Το τέλος της Ιστορίας, ο Θατσερισμός και η ιδιωτικοποίηση των βρετανικών σιδηροδρόμων

Βλέπουμε στις μέρες μας, 30 χρόνια μετά, την εκδίκηση μιας ιστορικής ανορθολογικότητας.
Στα πλαίσια της ηγεμονίας του μονεταρισμού ξεκίνησε τότε και συνεχίζεται δυστυχώς σε κάποιες χώρες, ετεροπροσδιορισμένα με τη σχετική χρονοκαθυστέρηση, η επιλογή-θεραπεία προς οποιοδήποτε οικονομικό πρόβλημα, αυτή των ιδιωτικοποιήσεων.
Ιδιαίτερη αντίσταση στη διεθνή βιβλιογραφία, θα δούμε ότι εκφράστηκε για τους τομείς των δικτύων υποδομών και το τρόπο και τους κινδύνους διαχείρισης, συντήρησης και ανάπτυξής τους.
Η πρωτοστάτης Βρετανία ιδιωτικοποίησε τους σιδηροδρόμους της τη δεκαετία του 1990, υπό την συντηρητική κυβέρνηση του Τζον Μέιτζορ.
Σήμερα το σύνολο των Βρετανών, με πρώτη την ίδια την κυβέρνησή τους, αξιολογούν τα αποτελέσματα της τριακονταετίας ως καταστροφικά για τις σιδηροδρομικές μεταφορές στη χώρα τους. Επισημαίνουν τις δαπάνες, τις καθυστερήσεις και τα προβλήματα που συνδέονται με τον καταμερισμό της εκμετάλλευσης από πλήθος ιδιωτικών εταιριών.
“…Το μοντέλο ιδιωτικοποιήσεων που υιοθετήθηκε πριν από 30 χρόνια … έχει αποδείξει ότι δεν λειτουργεί πλέον…”, ανέφερε σε δήλωση του ο υπουργός Μεταφορών Γκραντ Σάπς.
Τώρα που η Ζήτηση, λόγω της πανδημίας, περιορίζεται οι ιδιωτικές επιχειρήσεις δεν θέλουν και σωστά, να αναλάβουν το κόστος λειτουργίας και συντήρησης των σιδηροδρομικών γραμμών.
Η Βρετανία λοιπόν επέκτεινε την κρατική υποστήριξη για να διατηρήσει ενεργό το σιδηροδρομικό της δίκτυο, κατά τη διάρκεια της πανδημίας, παρέχοντας πριν από την αλλαγή του τρόπου λειτουργίας του συστήματος, προσωρινές συμβάσεις σε λιγότερο επικερδείς ιδιωτικές σιδηροδρομικές εταιρείες. Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, οι δαπάνες έφτασαν περίπου τις 3,5 δισεκατομμύρια λίρες (4,53 δισεκατομμύρια δολάρια) για την επιδότηση των σιδηροδρόμων τους τελευταίους έξι μήνες σύμφωνα με εκτιμήσεις.
Η κυβέρνηση της Βρετανίας απέφυγε την επάνοδο στην πλήρη εθνικοποίηση, αλλά δήλωσε ότι θα υιοθετήσει τελικά ένα νέο μοντέλο για την αντικατάσταση ενός δυσλειτουργικού συστήματος franchise, που είχε οδηγήσει στη κατάρρευση ορισμένων υπηρεσιών ακόμη και πριν το ξέσπασμα της πανδημίας, με πολύ υψηλές τιμές και υπερπλήρωση των τρένων.
Το υπουργείο Μεταφορών της Βρετανίας αποσύρει από τις ιδιωτικές εταιρείες την εκμετάλλευση συγκεκριμένων γραμμών οι οποίες περνούν στη διαχείριση ΞΑΝΑ του δημοσίου.
Είναι μια επανάληψη πρόσφατης απανακρατικοποίησης σιδηροδρομικού δικτύου σε διάστημα δύο ετών για μια συντηρητική κυβέρνηση, έπειτα από αυτήν των γραμμών στην ανατολική Αγγλία το 2018 με τη λήξη της σύμβασης εκμετάλλευσης της Virgin Trains East Coast.
Η επιστροφή αυτή στο δημόσιο συνιστά μια πολιτική κίνηση για τον πρωθυπουργό Μπόρις Τζόνσον, ο οποίος δεν έκρυψε την πρόθεσή του να αυξήσει τις δημόσιες δαπάνες στις μη προνομιούχες περιοχές και παλιά προπύργια των Εργατικών.
Ενδιαφέρον έχει η πρόσφατη ανακοίνωση της ιδίας της ιδιωτικής εταιρείας Arriva, η οποία αναφέρει ότι "κατανοεί" την απόφαση της κυβέρνησης, αποδίδοντας τα προβλήματα των γραμμών αυτών σε "εξωτερικούς παράγοντες" όπως οι απαρχαιωμένες υποδομές και οι απεργίες...
Δείχνει ότι στους δύσκολους καιρούς ο ιδιωτικός τομέας δεν θα αναλάβει (και σωστά δεδομένου ότι είναι στη φύση του) το κόστος λειτουργίας υπηρεσιών που ακουμπούν τα χαρακτηριστικά των “δημόσιων” αγαθών, όπως προσδιορίζονται από τη θεωρία των “δημόσιων οικονομικών”. Τα δίκτυα υποδομών φαίνεται ότι διαθέτουν, άλλα περισσότερο και άλλα λιγότερο, χαρακτηριστικά “δημόσιου” αλλά και “ιδιωτικού” αγαθού. Είναι δηλαδή αγαθά ιδιότυπα (μεικτά- merit goods). Εφόσον αποδεχθούμε αυτή την προσέγγιση, είναι ανορθολογική όποια επιλογή αποκλειστικής διαχείρισης από το κράτος των υπηρεσιών παραγωγής των συγκεκριμένων υπηρεσιών, εφόσον υπάρχει ενδιαφέρον από τον Ιδιωτικό τομέα. Όπως αντιστοίχως, επειδή υπάρχει ενδιαφέρον από τον Ιδιωτικό τομέα, είναι ανορθολογικό να υπάρξει πλήρης αποχώρηση του κράτους από τις επιχειρηματικές αυτές δομές.
Η συνύπαρξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα στους συγκεκριμένους τομείς, με κατανομή ρίσκου και ωφελειών μεταξύ τους, αναθέτοντας ως επί το πλείστον ρυθμιστικό ρόλο στο δημόσιο και διαχειριστικό στον ιδιωτικό τομέα, φαίνεται να είναι η βέλτιστη λύση.

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ