Η μπλόφα ως «μπαναλιτέ του κακού»

Πηγή: Τα ΝΕΑ

Ο φίλος μου, γνωστός ψυχοθεραπευτής. Με διεθνή μάλιστα αναγνώριση.  Από την πρώτη στιγμή, σε κάθε επικοινωνιακή «μπλόφα» του κ. Τσίπρα, με κορυφαία αυτήν του δημοψηφίσματος, σχολίαζε μονότονα: στο τέλος χάνει, όποιος κάνει τις περισσότερες μπλόφες.

Μάλιστα, τελευταία το έλεγε και διαφορετικά: στο τέλος κερδίζει όποιος κάνει τις λιγότερες μπλόφες!

Βλέποντάς τον να επιβεβαιώνεται με τόση ακρίβεια από τα «ατυχήματα» στα οποία κατέληγαν οι «μπλόφες» του κ. Τσίπρα, θεώρησα ότι η ευστοχία του φίλου μου στις προβλέψεις του οφείλεται στην ιδιότητα του ψυχοθεραπευτή.  

Δυστυχώς αυτά δεν μου τα «φώτισε» η επιστήμη, αλλά ο χαρτοπαίχτης πατέρας μου, μου απάντησε! Και μου διηγήθηκε την ιστορία ενός πατέρα, ο οποίος ξόδεψε όλη την περιουσία του στην πόκα, όταν ο φίλος μου ήταν μικρό παιδί.

Μου εξήγησε λοιπόν ότι από την οικογενειακή καταστροφή που προκάλεσε ο χαρτοπαίχτης πατέρας του έμαθε βιωματικά αυτό που μας έλεγε συνεχώς για τον κ. Τσίπρα: ότι στο τέλος βγαίνει χαμένος αυτός που κάνει τις περισσότερες μπλόφες!

Άσε που από την εικόνα ενός πατέρα να γυρίζει στο σπίτι «έξω φρενών» και να τα βάζει με θεούς και δαίμονες επειδή «δεν έπιασαν οι μπλόφες του»,  κατάλαβε και το σημαντικότερο: ότι δεν σου φταίνε οι άλλοι για την καταστροφή σου.

Και αυτά τα διηγείτο, την ώρα ακριβώς που ο κ. Τσίπρας συνέχισε να ασκεί την πολιτική ως «μπλόφα», πιστεύοντας προφανώς σε κάποια δαιμονική παντοδυναμία της.

Τελευταία εκδήλωση «πολιτικής μπλόφας» ήταν η πρόταση υποψηφιότητας του κ. Παυλόπουλου για την προεδρία της Δημοκρατίας.

Και ήταν προφανές ότι επρόκειτο περί τυπικής «μπλόφας» του κ. Τσίπρα. Αφού ο πρωθυπουργός είχε, προ πενταετίας, εξηγήσει τον λόγο για τον οποίον απέρριπτε τον εκλεκτό του ΣΥΡΙΖΑ:  το γεγονός ότι ο κ. Παυλόπουλος είχε υπηρετήσει τον «μινώταυρο της φαυλότητας», κατά την ορολογία του ίδιου. Και, ως γνωστόν, το παρελθόν - με εξαίρεση την σταλινική περίοδο - ούτε εξαλείφεται, ούτε τροποποιείται.

Τι συνέβη λοιπόν στον κ. Τσίπρα και σε μία από τις πιο χολεριασμένες εμφανίσεις του ωρυόταν εναντίον του πρωθυπουργού, μόλις ακούστηκε η εξαιρετική πρόταση του τελευταίου για την προεδρία της δημοκρατίας;

Ό, τι συνέβαινε συνεχώς και στον χαρτοπαίχτη πατέρα του φίλου μου: Δεν έπιασε η «μπλόφα» του, ώστε να αποδιοργανώσει τον αντίπαλο! Και όχι μόνον, αλλά το αποτέλεσμα ενίσχυσε και την πολιτική ηγεμονία του αντιπάλου! Γι? αυτό ακριβώς ο κ. Τσίπρας έγινε έξαλλος με τον αντίπαλο, ξεχνώντας και πάλι ότι δεν φταίει ο άλλος όταν δεν πιάνουν οι «μπλόφες» σου!

Εδώ όμως το ερώτημα είναι για κάτι «βαθύτερο»: Γιατί αυτή η φτήνια της «μπλόφας», αυτή η ρηχότητα που εμφανίζεται ως κοινοτοπία ή «μπαναλιτέ» του κακού;

Γι αυτά δεν έχει δώσει απάντηση ο χαρτοπαίχτης. Έχει όμως απαντήσει η Χ. Άρεντ. Η οποία, στην ωριμότητά της, μας έδειξε ότι το κακό δεν έχει βάθος. Είναι φαινόμενο της επιφάνειας. Και ως τέτοιο, μπορεί μεν να είναι ακραίο, αλλά είναι αβαθές, ρηχό και πάντα «μπανάλ». Τόσο «μπανάλ» και φτηνό μάλιστα, ώστε να μην το πιάνει καν η σκέψη. Σαν τις «μπλόφες» που ζήσαμε. (Hannah Arendt, «Δύο επιστολές για τη ρηχότητα του κακού», Εκδόσεις «Άγρα»).

 

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ