για να υλοποιήσει τις πολιτικές του δράσεις;» «Αυτή θα είναι η φορολογική πολιτική για τον επόμενο χρόνο». Θα ήταν άδικο να θεωρηθεί ότι η φορολογική πολιτική είναι αυθαίρετη: σε μια δημοκρατία, κατ’ αρχήν υπηρετεί σκοπούς που με κάποιον τρόπο απηχούν τις επιδιώξεις κοινωνικών ομάδων. Αυτό όμως που έχει σημασία είναι ότι στα θεμέλια μιας φορολογικής πολιτικής, επικρατεί αδιαφάνεια: οι επιλογές απορρέουν από δημοσιονομικές σκοπιμότητες - τελεία. Αυτή η αδιαφάνεια διαμορφώνει με συγκεκριμένο τρόπο τη φορολογική συνείδηση των πολιτών: αν το κράτος ορίζει κατά βούλησιν τι οφείλω, η φορολογική υποχρέωσή μου εύκολα θεωρείται ότι γεννιέται εκ των υστέρων. Ο φόρος εμφανίζεται ως κάτι που κατ’ αρχήν μου ανήκει, εκ των υστέρων δε, αφαιρείται από τα εισοδήματά μου.
Όλοι γνωρίζουμε ότι το φορολογικό σύστημα δεν αποτελείται κυρίως από διατάξεις δικαίου. Οι ευγενείς προθέσεις μένει να γίνουν πράξη. Κι εδώ τα πράγματα είναι πολύ πιο δύσκολα.
3. Ο δεύτερος λόγος της δυσπιστίας αφορά τον άλλο πόλο της σχέσης, τα υποκείμενα των φορολογικών υποχρεώσεων. Σε μια κοινωνία σαν την ελληνική, που ομνύει στο όνομα της ισότητας, η φορολογική πολιτική οφείλει να τηρεί την αρχή αυτή. Ο κατακερματισμός όμως των φορολογικών υποχρεώσεων, η πληθώρα των εξαιρέσεων, των απαλλαγών ή των εκπτώσεων χάριν συγκεκριμένων ομάδων, η πολυπλοκότητα των ρυθμίσεων – όλα αυτά πλήττουν την τρέχουσα αντίληψη περί ισότητας. Ιδού ένας δεύτερος λόγος δυσπιστίας: φόρους δεν πληρώνουν όλοι, αλλά μόνο μερικοί. Η επίπτωση στη φορολογική συνείδηση των πολιτών, είναι κι εδώ άμεση: ακόμη κι ο τρόπος εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεων φαντάζει άδικος.
4. Είναι αλήθεια ότι ο νέος νόμος προτίθεται να αντιμετωπίσει αυτά τα προβλήματα – υπονοώντας, και σωστά, ότι αγγίζουν τα βαθύτερα υποστρώματα της συλλογικής μας ζωής, τις νοοτροπίες και τις αξίες που συνυφαίνονται με αυτές. Κατά κανόνα, οι ανατόμοι του δημόσιου βίου στη χώρα μας, πολλών κοινωνικών επιστημόνων συμπεριλαμβανομένων, δεν δίνουν ιδιαίτερη σημασία στους δικαιολογητικούς λόγους ισχύος μιας διάταξης, τις ηθικοπολιτικές αρχές που τη στηρίζουν. Επί τη βάσει όμως αυτών των λόγων αναπτύσσονται τα επιχειρήματα στο δίκαιο, αν δε το δίκαιο παίζει ρόλο, πρέπει να στραφούμε σε αυτούς.
5. Ποιες είναι λοιπόν οι ηθικοπολιτικές αρχές πάνω στις οποίες στηρίζεται ο φορολογικός νόμος; Είναι κατά βάσιν δύο: η αρχή της δημοσιονομικής εξυγίανσης και η αρχή της ισότητας ως προς τις πραγματικές δυνατότητες. Μερικές σύντομες σκέψεις δίνουν, ελπίζω, απάντηση στο γιατί η εφαρμογή τους μπορεί να συμβάλλει στην ύφανση ενός δικτύου εμπιστοσύνης προς το φορολογικό σύστημα – ιδίως αν διατυπωθούν με πιο πειστικό τρόπο.
6. Η πρώτη αρχή, η αρχή της δημοσιονομικής εξυγίανσης, είναι εκείνη που απαντά κυρίως στη δεινή κατάσταση των δημοσιονομικών μεγεθών. Στο σημείο όμως αυτό, χρειάζεται προσοχή. Είδαμε πριν ότι η απλή επίκληση των δημοσιονομικών αναγκών, όχι μόνο δεν αρκεί, αλλά δημιουργεί περισσά προβλήματα. Αυτό που επιπλέον έκανε η κυβέρνηση Παπανδρέου -με καθυστέρηση, βεβαίως, που μάλλον στοίχισε ως προς τη δυνατότητα δανεισμού της χώρας- είναι ότι προκάλεσε ευρεία συζήτηση στη δημόσια σφαίρα και συσχέτισε ευθέως τα δημοσιονομικά προβλήματα της χώρας με τις ανεπάρκειες του φορολογικού συστήματος, όπως λειτουργούσε ιδίως τα τελευταία χρόνια της πλήρους ασυδοσίας. Με άλλα λόγια: ονομάτισε, ανέλυσε, εξήγησε τις δημοσιονομικές ανάγκες. Έτσι η επίκλησή τους μπορεί πιο εύκολα να νομιμοποιήσει τη θεραπεία – ακόμη και την οδυνηρή θεραπεία.
7. Ούτε όμως η ανάλυση της αρχής της δημοσιονομικής εξυγίανσης αυτής καθ’ εαυτής αρκεί – κι εδώ είναι το αδύνατο σημείο της κυβερνητικής πολιτικής. Αντίθετα με την κυβερνητική ρητορεία, η δημοσιονομική ανάγκη δεν κείται εκτός του πεδίου της δικαιοσύνης. Το αν τελεί μια χώρα σε κατάσταση ανάγκης, αυτό είναι μια ηθικοπολιτική κρίση. Το τι απαιτείται για να την αντιμετωπίσουμε, επίσης. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο τρόπος αντιμετώπισης μιας κατάστασης ανάγκης υπακούει σε επιταγές της δικαιοσύνης. Απόκειται συνεπώς στην κυβέρνηση να κάνει ένα βήμα ακόμη: να εξηγήσει ποια σημαντικά για εμάς -κι όχι εν γένει για την οικονομία- αγαθά, κινδυνεύουν από τη δραματική επιδείνωση των δημοσιονομικών μεγεθών.
8. Η δεύτερη αρχή, είναι η αρχή της ισότητας ως προς τις πραγματικές δυνατότητες. Κάθε πολίτης οφείλει να συνεισφέρει ανάλογα με τις δυνατότητές του – και δη τις πραγματικές: τα φορολογικά βάρη ενός ατόμου αντιστοιχούν προς το επίπεδο ευημερίας αυτού. Πολλές ρυθμίσεις, από εκείνες που εισάγουν την ενιαία προοδευτική φορολογική κλίμακα ή εκείνες που αναφέρονται στα τεκμήρια, μέχρι εκείνες που καταργούν την αυτοτελή αξιολόγηση ή τις φοροαπαλλαγές, στηρίζονται σ’ αυτή την αρχή. Μια αρχή μάλλον εύλογη: ο καθένας καλείται να συμβάλλει στη μέσω του φορολογικού συστήματος εξασφάλιση διαφόρων αγαθών, ανάλογα με τα εφόδια που έχει. Έτσι μοιάζει να ικανοποιείται μια απαίτηση που οι περισσότεροι συνδέουμε με τη δικαιοσύνη: οι δυνατότητες ενός ατόμου εξαρτώνται από το ίδιο, ορθό είναι συνεπώς να φορολογείται ανάλογα με αυτό ως προς το οποίο έχει το ίδιο ευθύνη. Εδώ έγκειται η δεύτερη κίνηση της κυβέρνησης Παπανδρέου, με σκοπό την ύφανση φορολογικής εμπιστοσύνης: η φορολογική υποχρέωση εξατομικεύεται – και μάλιστα με γνώμονα τις ατομικές επιλογές και την προσωπική ευθύνη.
9. Η αρχή της ισότητας ως προς τις πραγματικές δυνατότητες, είναι μία μόνο ερμηνεία της αρχής της ισότητας, έχει δε και τυφλά σημεία: γνωρίζουμε ότι οι δυνατότητες ενός ατόμου εξαρτώνται και από παράγοντες τους οποίους δεν επηρεάζει, π.χ. το περιβάλλον του ή την τύχη∙ τους παράγοντες αυτούς, ας τους ονομάσουμε «περιστάσεις», η ερμηνεία αυτή της αρχής της ισότητας δεν τους λαμβάνει υπόψη. Έτσι παραγνωρίζει το ειδικό βάρος της αφετηρίας από την οποία κάποιος ξεκίνησε για να αναπτύξει τις πραγματικές του δυνατότητες. Το να θεωρούμε ότι κάποιος δικαιούται τους καρπούς των κόπων του είναι εύλογο∙ το να αγνοούμε όμως τη συμβολή των περιστάσεων στην απόκτηση των καρπών αυτών, δεν είναι.
10. Η αρχή της ισότητας ως προς τις πραγματικές δυνατότητες, δίνει στρεβλή εικόνα της φορολογίας. Στην πραγματικότητα, οι φόροι είναι το μέρος των καρπών των κόπων μας που οφείλουμε, ήδη εξ αρχής, στη συλλογικότητα, ως αντάλλαγμα για τη συμβολή της στην απόκτηση των καρπών αυτών. Η αρχή αυτή χρειάζεται συνεπώς αναδιατύπωση: κάποιοι κάνουν λόγο για «ισότητα των πόρων». Το ζήτημα δεν είναι ο όρος, αλλά η ουσία: αυτό που απαιτείται, και η αρχή της ισότητας των πραγματικών δυνατοτήτων δεν επιτρέπει, είναι να δικαιολογηθούν κι άλλες ρυθμίσεις, όπως αυτές για τη φορολόγηση της κληρονομιάς και των γονικών παροχών, γενικότερα δε να νομιμοποιηθεί σε πιο στέρεη βάση το φορολογικό σύστημα.
11. Όλοι γνωρίζουμε ότι το φορολογικό σύστημα δεν αποτελείται κυρίως από διατάξεις δικαίου. Οι ευγενείς προθέσεις μένει να γίνουν πράξη. Κι εδώ τα πράγματα είναι πολύ πιο δύσκολα. Και ναι μεν η γενικότερη κατάσταση είναι πολύ δύσκολη, αλλά το ότι η σωτηρία μας εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από την αποτελεσματικότητα του κράτους και τη φορολογική συνείδηση των πολιτών, δείχνει πώς η δημοκρατία μας πέρασε -δυστυχώς, απότομα- στη φάση της ενηλικίωσής της.
*Ο Βασίλης Βουτσάκης διδάσκει Φιλοσοφία Δικαίου στη Νομική Σχολή Αθηνών.
Διοικητικός Φορέας για τη Ναυτιλία:
Κωνσταντίνος Χλωμούδης,
Μετά από πειραματισμούς 8 μηνών, σε κυβερνητικό επίπεδο, για το διοικητικό φορέα της ναυτιλίας, η απόφαση (άραγε ποιοι έχουν την ευθύνη λήψης της;) να ανατεθεί στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, δείχνει περισσότερο άγνοια, που οδηγεί σε αναχρονισμό, ενώ δείχνει ακόμη την ανευθυνότητα από τη μεριά των ομιλούντων επί της ναυτιλίας, στη διαμόρφωση αυτής της επιλογής.
Είναι προφανές ότι η απόφαση αυτή, θα κριθεί σύντομα τα προσεχή χρόνια ως ανεπαρκής και υπονομευτική για την εθνική ναυτιλία, αλλά και οπισθοδρομική για τη χώρα, που θέλει να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των καιρών για διακυβέρνηση της παγκοσμιοποίησης και στα των θαλασσίων μεταφορών. Απόφαση που εμφανίζει την κυβέρνηση ως υποχείρια απειλών εφοπλιστών, η πλειοψηφία των οποίων έχουν από καιρού επιλέξει ... άλλες σημαίες!
Δεν είναι δα και πολύ παλιά η διατυπωθείσα θέση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη κ. Μιχάλη Χρυσοχοΐδη (Ημερησία, 03/02/2010), ότι «αποτελεί στρέβλωση και αναχρονισμό η κύρια άσκηση καθηκόντων ναυτιλιακής πολιτικής από το Λιμενικό Σώμα, όπως ζητείται από τους Έλληνες εφοπλιστές και δευτερευόντως η άσκηση καθηκόντων που αφορούν στην ασφάλεια».
Ο Υπουργός, την 1η Ιουλίου, είχε την πρώτη συνάντηση με την Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών για τα θέματα της ναυτιλίας, μιας και μετά τις παλινωδίες της κυβέρνησης, η ευθύνη της ποντοπόρου ναυτιλίας ανατέθηκε στις αρμοδιότητες του Υπουργείου του (!!!).
Προς στιγμήν, έχουν ηγεμονεύσει οι θιασώτες της επιστροφής στο χθες. Αυτοί που ουσιαστικά Σε καμιά ευρωπαϊκή χώρα δεν υπάρχει προηγούμενο κατάτμησης του κλάδου. Πουθενά δεν ασκείται Ναυτιλιακή Πολιτική από το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης ή από την Ακτοφυλακή. επιμένουν στη διατήρηση ενός απαρχαιωμένου ιεραρχικού στρατιωτικού μοντέλου διοίκησης, που όμοιό του βέβαια δεν συναντάται σε καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα, πόσο μάλλον σε άλλες, ναυτιλιακά ισχυρές χώρες. Επικράτησαν αυτοί που εμμέσως πλην σαφώς παίρνουν ρεβάνς από την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στην Ελλάδα, στο χώρο της ναυτιλίας, μετά τη σαφή υποστήριξή τους στη δικτατορία των συνταγματαρχών της επταετίας 1997-2004. Επέβαλλαν ένα μοντέλο που γενικά αντίκειται στις αρχές των σύγχρονων δημοκρατικών και αξιοκρατικών συστημάτων δημόσιας διοίκησης. Πρόκειται για το αποτυχημένο σύστημα που δημιουργήθηκε και συντηρήθηκε με βάση τα δεδομένα προηγούμενων δεκαετιών, λειτούργησε απόλυτα ελεγχόμενα από συντεταγμένα οικονομικά συμφέροντα σε ό,τι αφορά στη ναυτιλιακή πολιτική της χώρας, απλώς αναπαράγοντας χαμηλής ποιότητας διεκπεραιωτική υπηρεσία, διοχετεύοντας με περισσό θράσος την άποψη ότι το «θαύμα» της Ελληνικής Ναυτιλίας δεν οφείλεται τόσο στην ικανότητα του έλληνα εργαζόμενου στη ναυτιλία και στην επιχειρηματικότητά τους, αλλά στην αποτελεσματικότητα του Λιμενικού Σώματος…!
Η Ε.Ε., με κάθε τρόπο, εδώ και αρκετά χρόνια βιώνει το πρόβλημα με την αντικοινοτική λειτουργία του φορέα που εκπροσωπεί τη χώρα στα της ναυτιλίας. Δεν εκπροσωπεί τη χώρα, ή έστω την κυβέρνησή της, αλλά συντεχνιακά συμφέροντα μιας κατηγορίας εφοπλιστών, οι οποίοι δεν διακρίνονται για την επιλογή της ελληνικής σημαίας στα πλοία τους. Ενδεικτική είναι η προσφυγή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, κατά της Ελλάδας, ζητώντας να καταδικάσει τη χώρα μας διότι κατέθεσε νομοθετική πρόταση για την ασφάλεια στα πλοία και τα λιμάνια στο πλαίσιο του ΙΜΟ, παρακάμπτοντας την Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι προφανής η ανάγκη να υπάρχει ενημέρωση για τις απόψεις που υποστηρίζουν στον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό (ΙΜΟ) οι εκπρόσωποι των κρατών. Γνωρίζει κανείς με ποιο τρόπο λαμβάνονταν οι αποφάσεις για τις θέσεις της χώρας μας στο ΙΜΟ; Μπορεί κάποιος να μάθει ποιες είναι οι θέσεις της χώρας μας στον οργανισμό αυτό, για να τις κρίνει; Αυτό, ούτε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατάφερε να το παρακολουθήσει εύκολα, γι’ αυτό και στην ουσία μέσω του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου επιχειρεί να εισέλθει στους κόλπους του ΙΜΟ…
Αυτό το σύστημα επικράτησε για να ξεπεράσει προβλήματα που δημιούργησε η χωρίς προετοιμασία και οργάνωση κατάργηση του τέως Υπουργείου επί της ναυτιλίας. Γυρίζοντας έτσι πιο πίσω και από την κατάσταση που θέλησε να διορθώσει αυτή η κυβέρνηση.
Είναι το σύστημα, το οποίο, αδιαφορώντας για τα πραγματικά συμφέροντα της ελληνικής ναυτιλιακής δημόσιας διοίκησης και τις προκλήσεις για εκσυγχρονισμό της νέας εποχής, προτείνει τη διάσπαση της ενιαίας μορφής των Υπηρεσιών της Γενικής Γραμματείας Ναυτιλιακής Πολιτικής, με κριτήρια υποταγής σε πιέσεις και συγκεκριμένα συμφέροντα, με παράλληλη διατήρηση στρατιωτικής μορφής διοίκησης, μεταξύ άλλων σε Υπηρεσίες όπως η ναυτική εκπαίδευση, η ναυτική εργασία, η ναυτιλιακή πολιτική και ανάπτυξη, η παρακολούθηση θεμάτων διεθνών και ευρωπαϊκών Οργανισμών, η παραγωγή νομοθετικού έργου, ο εξειδικευμένος τεχνικός έλεγχος ασφάλειας πλοίων και λιμένων και η προστασία του θαλασσίου περιβάλλοντος, καθώς και η εποπτεία ελεγκτικών Φορέων.
Μας καθιστά ως χώρα «περίγελο», καθώς η ακτοφυλακή, πουθενά σε Ε.Ε. και Η.Π.Α. δεν ασκεί μονομερώς ναυτιλιακή πολιτική (π.χ. COAST GUARD, και MARAD στις ΗΠΑ) σε θέματα ναυτιλιακής ανάπτυξης, επενδύσεων, εκπαίδευσης, θαλασσίων μεταφορών, ναυτικής εργασίας, εκπροσώπησης σε Ευρωπαϊκούς ή Διεθνείς Οργανισμούς.
Το ενιαίο της Διοίκησης της ναυτιλίας, είναι πρωταρχικής σημασίας για την επίτευξη οφέλους στην εθνική οικονομία. Ο ναυτιλιακός κλάδος είναι η ποντοπόρος ναυτιλία, η ακτοπλοΐα, οι λιμένες, ο θαλάσσιος τουρισμός και το σύνολο των δραστηριοτήτων που εκτείνονται από την έρευνα και ανάπτυξη, μέχρι τα σκάφη αναψυχής και τις υπηρεσίες λιμανιών. Με δεδομένη την καθολικά αναγνωρισμένη αλληλοσυσχέτιση των θεμάτων που απασχολούν τους επιμέρους κλάδους, για την απαραίτητη λήψη μέτρων και την άσκηση πολιτικών είναι αναγκαία η ενιαία αντιμετώπιση.
• Σε καμιά ευρωπαϊκή χώρα δεν υπάρχει προηγούμενο κατάτμησης του κλάδου. Πουθενά δεν ασκείται Ναυτιλιακή Πολιτική από το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης ή από την Ακτοφυλακή.
• Αντίθετα, παντού, σε Ευρώπη και Αμερική, βαθαίνει η διάκριση των εξουσιών ανάμεσα στους ασκούντες πολιτική και στους ελέγχοντες. Και παρατηρείται η θεσμοθέτηση ανεξάρτητων αρχών που καθίστανται υποχρεωτικές από Διεθνείς Συμβάσεις ή Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς.
• Η άσκηση δημόσιας ναυτιλιακής πολιτικής, με ενιαίο και σαφή τρόπο, είναι κρίσιμη λόγω του μεγέθους της ναυτιλίας. Παράλληλα, υπηρετείται η σκληρή προτεραιότητα των καιρών για εξοικονόμηση αλλά και αξιοποίηση πόρων (ανθρώπινων και χρηματικών).
• Η θεσμική σαφήνεια και διαφάνεια, θα επιφέρει πολλαπλασιαστικά οφέλη στη ναυτιλία, τόσο σε εθνικό επίπεδο, όσο και στην παρέμβαση της χώρας μας σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.
Εύκολα άλλωστε αποδεικνύεται η μικρή έως ελάχιστη αποτελεσματικότητα του καθεστώτος των πρώην Υπουργείων Υ.Ε.Ν. και Υ.Ε.Ν.Α.Ν.Π. στους παραπάνω τομείς, που οφείλεται κυρίως στη μορφή της στρατιωτικής δομής τους. Ενδεικτικά μπορεί να αναφερθεί το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο σχετικά με θέματα ναυτιλίας, το οποίο, αν εξαιρέσει κανείς νομοθετήματα που αποτελούν υποχρεωτική ενσωμάτωση της διεθνούς και κοινοτικής νομοθεσίας, είναι στην πλειονότητά του αναχρονιστικό, χωρίς ουσιαστικά να έχει ανανεωθεί και επικαιροποιηθεί σύμφωνα με τα σύγχρονα δεδομένα εδώ και αρκετές δεκαετίες. Επίσης, ομολογείται σε διεθνές επίπεδο ότι η εν γένει παρουσία των Υπηρεσιών των προαναφερόμενων Υπουργείων στα διεθνή φόρα, έχει στερηθεί δημιουργικών πρωτοβουλιών και επιστημονικής τεκμηρίωσης, στο πλαίσιο αναζήτησης συνεργασιών και υποστήριξης από ευρύτερους ναυτιλιακούς, ακαδημαϊκούς και κοινωνικούς εταίρους και φορείς. Έτσι, χάνονται χρυσές ευκαιρίες ανάδειξης των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της χώρας μας και αξιοποίησης διεθνών συγκυριών προς όφελος των εθνικών συμφερόντων και αναπαράγονται απλώς θέσεις στενών και συγκεκριμένων οικονομικών συμφερόντων.
*Ο Κων/νος Χλωμούδης είναι καθηγητής στο Τμήμα Ναυτιλιακών Σπουδών του Παν/μίου Πειραιώς.
|
Οικονομική Κρίση και Κεντροαριστερά
|