Το κεφάλαιο της έρευνας και της γνώσης στα ακαδημαϊκά ιδρύματα

Πηγή: ΤΟ ΒΗΜΑ

Καταρχάς, ως αξιοποίηση της έρευνας (valorisation of research)  μπορούμε να θεωρήσουμε τη χρήση των ερευνητικών αποτελεσμάτων και ευρύτερα της γνώσης που παράγεται στα πολυτεχνεία,  τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα για κοινωνικο-οικονομικούς, αλλά και εμπορικούς σκοπούς. Η αξιοποίηση μπορεί να γίνει με διάφορους τρόπους: α) με τη δημοσίευση των ερευνητικών αποτελεσμάτων και τη διάθεση της παραγόμενης γνώσης σε ερευνητές, τεχνικούς  και άλλους επιστήμονες  και ευρύτερα στην κοινωνία, β) με την  μετατροπή τους η/και την ενσωμάτωσή τους σε προϊόντα, υπηρεσίες, παραγωγικές διεργασίες και σε αντίστοιχη επιχειρηματική και διοικητική δραστηριότητα.

Τα τελευταία είκοσι χρόνια, η αξιοποίηση της έρευνας και της παραγόμενης γνώσης έχει αναπτυχθεί συστηματικά ως μια ιδιαίτερη λειτουργία των ευρωπαϊκών πανεπιστημίων. Σχεδιάστηκαν και υλοποιήθηκαν  κατάλληλες στρατηγικές σε εθνικό, περιφερειακό και ιδρυματικό επίπεδο, διατέθηκαν πόροι, ενώ δημιουργήθηκαν  αναγκαίοι θεσμοί και υποστηρικτικές δομές (με τη συμμετοχή του επιχειρηματικού τομέα και των  περιφερειακών διοικήσεων) για την προώθηση της καινοτομίας και της επιχειρηματικότητας καθώς και για τη διαχείριση της αξιοποίησης των ερευνητικών αποτελεσμάτων. Στη βιβλιογραφία και στην αντίστοιχη πρακτική  έχουν αναφερθεί 11 εργαλεία για την προώθηση της αξιοποίησης των ερευνητικών αποτελεσμάτων και της παραγόμενης/ διαθέσιμης γνώσης. Σε μια σχετικά πρόσφατη ευρωπαϊκή έρευνα πεδίου του 2017, στην οποία συμμετείχαν σε ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα, 2660 ερευνητές σε όλες τις θεματικές περιοχές, από 150 πανεπιστήμια σε 30 ευρωπαϊκές χώρες, το 32% είχε εμπλακεί σε διάφορες διεργασίες οικονομικής αξιοποίησης των ερευνητικών αποτελεσμάτων, ενώ το 16% είχε εμπλακεί ειδικότερα σε διαδικασίες προστασίας της διανοητικής ιδιοκτησίας μέσω κατοχύρωσης δικαιωμάτων (patenting) και ένα 8% στον σχηματισμό spin-off.

Ασφαλώς, η αξιοποίηση των αποτελεσμάτων της ερευνητικής δραστηριότητας που χρηματοδοτείται από δημόσιους πόρους αντιπροσωπεύει μιαν εύλογη άμεση και έμμεση απόδοση στην κοινωνία της δημόσιας επένδυσης στην Έρευνα και την Τεχνολογική Ανάπτυξη. Επιπροσθέτως, η αξιοποίηση των ερευνητικών αποτελεσμάτων και της γνώσης με τη δημιουργία νέων προϊόντων και υπηρεσιών, νέων δραστηριοτήτων και νέων ποιοτικότερων θέσεων εργασίας αποτελεί μια κρίσιμη πηγή ανάπτυξης για την οικονομία και την κοινωνία της γνώσης.

Ειδικότερα, για την ελληνική οικονομία, η ενεργοποίηση μιας συστηματικής διεργασίας αξιοποίησης των αποτελεσμάτων και της παραγόμενης γνώσης  στα ακαδημαϊκά ιδρύματα μπορεί να επιφέρει  απτά αναπτυξιακά αποτελέσματα. Μπορεί να συνεισφέρει στον  εμπλουτισμό του παραγωγικού και επιχειρηματικού συστήματος της χώρας (μέσω της ίδρυσης και ανάπτυξης νεοφυών επιχειρήσεων εντάσεως γνώσης αλλά και με την τεχνολογική και οργανωσιακή αναβάθμιση των  υφιστάμενων επιχειρήσεων και οργανισμών) υποστηρίζοντας, έτσι, την ενίσχυση της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας και την αναβάθμιση της θέσης της εγχώριας παραγωγής στον διεθνή καταμερισμό εργασίας. Μπορεί, επίσης, να συμβάλλει με τη δημιουργία χρήσιμων ψηφιακών εργαλείων στην αποτελεσματική και αποδοτική λειτουργία της δημόσιας διοίκησης και της αυτοδιοίκησης, αλλά και να υποστηρίξει την επίλυση προβλημάτων που συνδέονται με την καθημερινή ζωή των πολιτών και τη λειτουργία των επιχειρήσεων. Συνολικά,  η αξιοποίηση της έρευνας και της γνώσης μπορεί να επιφέρει θετικές επιδράσεις στην  απασχόληση καλά εκπαιδευμένου και καταρτισμένου ανθρώπινου δυναμικού, που στις ελληνικές συνθήκες μπορεί να μεταφραστεί σε brain gain.

Στον ελληνικό χώρο, το ξεκίνημα μιας τέτοιας προσπάθειας συνέπεσε με τη δεκαετία της κρίσης και παρά την κρίση έχουν γίνει βήματα για τη συγκρότηση του συγκεκριμένου οικοσυστήματος καινοτομίας και επιχειρηματικότητας. Όμως, ο δρόμος είναι μακρύς και δύσβατος και απαιτεί από όλους τους δυνητικά εμπλεκόμενους στρατηγική προσέγγιση, διεθνή θεώρηση και επίμονη και επίπονη συστηματική προσπάθεια, καθώς αναφερόμαστε σε μια ειδική και απαιτητική μορφή ποιοτικής επιχειρηματικότητας εντάσεως γνώσης και όχι απλά σε  επιχειρηματικότητα ανάγκης και παραδοσιακού τύπου.  Που όμως βρισκόμαστε σήμερα και προς τα πού βαδίζουμε; Μπορούμε να ισχυριστούμε ότι μια νέα εποχή ανατέλλει για το ελληνικό οικοσύστημα καινοτομίας και επιχειρηματικότητας ή για πολλά ακόμη χρόνια θα κινηθούμε με χαμηλούς ρυθμούς στο συγκεκριμένο πεδίο; Ένας σύντομος απολογισμός της προηγούμενης φάσης είναι αναγκαίος και μπορεί να αναδείξει ποια κενά πρέπει να καλυφθούν. Συνοπτικά, μπορούμε να σημειώσουμε ότι πέρα από τα προφανή, όπως η ευρεία συνειδητοποίηση της σημασίας ενός τέτοιου εγχειρήματος ως βασικού πυλώνα μιας νέας αναπτυξιακής προσπάθειας μετά την κρίση, η γενικότερη διευκόλυνση και ενεργοποίηση των επενδύσεων για την υποστήριξη της έρευνας, της καινοτομίας και της επιχειρηματικότητας εντάσεως γνώσης, η απαραίτητη αναδιάρθρωση και ο αναπροσανατολισμός του τραπεζικού συστήματος, απαιτούνται και ορισμένες κινήσεις και αλλαγές που αφορούν την κάλυψη κενών και την εγκαθίδρυση διασυνδέσεων στην αλυσίδα και το ευρύτερα το σύστημα καινοτομίας και παραγωγής στη χώρα μας. Ενδεικτικά, μπορούμε να εντοπίσουμε τέσσερεις τέτοιους κρίκους που γενικά λείπουν.

Το πρώτο κενό είναι η ελλειπής και ασθενής σύνδεση των πανεπιστημίων με τη βιομηχανία και ευρύτερα την οικονομία. Η κάλυψη του συγκεκριμένου ελλείποντος κρίκου απαιτεί σημαντικές αλλαγές αντιλήψεων και προσανατολισμού και στην ακαδημαϊκή κοινότητα και στον επιχειρηματικό τομέα. Για το σκοπό αυτό η ενεργοποίηση των επιχειρήσεων και των κλαδικών συνδέσμων τους και η συστηματική εμπλοκή τους σε συνεργασίες και κοινές πρωτοβουλίες με τα ακαδημαϊκά ιδρύματα και τα ερευνητικά κέντρα είναι απαραίτητη.

Ένα δεύτερο κενό είναι η συμπλήρωση του συστήματος χρηματοδότησης (π.χ. των εξειδικευμένων ταμείων που έχουν δημιουργηθεί εδώ και δυό χρόνια  μέσω του Ταμείου Επιχειρηματικών Συμμετοχών Equifund) με τη συγκρότηση εξειδικευμένων μόνιμων  θεσμών εκγύμνασης (επιταχυντές, θερμοκοιτίδες), ανθρώπινων δικτύων (μέντορες, αξιολογητές, coach, «επιχειρηματικοί άγγελοι») και γραφείων μεταφοράς τεχνολογίας σε κάθε πανεπιστημιακό ίδρυμα που θα προετοιμάζουν κατάλληλα τους ερευνητές ώστε  να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα και τις δυσκολίες της μετατροπής ερευνητικών αποτελεσμάτων και τεχνικών ιδεών σε προϊόντα, πρακτικές λύσεις  και παραγωγικές δραστηριότητες. Και για το σκοπό αυτό η ενεργοποίηση των αποφοίτων κάθε Ιδρύματος είναι και αναγκαία και εφικτή.

 Ένα τρίτο θέμα είναι η  επίλυση στην πράξη του προβλήματος της προστασίας της διανοητικής ιδιοκτησίας σε συνδυασμό και με την ενθάρρυνση της ανάπτυξης ανοιχτών τεχνολογιών και ανοιχτής καινοτομίας.

Τέλος, το τέταρτο και δύσκολο πρόβλημα είναι η διαμόρφωση ενός κλίματος δημιουργικότητας και ανοιχτών οριζόντων στα πανεπιστημιακά ιδρύματα  που ενθαρρύνει τις ομαδικές εργασίες, τις σπουδαστικές πρωτοβουλίες, την επίλυση πρακτικών προβλημάτων, τη διάθεση για πειραματισμό και δοκιμή νέων μεθόδων και πρακτικών.

Αναμφίβολα, πέρα από τις δυσκολίες, τις παθογένειες και τις ελλείψεις που εμποδίζουν την επιτάχυνση των σχετικών διεργασιών, αναπτύσσονται ενδιαφέρουσες πρωτοβουλίες σε αρκετά πανεπιστημιακά ιδρύματα. Ας δούμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, αυτό του ΕΜΠ, που διαθέτει σήμερα περισσότερους από 2.000 υποψήφιους διδάκτορες και ερευνητές, ένα μεγάλο ποσοστό εκ των οποίων ασχολούνται με τεχνολογίες αιχμής, εμφανίζοντας έντονη ερευνητική δραστηριότητα υψηλού επιπέδου με διαχρονικά σημαντικές επιδόσεις (με όρους συμμετοχής, συντονισμού και κεντρικού ρόλου στα ερευνητικά δίκτυα που σχηματίζονται σε ανταγωνιστικά ερευνητικά έργα (13ος οργανισμός στην Ευρώπη και 1ος στην Ελλάδα σε συμμετοχές σε Ευρωπαϊκά Ανταγωνιστικά Ερευνητικά Προγράμματα της περιόδου 1984-2019).

Το ΕΜΠ έχει αναπτύξει ήδη από το 2012, σε δύσκολες συνθήκες, μια σειρά πρωτοβουλιών και δομών (Μονάδα Καινοτομίας και Επιχειρηματικότητας, αλλά και η Δομή Διασύνδεσης Έρευνας και Επιχειρηματικότητας -ΕΠΙ.νοώ του ΕΠΙΣΕΥ του ΕΜΠ) προκειμένου να συμβάλει στην αξιοποίηση των αποτελεσμάτων της αξιοσημείωτης ερευνητικής δραστηριότητας που έχει αναπτύξει στον ευρωπαϊκό χώρο και του αξιόλογου επιστημονικού δυναμικού του. Οι δομές αυτές επιδιώκουν να κινητοποιήσουν την ερευνητική κοινότητα προς αυτήν την κατεύθυνση ώστε να κάνουν το βήμα από την ιδέα και την έρευνα στην επιχειρηματικότητα και την εμπορική αξιοποίηση, λειτουργώντας ως φυτώριο επιχειρηματικότητας στα πρώτα στάδια της επιχειρηματικής ωρίμανσης.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το Πρόγραμμα Invent ICT που υλοποιείται τα τρία τελευταία χρόνια από την θερμοκοιτίδα ΕΠΙ.νοώ του ΕΠΙΣΕΥ / ΕΜΠ και τους IDGC με τη χρηματοδότηση και την υποστήριξη της Ένωσης Εταιρειών Κινητής Τηλεφωνίας. Το πρόγραμμα υποστηρίζει την ανάπτυξη νέων εγχειρημάτων έντασης γνώσης που αξιοποιούν ερευνητικά αποτελέσματα, με εφαρμογές σε διάφορους κλάδους της οικονομίας. Παρέχει εξειδικευμένο coaching και mentoring στις ομάδες, ενώ αξιοποιεί τη διεθνή πρακτική, συμπράττοντας με τον ιδιαίτερα επιτυχημένο μη κερδοσκοπικό οργανισμό S.O. Kwadraat του Πανεπιστημίου Leuven. Από την έναρξη του προγράμματος (2017), περισσότερες από 110 προτάσεις υποβλήθηκαν για ένταξη στο πρόγραμμα από ερευνητικές ομάδες, οι οποίες επιθυμούσαν να λάβουν ολοκληρωμένη καθοδήγηση για τη μορφοποίηση και την περαιτέρω εξέλιξη των επιχειρηματικών τους σχεδίων. Οι συμμετέχοντες στις ομάδες είναι πάνω από 350 και το 31% αυτών είναι διδάκτορες και υποψήφιοι διδάκτορες των πανεπιστημίων.  Οι περισσότερες ομάδες προέρχονται από το ΕΜΠ, αλλά και από τα συνεργαζόμενα πανεπιστήμια Πειραιά, Πάτρας και Θράκης. Έπειτα από δύο φάσεις αξιολόγησης και οκτώ μήνες εντατικής εξατομικευμένης υποστήριξης, 23 εγχειρήματα αυτονομήθηκαν από τη θερμοκοιτίδα και οδηγήθηκαν στη σύσταση επιχείρησης, ενώ παράλληλα έχουν εμφανιστεί οι πρώτες θετικές ενδείξεις για την πορεία και την υποστήριξη συγκεκριμένων ομάδων μέσω συνεργασιών με επιχειρήσεις (πιλοτικές εφαρμογές), αλλά και με την άντληση χρηματοδότησης από τα ταμεία του Equifund

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ