Σύνορα και τείχη


 

Τις τελευταίες μέρες, δόθηκε πράγματι ένα ισχυρό σήμα αποτροπής της οργανωμένης μαζικής εισόδου μεταναστών και προσφύγων στα ελληνο-τουρκικά σύνορα του Έβρου. Για πρώτη φορά, η Ελλάδα αλλά και η Ευρώπη θωράκισε αποτελεσματικά τα σύνορά της απέναντι στην Τουρκία, που αποφάσισε να «εργαλειοποιήσει» τον εκπατρισμό χιλιάδων ανθρώπων, μετατρέποντάς τον σε ένα πρόχειρο διπλωματικό όπλο. Τα «απαραβίαστα σύνορα» είναι σαφώς μια επιτυχημένη επίδειξη άμυνας, που συνοδεύτηκε ωστόσο και από μια γραφική έξαρση του εθνικισμού και του ρατσισμού. Οι «πίτες του στρατιώτη» και τα ρεπορτάζ από τις εθελοντικές «πολιτοφυλακές του Έβρου» εξακολουθούν να σκεπάζουν με μπόλικη επικοινωνιακή ομίχλη το πραγματικό πρόβλημα: Για πόσο καιρό θα ζούμε με κλειστά σύνορα; Για πόσο θα ζούμε με προσωρινή αναστολή των διαδικασιών ασύλου; Για πόσο θα βλέπουμε τη μεταναστευτική πολιτική της χώρας να σκαρφαλώνει αρχικά στο φράχτη του Έβρου και μετά να βουλιάζει στις θάλασσες του Αιγαίου;  Όλοι κατανοούμε πως οι συνθήκες είναι έκτακτες, αλλά ας είμαστε ρεαλιστές. Οι ροές των μεταναστών και των προσφύγων δεν θα ανακοπούν∙ απλώς θα προσαρμοστούν στη συγκυρία της επόμενης «προσωρινής» λύσης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα θα πρέπει σαφώς να υιοθετήσει ένα συνδυασμό λύσεων, σύμφωνα με το διεθνές και το ευρωπαϊκό δίκαιο αλλά και τα εθνικά κυριαρχικά δικαιώματά της: με ασφαλή φύλαξη συνόρων, με επανα-προωθήσεις, με ταχύτερες διαδικασίες ασύλου, με αποσυμφόρηση των νησιών και με παράλληλες διαδικασίες ένταξης των προσφύγων και των μεταναστών.

Όσον αφορά πάντως αυτό το τελευταίο σημείο, η Ελλάδα πρέπει να σκεφτεί αν και κατά πόσο μπορεί να αξιοποιήσει τις μεταναστευτικές ροές, στο μέτρο και στο βαθμό που της αναλογεί. Γιατί, εκτός από τα κλειστά σύνορα στον Έβρο υπάρχουν και τα κλειστά σύνορα της λογικής. Πώς χαράσσει ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος τη μεταναστευτική πολιτική του; Με ποιο σχέδιο, με ποια προετοιμασία και με ποιο χρονοδιάγραμμα; Οι πρόσφατες πυρκαγιές στις «δομές ένταξης» προσφύγων[1] καθώς και οι αποκρουστική αντίδραση ορισμένων ακραίων στοιχείων[2] που βρέθηκαν στις παρυφές του κυβερνητικού κόμματος, είναι αρκετές για να δείξουν ότι η απόσταση που χωρίζει τον πολιτικό φιλελευθερισμό από το στόμα του λύκου είναι μικρή∙ ιδίως όταν εκεί δεν υπάρχει κανένας προστατευτικός φράχτης. Πράγματι, εδώ και χρόνια, ή έννοια του πρόσφυγα και του μετανάστη είναι η κατεξοχήν έννοια που δοκιμάζει τα όρια του έθνους-κράτους, την ιδιότητα του πολίτη αλλά και τις παραδόσεις του ουμανισμού. Το θέμα, όπως θα το περιέγραφε η Χάνα Άρεντ, είναι πώς, ποιοι και πόσοι σημερινοί «εχθρικοί αλλοδαποί» μπορεί κάποτε να γίνουν οι αυριανοί συμπολίτες μας. Το εξαιρετικά πολύπλοκο αυτό πρόβλημα δεν μπορεί να λυθεί ούτε με ρηχό δικαιωματισμό ούτε με  μιλιταριστικό πατριωτισμό. Και οι δύο τάσεις ανήκουν άλλωστε σε μια παλαιότερη —και ίσως πιο αθώα— εποχή∙ σε μια εποχή που  το «είμαστε όλοι μετανάστες» εναλλασσόταν με το «δε θα γίνεις Έλληνας, ποτέ Αλβανέ, Αλβανέ».


Δεν χρειάζεται να έχει διαβάσει κανείς αναλυτικά τη σχετική βιβλιογραφία για να καταλάβει πως δεν βρισκόμαστε πια σε αυτό το σημείο. Ο καιρός του μετανάστη-«βιομηχανικού εργάτη» τέλειωσε. Ο καιρός της μεταναστευτικής «ένεσης» του ασφαλιστικού και του δημογραφικού προβλήματος τέλειωσε. Ο καιρός της πολιτιστικής «βόμβας» και της ενδεχόμενης «πληθυσμιακής αλλοίωσης» επίσης τέλειωσε.[3] Ο νέος ευρωπαϊκός σχεδιασμός περιλαμβάνει αυστηρό έλεγχο των συνόρων και ριζικό εκσυγχρονισμό των δια-κρατικών/διεθνικών σχέσεων, σε ένα νέο πλαίσιο ασφάλειας και ρυθμισμένων ροών. Η νέα δραστηριοποίηση της Frontex, παραδείγματος χάριν, είναι μια σαφής ένδειξη σε αυτή την κατεύθυνση. Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα έχει μια μικρή γεωπολιτική ευκαιρία. Παράλληλα με τα «ασφαλή σύνορα» θα πρέπει να πρωταγωνιστήσει σε μια επιχείρηση σωτηρίας των «ευπαθών ομάδων» προσφύγων και μεταναστών, για να καταδείξει ότι πρέπει να υιοθετηθεί μια νέα πολιτική «ευρωπαϊκού ασύλου», που δεν μπορεί πλέον να εξαρτάται από την νεκρή συνθήκη του Δουβλίνου και από το ευκαιριακό παζάρι με την Τουρκία. Θα ήταν ίσως η πρώτη πράξη μιας κοινής μεταναστευτικής πολιτικής, που θα έθετε την Ελλάδα στο προσκήνιο της νέας εποχής. Εκτός αν συνηθίσουμε να ακούμε εμβατήρια και, έτσι, να κλειστούμε «ανεπαισθήτως» στα δικά μας τείχη.



[1] https://www.kathimerini.gr/1068129/gallery/epikairothta/ellada/mytilhnh-stis-floges-egkatastaseis-mko-vinteo

[2] https://www.kathimerini.gr/1068182/article/epikairothta/politikh/diegrafh-melos-ths-nd-poy-sxoliase-eirwnika-ton-emprhsmo-domhs-filo3enias–sth-lesvo

[3] https://www.kathimerini.gr/1058854/opinion/epikairothta/politikh/as-alla3oyme-afhghma-gia-to-dhmografiko

 

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ