Σύγχρονη Ελλάδα. Διοίκηση, Κοινωνία, Μεταρρύθμιση – παραγρ.1

Στη σημερινή σύγχρονη πραγματικότητα, παρατηρείται καθημερινά τόσο η ουσιαστική και πραγματική ανάγκη εφαρμογής του ορθολογικού τρόπου σκέψης, που διακρίνει τα γεγονότα και τις καταστάσεις και τα τοποθετεί στην πραγματική τους διάσταση, αποκομμένα από συναισθηματικές και εγωιστικές σκέψεις, όσο και η αναγκαιότητα φυγής από τη στασιμότητα και την επί χρόνια αδράνεια του συστήματος, που βόλευε κάποιους και κάποιες κοινωνικές, συντεχνιακές, ή και άλλου είδους ομάδες που κυριολεκτικά λυμαίνονταν το δημόσιο τομέα στην Ελλάδα.

            Οι κοινωνικές ομάδες στη χώρα, βλέπουν σίγουρα, αλλά αδυνατούν να αλλάξουν προς το καλύτερο την κατάσταση, έχοντας όλα τα βαρίδια του παρελθόντος επάνω τους αλλά και αποτελώντας φορείς που εμπεριέχουν στους κόλπους τους, θέλοντας και μη, όλες τις προαναφερόμενες παραπάνω ομάδες, οι οποίες αποτελώντας ουσιαστικά τμήμα των ίδιων των κοινωνικών ομάδων, προσπαθούν να κρυφτούν και να δράσουν, ανεμπόδιστες, χρησιμοποιώντας κατά κάποιο τρόπο την ίδια την κοινωνία ως ασπίδα προστασίας και τείχος απόκρυψης των δραστηριοτήτων αυτών. Η ίδια η κοινωνία φαίνεται ότι δε δρα, όχι διότι είναι αντίθετη με την ιδέα της αλλαγής και της μεταρρυθμιστικής κίνησης, αλλά διότι πιστεύει ότι είτε δεν πρόκειται με τις δράσεις της να αλλάξει κάτι, είτε ότι οι αντίπαλες δυνάμεις είναι τόσο καλά οργανωμένες και δυνατές που δεν θα επιτρέψουν καμία ουσιαστική αλλαγή. Η κοινωνία πιστεύει ότι, το ίδιο το πολιτικό σύστημα είναι αυτό που καλύπτει τις δράσεις των ομάδων αυτών, ίσως και με συμμετοχή, στις ομάδες αυτές, στελεχών του πολιτικού συστήματος και της διοίκησης γενικότερα του κράτους.

 

            Η θεωρία της «δημόσιας επιλογής» (public choice theory), της σχολής που δημιουργήθηκε και στην οποία συμμετείχαν διανοητές, όπως οι Τζέιμς Μπιουκάναν (James Buchanan), Γκόρντον Τάλοκ (Gordon Tullock) και  Γκάρι Μπέκερ (Gary Becker), αποτελεί μια άποψη περί της  μεταρρυθμιστικής δύναμης αλλά και της αποδοχής των αποτελεσμάτων της από την κοινωνία. Η θεωρία της «δημόσιας επιλογής» μιλάει όχι για «αποτυχίες της αγοράς» (market failure) αλλά για «αποτυχίες της πολιτικής» (policy failures) και αναλύει τον τρόπο σκέψης που προωθεί. Η θεωρία αυτή, αποτελεί σημαντικό στοιχείο της σκέψης περί της μεταρρυθμιστικής ανάγκης ενός συστήματος με σκοπό την εξυγίανση, τον εξορθολογισμό και την αποτελεσματική υπέρβαση περιόδων κρίσεων στο οικονομικό και διοικητικό επίπεδο.

            Στην Ελλάδα, σύμφωνα με πολλούς ερευνητές, η κοινωνική ζωή έχει κυριολεκτικά πνιγεί, βρισκόμενη ανάμεσα σε διάφορες ομάδες συμφερόντων (οι οποίες και έχουν περιγραφεί αναλυτικά και πολύ επιτυχημένα από τους Μητσόπουλο και Πελαγίδη στην «Ανάλυση της Ελληνικής οικονομίας- η Προσοδοθηρία και οι Μεταρρυθμίσεις», Εκδόσεις Παπαζήση, 2006)  και μέσα σε ένα κράτος γίγαντα, το οποίο παρεμβαίνει συνέχεια στη λειτουργία της αγοράς, εμποδίζοντας έτσι την οποιαδήποτε εύρυθμη λειτουργία της χωρίς την έγκρισή του αλλά και με την συνεχή εποπτεία των οργάνων του κράτους. Οι ομάδες αυτές, που δρουν σε όλα τα επίπεδα της δημόσιας ζωής της χώρας, εδώ και πολλά χρόνια έχουν δημιουργήσει ένα αλληλοσυνδεδεμένο και αλληλοεξαρτημένο σύστημα συνεννόησης και λειτουργίας, όπου έξω από αυτό σχεδόν τίποτα δεν μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά, ουσιαστικά και ορθολογικά.  Η μεταφορά πλούτου ανάμεσα σε ομάδες που δρουν μέσα στο σύστημα και που προσδοκούν κέρδη από την παράτυπη δραστηριότητά τους εναντίον των υπόλοιπων ομάδων, μεγάλωσε με τα χρόνια και από κάποιες χρονικές περιόδους και ύστερα, άρχισε να αποτελεί το σύνηθες και το λογικό και όχι το ύποπτο και το παράτυπο. Όλη αυτή όμως η λειτουργία υπονομεύει την πραγματική ανάπτυξη και την ορθολογική λειτουργία των δομών του κράτους.

Θα αλλάξει κάτι σε αυτό; ή θα συνεχίσουμε την ατελή περιπλάνηση στο υπάρχων χαοτικό και αναξιοκρατικό σύστημα της δημόσιας διοίκησης;

Σε κάθε περίπτωση, και με τα νέα δεδομένα, οι προσδοκίες είναι μικρές και η επαλήθευση ή όχι είναι χρονικά κοντά.

 

 

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ