Επιχειρώντας το αδύνατο

Ο Βλαντίμιρ Πούτιν είναι ένας πρώην πράκτορας της KGB, για τον οποίο η διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης αποτελεί τη μεγαλύτερη τραγωδία του 20ού αιώνα. Δεν είναι περίεργη λοιπόν ούτε η απόφασή του να καταλάβει την Κριμαία ούτε τα επιχειρήματα που χρησιμοποιεί για να τη δικαιολογήσει, ότι δηλαδή αντιμετωπίζουν απειλή οι ρωσόφωνοι πολίτες της Ουκρανίας και οι «συμπατριώτες» τους. Το όνειρό του είναι να ανασυστήσει τη Σοβιετική Ενωση ή, εν πάση περιπτώσει, μια μίνι εκδοχή της. Εχει έναν ισχυρό στρατό. Εχει πυρηνικά όπλα. Εχει ένα αποτελεσματικό οικονομικό όπλο για να εκβιάζει τους γείτονές του και την Ευρώπη, το φυσικό αέριο. Ξέρει ότι τα μέσα που διαθέτουν οι ΗΠΑ και η Ευρώπη για να τον αντιμετωπίσουν είναι περιορισμένα. Είναι δηλαδή παντοδύναμος. Με αυτή την έννοια, η εκτίμηση που διατύπωσε η Μέρκελ μετά την τηλεφωνική τους συνομιλία ότι ο ρώσος πρόεδρος «ζει σε έναν άλλο κόσμο» είναι λάθος. Σε αυτόν τον κόσμο ζει ο Πούτιν. Και ξέρει άριστα να τον χειρίζεται.

Ούτε η διαμόρφωση μιας ανίερης φιλορωσικής συμμαχίας στη χώρα μας είναι περίεργη. Την είχαμε δει και στην περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας: διάφοροι τύποι, συνήθως από την Ακρα Δεξιά ή τη ριζοσπαστική Αριστερά, αναμασούν την προπαγάνδα του «ορθόδοξου μετώπου» με τη βοήθεια υπαρκτών ή κατασκευασμένων ρεπορτάζ, πληροφοριών και φωτογραφιών. Και διάφοροι συνάδελφοι υιοθετούν, από αδιαφορία ή τεμπελιά, αυτή την προπαγάνδα. Συνηθισμένα πράγματα, γνωριζόμαστε πια καλά.

Ευτυχώς, ο Τζάρεντ Λέτο δεν βλέπει ελληνικά κανάλια ούτε διαβάζει τις ανακοινώσεις του ΣΥΡΙΖΑ. Κι έτσι δεν δίστασε στη σύντομη ομιλία του για τη βράβευσή του με το Οσκαρ Β? ανδρικού ρόλου να βεβαιώσει τους πολίτες της Ουκρανίας και της Βενεζουέλας που «επιχειρούν το αδύνατο» ότι δεν είναι μόνοι. Μια διαβεβαίωση συμβολικής σημασίας φυσικά, που παραμένει όμως συγκινητική.

Ούτε ο Τίμοθι Σνάιντερ πείθεται ότι οι ουκρανοί διαδηλωτές είναι ακροδεξιοί και ότι η νίκη τους ήταν ένα πραξικόπημα. Οπως γράφει στο «New York Review of Books», η εξέγερση ξεκίνησε από έναν ουκρανό δημοσιογράφο γεννημένο στην Καμπούλ, τον Μουσταφά Ναγιέμ. Ο πρώτος ουκρανός διαδηλωτής που σκοτώθηκε από τους ελεύθερους σκοπευτές ήταν Αρμένης. Ο δεύτερος ήταν Λευκορώσος. Ενας άλλος ήταν Ρώσος: στο Μεϊντάν υπήρχαν πολλοί Ρώσοι, οι περισσότεροι αναρχικοί που είχαν έρθει να βοηθήσουν τους ουκρανούς ομοϊδεάτες τους. Τουλάχιστον δύο από τα θύματα ήταν Εβραίοι. Ενας άλλος ήταν «Αφγανός», βετεράνος δηλαδή του πολέμου στο Αφγανιστάν που είχε έρθει μαζί με πολλούς συμπολεμιστές του να συμπαρασταθεί στα «παιδιά τους». Ενας από τους νεκρούς ήταν Πολωνός, μέλος της πολωνικής μειονότητας της Ουκρανίας. Εχει ξανασυμβεί στο παρελθόν – αναρωτιέται ο αμερικανός ιστορικός – άνθρωποι που συνδέονται με την ουκρανική, τη ρωσική, τη λευκορωσική, την αρμενική, την πολωνική και την εβραϊκή κουλτούρα να χάνουν τη ζωή τους σε μια επανάσταση που ξεκίνησε από έναν μουσουλμάνο; Μπορούμε εμείς, που υπερηφανευόμαστε για τη διαφορετικότητα και την ανεκτικότητά μας, να βρούμε κάτι παρόμοιο στην ιστορία μας;

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ