Αχός βαρύς ακούγεται, πολλά ντουφέκια πέφτουν...

Πολύ κουβέντα γίνεται και μεγάλη ταραχή έχει πέσει με το «διαδικτυακό σχολείο». Χιλιάδες εκπαιδευτικοί, μαθητές και γονείς σε όλη τη χώρα εμπλέκονται όλες αυτές τις μέρες σε μια διαδικασία που ξεκίνησε και συνεχίζει να κινείται με αναπάντητα παιδαγωγικά ερωτήματα, μέσα σε ένα θολό παιδαγωγικό τοπίο. Γιατί, όσο σοβαρά κι αν είναι τα τεχνικά προβλήματα που παρουσιάστηκαν –και είναι σε όλες τις βαθμίδες, όπως και στο πανεπιστήμιο, με την ξαφνική ροή χιλιάδων χρηστών στις προτεινόμενες πλατφόρμες αλλά και με τη μη εξοικείωση των εκπαιδευτικών με τη διαδικτυακή λειτουργία- τα πιο σοβαρά και πρωταρχικά δεν είναι αυτά. Είναι τα παιδαγωγικά. Δηλαδή το βασικό ερώτημα, ποιο είναι το παιδαγωγικό νόημα και ο παιδαγωγικός στόχος αυτής της δραστηριότητας; Να αντικαταστήσουμε τη μαθησιακή διαδικασία της τάξης; Μπορεί και επιτρέπεται να γίνει αυτό; Να μη χαθεί η επαφή των μαθητών με τη μαθησιακή διαδικασία και να μειώσουμε –όσο αυτό είναι εφικτό- τις απώλειες; Πώς συνδέουμε τη διαδικτυακή λειτουργία του σχολείου με όλο αυτό το βίωμα των μαθητών για την επιδημία; Και τα ερωτήματα αυτά δεν απαντιούνται μάλλον με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις βαθμίδες και σε όλες τις ηλικίες. Οι εγκύκλιοι του υπουργείου πέρα από τη συναισθηματική υποστήριξη των εκπαιδευτικών και την απάντηση σε διαχειριστικού χαρακτήρα ερωτήματα, δεν ασχολούνται με τα ουσιώδη παιδαγωγικά.


Σε ορισμένες ηλικίες, σίγουρα στην προσχολική και στις μικρές του δημοτικού, καμία διαδικτυακή διαδικασία δεν μπορεί να γίνει χωρίς τον γονιό. Το παιδί δεν μπορεί να διαχειριστεί το διαδικτυακό τοπίο μόνο του. Και ίσως αυτό για πολλά παιδιά πάει και σε μεγαλύτερες ηλικίες. Τι πρέπει να γίνει; Ήμουν πάντοτε αντίθετος, από την εποχή που εργαζόμουν στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, με τη στάση να μετατρέπω τον γονιό δε δάσκαλο, σε διδάσκοντα. Μεγάλο λάθος. Άλλος ο ρόλος του γονιού κι άλλες οι δυνατότητές του. Σκεφτείτε να έχετε μια τάξη με 20 παιδιά (ανεξάρτητα βαθμίδας). Σ? αυτή την τάξη διδάσκω εγώ (ο κάθε εκπαιδευτικός) με ένα τρόπο, έχω μια παιδαγωγική άποψη και συμπεριφορά, έχω ορισμένες επιλεγμένες διδακτικές τακτικές. Βάζοντας δουλειά στο σπίτι, δουλειά που δεν ελέγχω εγώ στον τρόπο με τον οποίο γίνεται, εμπλέκω αναγκαστικά τον γονιό. Ο οποίος θα εμπλακεί με το δικό του μυαλό και τρόπο σκέψης, με τις δικές του προτεραιότητες για τη σημασία της μάθησης, συγκεκριμένης ή γενικής, με το δικό του άγχος λόγω της προσωπικής συναισθηματικής εμπλοκής με το παιδί του, με τις δικές του παιδαγωγικές απόψεις και επιλογές. Το ελέγχω αυτό; Και βέβαια όχι. Τι κάνω δηλαδή; Μεταφέρω το ρόλο μου, τη διδασκαλία μου στους γονείς, μετατρέποντας κάθε γονιό σε δάσκαλο. 20 διαφορετικοί δάσκαλοι (ή και περισσότεροι στην περίπτωση που υπάρχουν διαφορές στα παραπάνω ανάμεσα στους δύο γονείς), 20 διαφορετικές παιδαγωγικές και διδακτικές συμπεριφορές. Γιατί, να μην έχουμε αυταπάτες. Όσες οδηγίες κι αν δώσουμε στους γονείς, αυτοί θα λειτουργήσουν με αυτό που κουβαλούν στο κεφάλι τους. Είναι, λοιπόν, τεράστιο παιδαγωγικό λάθος να κάνουμε τον γονιό δάσκαλο. Και γι αυτό ποτέ δεν το επεδίωξα. Δεν λέω ότι το πέτυχα. Αλλά όποτε έγινε αυτό, τουλάχιστον δεν έγινε με δική μου πρωτοβουλία.


Αντίστοιχα ερωτήματα υπάρχουν και για τη διαδικτυακή επαφή με τους μαθητές των σχολικών μονάδων της ειδικής εκπαίδευσης. Αναφέρομαι κυρίως στα ειδικά σχολεία. Εκεί έχουμε φτάσει –και με τη συνδρομή της εγκυκλίου του υπουργείου- σε φαιδρές καταστάσεις. Ανάμεσα στα άλλα προτείνεται να γίνονται μαθησιακές δραστηριότητες (γλώσσα , μαθηματικά) μέσω υπολογιστή. Να έχουμε υπόψη μας ότι μιλάμε για μαθητές που στην συντριπτική τους πλειοψηφία είναι μαθητές με νοητική ανεπάρκεια (και συχνά με άλλα συνοδά προβλήματα), και για τους οποίους η κύρια ανάγκη είναι η ανάπτυξη λειτουργικών και κοινωνικών δεξιοτήτων πάντα μέσα σε πραγματικές συνθήκες. Και εμείς θέλουμε να τους βάλουμε μπροστά στον υπολογιστή να κάνουν ασκήσεις γλώσσας και μαθηματικών!


Τώρα, τι πρέπει να γίνει; Ποιος εκπαιδευτικός έχει απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα; Ίσως ελάχιστοι, και αυτές με τη δική τους προσωπική σφραγίδα. Από πού να ξέρουν οι εκπαιδευτικοί τι σημαίνει διαδίκτυο, όχι ως συμπληρωματική μαθησιακή διαδικασία σ αυτήν της τάξης αλλά ως κύρια διδακτική διαδικασία; Τι θα έπρεπε να γίνει και τι πρέπει άμεσα να γίνει; Θα έπρεπε το ΙΕΠ και το υπουργείο να φτιάξουν ομάδες, ίσως πέντε, (για την προσχολική, τις πρώτες τάξεις του δημοτικού, τις τελευταίες του δημοτικού, το γυμνάσιο και το λύκειο). Στην κάθε ομάδα να συμμετέχουν εκπαιδευτικοί της αντίστοιχης βαθμίδας, παιδαγωγοί με σχετικά με την ηλικία –ειδικά ή γενικά- γνωστικά αντικείμενα και ειδικοί της ψηφιακής τεχνολογίας. Να απαντήσουν άμεσα και τεκμηριωμένα σε μια σειρά παιδαγωγικά ερωτήματα, σαν αυτά που ανέφερα και να δώσουν τις κατάλληλες οδηγίες. Παράλληλα να λυθούν τα σοβαρά τεχνικά ζητήματα που ήδη είναι γνωστά και το επίσης σημαντικό, να αρχίσουν να συγκεντρώνουν ή να κατασκευάζουν το κατάλληλο υλικό προς χρήση. Υλικό που να ταιριάζει και να υπηρετεί τις απαντήσεις που έχουν δώσει στα βασικά παιδαγωγικά ερωτήματα. Με βάση αυτό θα μπορούσε η κάθε περιφερειακή διεύθυνση εκπαίδευσης να φτιάξει μια αντίστοιχη ομάδα που να συλλέξει ή να κατασκευάσει κι άλλο υλικό και να το διοχετεύσει στους εκπαιδευτικούς. Και βέβαια, όπως ισχύει για την τάξη, έτσι και εδώ μπορεί ο κάθε εκπαιδευτικός να φτιάξει και το δικό του εκπαιδευτικό υλικό.


Αυτά έπρεπε να είχαν ξεκινήσει από χθες. Αλλά η παιδαγωγική μας αντίληψη -στην πράξη και όχι στις ρητορείες- είναι αρκούντως τεχνοκρατική και διαχειριστική. Και τώρα βλέπουμε το αδιέξοδό της. Αφού, λοιπόν, αισθανθήκαμε ισχυρά και ενοχλητικά το τρακάρισμα στον τοίχο, ας αλλάξουμε ρότα. Αυτό να γίνει άμεσα. Και το «άμεσα» δεν αφορά μόνο στο ΙΕΠ και στο υπουργείο. Εκεί δεν χωρά καμία επιπλέον καθυστέρηση. Το «άμεσα» αφορά και στην κάθε περιφερειακή διεύθυνση εκπαίδευσης, στους συντονιστές εκπαίδευσης (ατομικά αλλά και ως ΠΕΚΕΣ), οι οποίοι είναι μετά το ΙΕΠ το αμέσως επόμενο σκαλοπάτι στην ευθύνη της παιδαγωγικής διαχείρισης της εκπαίδευσης. Άμεσα, σήμερα.


ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ