Παιδεία και πάλι γιατί έτσι πρέπει

Πηγή: Athens Voice.

Η εμπιστοσύνη της κοινωνίας στους θεσμούς βρίσκεται σήμερα σε υψηλά για τα δεδομένα της χώρας επίπεδα. Συγχρόνως, σύμφωνα με τον Τάκη Παππά, η Ελλάδα έχει την πλέον αξιόπιστη φιλελεύθερη δημοκρατία από δημιουργίας του Ελληνικού Κράτους. Επιπλέον, η Κοινωνία των Πολιτών είναι παρούσα (όπως ήταν και στους Ολυμπιακούς αγώνες αλλά και στην κρίση του προσφυγικού και κατά τη διάρκεια  της οικονομικής κρίσης), φέρνοντας στο προσκήνιο τις θετικές δυνάμεις της κοινωνίας. 

Καταλύτης για όλα τα ανωτέρω ήταν ο τρόπος με τον οποίο ο Κυριάκος Μητσοτάκης αντιμετώπισε δύο μείζονος σημασίας κρίσεις: αυτήν στον Έβρο με την προσπάθεια εισβολής δεκάδων χιλιάδων μεταναστών, μέσω ενός σχεδιασμού από το τουρκικό κράτος, και εκείνην της πανδημίας του covid-19. Ο Π/Θ λειτούργησε με ταχύτητα, αποφασιστικότητα, με σεβασμό στους ειδικούς και με αναγνώριση κρίσιμων λαθών αυτής της περιόδου. Το αποτέλεσμα ήταν να κερδίσει την εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας των πολιτών και την αναγνώριση του διεθνούς τύπου. Συσπείρωσε την κοινωνία και υποχρέωσε την αντιπολίτευση σε υποχρεωτική συναίνεση. Συνέπεια αυτών ήταν να κατέχει αυτή τη στιγμή ένα σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο.

Τώρα ή ποτέ; Αυτό το πολιτικό κεφάλαιο θα πρέπει να το αξιοποιήσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, προκειμένου να προβεί στο αμέσως επόμενο διάστημα στις μεγάλες μεταρρυθμίσεις, δηλαδή στον εκσυγχρονισμό της Δημόσιας Διοίκησης και την ένταξη των επιτευγμάτων της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης σε αυτήν, της Παιδείας, της Υγείας και του Ασφαλιστικού - Συνταξιοδοτικού.

Δεν είμαι ειδικός και ικανός να μιλήσω με προτάσεις για τα τρία εκ των τεσσάρων κεφαλαίων, που ανέφερα. Για το τελευταίο εξ αυτών (Συνταξιοδοτικό) θα παραπέμψω τους αναγνώστες στην αρνητική κριτική που άσκησε στον νόμο Βρούτση (Φεβρουάριος 2020) ο καθηγητής Μιλτιάδης Νεκτάριος. Όμως, το μέγα θέμα της Εκπαιδευτικής Μεταρρύθμισης ήταν εκείνο που ο σημερινός πρωθυπουργός ενέταξε προεκλογικά με κάθε λεπτομέρεια στο Πρόγραμμα της ΝΔ, το οποίο παρουσίασε σε δύο συνεχόμενες εκδηλώσεις στα τέλη του 2018 και μετεκλογικά το θεώρησε (δικαίως) ως τον θεμέλιο λίθο της ανάταξης της κοινωνίας και τον κύριο μοχλό της πολιτικής της κυβέρνησής του.

Έρχομαι, λοιπόν, στο προκείμενο. Μεταρρυθμίσεις προσπάθησαν να υλοποιήσουν αρκετοί υπουργοί Παιδείας από το 1982 έως το 2019. Λίγες ήσαν προς τη θετική και οι περισσότερες προς την αρνητική κατεύθυνση. Αναφέρω ως θετικές (αλλά ημιτελείς) τις προσπάθειες του Γ. Σουφλιά με τον νόμο 2083/1992 για την λειτουργία των Πανεπιστημίων και της Μ. Γιαννάκου με τους νόμους για τα Επαγγελματικά Λύκεια, την ίδρυση της Αρχής Διασφάλισης Ποιότητας, την επιλογή στελεχών της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, την ίδρυση του Διεθνούς Πανεπιστημίου, τη συστηματοποίηση της Διά Βίου Μάθησης και, τέλος, το νόμο 3549/2007 για τα Πανεπιστήμια.

Όμως, η κορύφωση και η συστηματοποίηση της Εκπαιδευτικής Μεταρρύθμισης συντελέσθηκε επί υπουργίας Άννας Διαμαντοπούλου με το πλέον ολοκληρωμένο και πολύ καλά προετοιμασμένο από το 2008 μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα σε όλο το φάσμα της εκπαίδευσης. Αναφέρω ενδεικτικά τους νόμους 3839/2010 (σύστημα επιλογής προϊσταμένων οργανικών μονάδων με αξιοκρατικά κριτήρια), 3879/2010 (ανάπτυξη της Δια Βίου Μάθησης), 3966/2011 (Θεσμικό πλαίσιο των Πρότυπων και Πειραματικών Σχολείων, ίδρυση Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής, Οργάνωση Ινστιτούτου Τεχνολογίας Υπολογιστών και εκδόσεων ΔΙΟΦΑΝΤΟΣ), 4009/2011 (Δομή, λειτουργία, διασφάλιση ποιότητας των σπουδών και διεθνοποίηση των ΑΕΙ) και 3848/2010 (αναβάθμιση του εκπαιδευτικού- καθιέρωση κανόνων αξιολόγησης και αξιοκρατίας στην εκπαίδευση).

Όλα, όμως, αυτά τα επιτεύγματα της πολιτικής με τη θεσμοθέτηση της ένταξης των επιτευγμάτων της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης και της καθιέρωσης της Αριστείας, της Αξιολόγησης και της Αξιοκρατίας στην εκπαίδευση, σαρώθηκαν από το τσουνάμι του λαϊκισμού και της αναξιοκρατίας επί πρωθυπουργίας Α. Τσίπρα και αντικαταστάθηκαν από τα καταστροφικά συνθήματα «μαυροπίνακας και κιμωλία», «η αριστεία είναι ρετσινιά», «ο νόμος 4009 είναι αντιδημοκρατικός και αντισυνταγματικός», «η αξιολόγηση είναι τιμωρητική μέθοδος για τους εκπαιδευτικούς» και «η μεταρρύθμιση της Διαμαντοπούλου στα Πανεπιστήμια αποτελεί Ιουλιανό πραξικόπημα» (το τελευταίο ειπώθηκε από τον Γ. Μυλόπουλο, τ. πρύτανη του ΑΠΘ και επί ΣΥΡΙΖΑ πρόεδρο της ΜΕΤΡΟ Α.Ε.).

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης διακήρυττε σταθερά ότι θεμέλια της νέας, σύγχρονης και ανθρώπινης κοινωνίας, που οραματίζεται και οραματιζόμαστε, είναι η Παιδεία. Γνωρίζει ότι το «Παιδείας Άρξασθαι» και το ομηρικό «Αιέν Αριστεύειν και υπείροχον έμμεναι άλλων» θα έλθει μόνον μέσω ρήξεων με το κατεστημένο της μετριότητας και του κρατικού συνδικαλισμού. Γνωρίζει ότι η Άννα Διαμαντοπούλου, ως υπουργός Παιδείας, έσπασε αυγά, ήρθε σε ρήξεις με συνδικάτα και παρατάξεις, ακόμη και με πρωτοκλασάτα στελέχη της κυβέρνησης 2009-2011, προκειμένου να περάσει από το Υπουργικό Συμβούλιο και από τη Βουλή όλο το μεταρρυθμιστικό νομοθετικό έργο με ιστορικής εντέλει σημασίας συναινέσεις. Είχε βέβαια το πλεονέκτημα της στήριξης του ίδιου του πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου. Όμως, αν κάνουμε μία αναδρομή στο παρελθόν, και ο Τάσος Γιανίτσης είχε τη στήριξη του πρωθυπουργού Κ. Σημίτη για το Συνταξιοδοτικό, αλλά δεν κατόρθωσε να το επιβάλει έως το τέλος, με αποτέλεσμα η χώρα να χρεωθεί περίπου 200 δις ευρώ για τη χρηματοδότηση ενός ασφαλιστικού - συνταξιοδοτικού, το οποίο αποτέλεσε και την κύρια αιτία της χρεοκοπίας μας.


Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη άρχισε με τους άριστους οιωνούς και στο θέμα της Παιδείας. Η ηγεσία του υπουργείου ανετέθη σε μία νέα, καλλιεργημένη και σοβαρή πολιτικό, που είχε τη στήριξη όλων των προοδευτικών δυνάμεων, αλλά και τη δυνατότητα να αξιοποιήσει όλο το έμπειρο στελεχικό δυναμικό που ήταν έτοιμο να συνεισφέρει. Οι μήνες πέρασαν χωρίς ουσιαστικές αλλαγές. Το σύστημα ΣΥΡΙΖΑ στο νομοθετικό και διοικητικό πλαίσιο παρέμεινε αδιατάρακτο. Ίσως για να εξαγοραστεί ηρεμία και συναίνεση. Το άσυλο, η ΑΔΙΠ είναι σημαντικές επιλογές (τις χειροκροτήσαμε), αλλά δεν αλλάζουν τίποτε από μόνα τους. Η αποτελεσματική και άμεση (και μπράβο σε όλους τους εκπαιδευτικούς και στο Υπουργείο) αντιμετώπιση της καραντίνας με εξ αποστάσεως μαθήματα απέχουν πολύ από το πραγματικό ψηφιακό σχολείο.


Τον τελευταίο καιρό, ιδιαίτερα, παρακολουθούμε μια συνεχή δημοσιοποίηση αποσπασματικών ρυθμίσεων, χωρίς συνοχή εκπαιδευτικής πολιτικής, παρά το γεγονός ότι οι πλείστες εκ των αποσπασματικών αλλαγών είναι προς τη θετική κατεύθυνση. Από τα αγγλόφωνα μαθήματα στα Πρότυπα Σχολεία (γενικώς), από τα Πρότυπα Σχολεία στη νέα ΑΔΙΠ, από εκεί στα αγγλικά στο νηπιαγωγείο. στην αλλαγή μαθημάτων (χωρίς ουσιαστικές αλλαγές των θέσεων Φίλη και Γαβρόγλου) και στο ενιαίο ψηφοδέλτιο πρυτανικών αρχών, ενώ δεν ακούμε καν μία λέξη για την επαναφορά της Τεχνολογικής Εκπαίδευσης με την επανασύσταση των 3ετούς φοίτησης ΤΕΙ. Δεν ακούσαμε ούτε μία λέξη για την ανάγκη ενός γενναίου Χωροταξικού Ανασχεδιασμού της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης με την κατάργηση και συγχώνευση σχολών και Πανεπιστημίων, τη δραστική μείωση των εισαγομένων φοιτητών στα πανεπιστήμια και την προώθηση των περισσοτέρων στην πάσχουσα και απαξιωμένη και ανύπαρκτη σήμερα Τεχνολογική Εκπαίδευση (ας θυμηθούμε ότι όλα τα ΤΕΙ αναβαθμίστηκαν σε Πανεπιστήμια χωρίς αξιολόγηση). Τους τελευταίους μήνες δεν ακούμε πλέον την αναγκαιότητα της επαναφοράς των Συμβουλίων Ιδρυμάτων, την επίλυση του προβλήματος των αιωνίων φοιτητών.


Αυτά, που βλέπουμε και ακούμε, δεν είναι Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση, αλλά  αποσπασματικές ρυθμίσεις. Με όλο το σεβασμό, προς το πρόσωπο του πρωθυπουργού, αλλά και της υπουργού Παιδείας, αυτό είναι ένας επικοινωνιακός μπιζιμποντισμός (υπενθυμίζω ότι τον όρο Busy Body χρησιμοποιούν οι αγγλόφωνοι, προκειμένου να χαρακτηρίσουν κάποιον που είναι μόνιμα απασχολημένος, αλλά μερικές φορές το αποτέλεσμα της όλης ενασχόλησής του δεν είναι ανάλογο της όλης προσπάθειάς του).


Υπάρχει τεράστιο πολιτικό κεφάλαιο, δίψα από την κοινωνία για πραγματικές αλλαγές και ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΑΓΚΗ για σχολεία και Πανεπιστήμια του 21ου αιώνα.


Γιατί, λοιπόν, διστάζετε; Τι περιμένετε;


Υ.Γ. Το 2011 συγκροτήθηκε επιστημονική επιτροπή του ΟΟΣΑ, η οποία μετά από πολύμηνη μελέτη και επικοινωνία με άτομα και φορείς, υπέβαλε μία πολυσέλιδη έκθεση για το εκπαιδευτικό σύστημα της Ελλάδας. Το πλήρες κείμενο είναι στη διάθεση κάθε ενδιαφερομένου. Παραθέτω ένα μικρό μέρος από τον πρόλογο, προκειμένου να υπενθυμίσω ότι τώρα και όχι αύριο πρέπει να δράσει ο πρωθυπουργός.


«Το μέλλον της ευημερίας της Ελλάδας εξαρτάται από τη βελτίωση της επίδοσης στην εκπαίδευση προκειμένου να τονωθεί η παραγωγικότητα και να βελτιωθούν τα αποτελέσματα σε κοινωνικό επίπεδο. Στο σημερινό οικονομικό περιβάλλον, η Ελλάδα, με δεδομένη την ανάγκη για τη μέγιστη δυνατή αξιοποίηση των δαπανών της, πρέπει και μπορεί να αντιμετωπίσει τις αδυναμίες του εκπαιδευτικού συστήματος. Οι προκλήσεις είναι σημαντικές. Για παράδειγμα, η Ελλάδα υστερεί πολλών χωρών του ΟΟΣΑ όσον αφορά τις επιδόσεις της στο διεθνές πρόγραμμα αξιολόγησης μαθητών (PISA), συμπεριλαμβανομένων χωρών με όμοια ή χαμηλότερα επίπεδα δαπανών ανά μαθητή καθώς και χώρες με όμοια και χαμηλότερα επίπεδα οικονομικής ανάπτυξης. Η μισθολογική δαπάνη ανά μαθητή είναι άνω του μέσου όρου του ΟΟΣΑ, κυρίως επειδή οι Έλληνες εκπαιδευτικοί έχουν λιγότερες διδακτικές ώρες και η Ελλάδα έχει μικρότερες σε αριθμό μαθητών τάξεις.


Επίσης, μικρότερο ποσοστό φοιτητών που εισάγονται στην τριτοβάθμια εκπαίδευση ολοκληρώνουν τις προπτυχιακές τους σπουδές εντός του προβλεπόμενου χρόνου φοίτησης από οποιαδήποτε άλλη χώρα στην Ευρώπη. Η Ελλάδα πρέπει να αναλάβει δράσεις προκειμένου να αντιμετωπίσει τη μη βιώσιμη δομή του κόστους του συστήματος και τη μη αποδοτικότητα, που είναι συμφυής μιας παρωχημένης, αναποτελεσματικής κεντρικής εκπαιδευτικής δομής. Οι δράσεις αυτές πρέπει να περιλαμβάνουν τα εξής: αλλαγή των δομών διακυβέρνησης και διαχείρισης, κατάργηση, συνένωση ή συγχώνευση μικρών και μη αποδοτικών μονάδων, βέλτιστη αξιοποίηση ανθρωπίνου δυναμικού, βελτίωση της διασφάλισης ποιότητας και των πληροφοριακών συστημάτων καταμέτρησης στοιχείων και θέσπιση πολύ πιο αποτελεσματικών δομών για την υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων. Πραγματική αλλαγή μπορεί να επέλθει μόνο με επίμονη, σταθερή υλοποίηση, χρόνο με το χρόνο, με ιδιαίτερη προσοχή στη δημιουργία υποδομής για βελτίωση.


Προκειμένου να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις, η κυβέρνηση θέσπισε ένα τολμηρό πρόγραμμα και αναζήτησε τη συνδρομή ομάδας σχεδιασμού για την ανάπτυξη και την εφαρμογή των μεταρρυθμιστικών προτάσεων που αντικατοπτρίζουν τις βέλτιστες πρακτικές σε χώρες του ΟΟΣΑ. Η παρούσα έκθεση παρουσιάζει τα αποτελέσματα του έργου της ομάδας σχεδιασμού. Αποτελεί έναν οδικό χάρτη για την επιτυχή υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων, με δείκτες αντίστοιχης εμπειρίας σε άλλες χώρες. Η έκθεση τονίζει βραχυπρόθεσμες, μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες δράσεις με δυναμική αποδοτικότητας».

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ