Ξέρουμε τι ψηφίζουμε, έτσι;

Σ’ αυτές τις εκλογές δεν ψηφίζουμε μόνο για να αλλάξουμε κυβέρνηση. Αυτό είναι το ελάχιστο και το εύκολο. Ετσι κι αλλιώς πάντα ψηφίζαμε για να φύγουν οι τωρινοί…

Και όλο ακούμε, ως συνήθως επίσης, κάτι περισπούδαστους να λένε «τι τις φοβάστε τις εκλογές, είναι η γιορτή της Δημοκρατίας!»

Κύριοι καθηγητές, εάν εννοείτε, ότι το Κοινοβούλιο που διαλύθηκε, ήταν το απαύγασμα της γιορτής της Δημοκρατίας, ε, μάλλον δεν ήταν. Ηταν, ίσως, η χειρότερη κοινοβουλευτική σύναξη που γνωρίσαμε ποτέ. Ή όχι;

Σ’ αυτές τις εκλογές, λοιπόν, θα πάμε να ψηφίσουμε και για μια καλύτερη Βουλή, αλλά και εάν θέλουμε ν’ αλλάξουμε την κοινωνία και τη ρότα μας προς τα μπροστά.

Θα πάμε να αποφασίσουμε εάν σ’ αυτή τη χώρα θα πρέπει να λειτουργούν τα σχολεία όπως πρέπει και ώρες πολλές για να μαθαίνουν γράμματα τα παιδιά μας, και όχι να μειώνουν τις ώρες τους οι δάσκαλοι και οι καθηγητές και να πληρώνουν οι οικογένειες τσουβάλια μαύρο χρήμα στα φροντιστήρια και στα ιδιαίτερα. Τους ίδιους κρατικούς λειτουργούς, που διπλοπληρώνονται, ας πούμε.

Για να δούμε, εάν όντως θέλουμε ν’ αρχίσουμε ως χώρα να παράγουμε τουλάχιστον ένα καλό ποσοστό αυτών που καταναλώνουμε, κι όχι το αντίστροφο, όπως συμβαίνει μέχρι σήμερα, πράγμα που, με τη σειρά του βέβαια, σημαίνει πως το πανηγύρι που στήσανε οι -ένθεν κακείθεν- επιτήδειοι διαλύεται και κατευθύνεται σχεδόν αποκλειστικά σε νέες παραγωγικές δραστηριότητες, διάσπαρτες σε όλη την Ελλάδα.

Θα κυνηγήσουμε, να πείσουμε και τον τελευταίο δύσπιστο, πως τέρμα τα κόλπα και τα σεμινάρια κι οι ελεημοσύνες και τα αντίδωρα δήθεν για τους ανέργους, που τους καταρτίζουμε, πως θα μείνουν μια ζωή άνεργοι και αποσυνάγωγοι. Αρκεί να πέφτει το χρήμα στα ΚΕΚ -ας δώσουμε μόνο ένα παράδειγμα- για να μη μένουν ατάιστοι οι κεκατζήδες και οι «ημέτεροι». Ολα αυτά τα «κόλπα» μας γονάτισαν, και πολλά άλλα.

Ν’ αλλάξουμε θα πασχίσουμε. Και θέλει πόνο και κόπο και συγκρούσεις. Με φιλάκια και φιλοφρονήσεις δεν γίνεται δουλειά. Να συγκρουστούμε με το παλιό και το βρώμικο πρέπει. Δεν μας ταιριάζει τόση αθλιότητα. Και μόνον την αλήθεια να λέμε, όλη την αλήθεια και για όλους μας. Κι ας τιναχτεί η μπάνκα στον αέρα, εάν όντως θέλουμε να πάρουμε τη ρότα την καλή. Ναι, ας μείνουμε μονάχοι να το λέμε, επειδή διαλέγουμε δρόμο που οι καλομαθημένοι φίλοι μας, αριστεροδεξιοί ή όποιοι, δεν ανέχονται γιατί βολεύτηκαν στην ευκολία τους και φυσικά αρνούνται να ξεκουνηθούν από τη βολή τους. Γιατί, ξέρετε, όλοι θέλουμε αλλαγές και μεταρρυθμίσεις, αλλά στους άλλους, όχι σε μας.

Κι οι παλιοί μας φίλοι μαζί. Αλλά δεν πειράζει, θα πούμε αυτά που πρέπει να γίνουν κι ας μην αρέσουν, ας κάνουμε καινούργιους φίλους, καλύτερους. Κι οι ποιητές τα ’χουνε πει αυτά. Ενας τους μάλιστα είχε πλήρη επίγνωση ότι μετά την ήττα πρέπει να δίνεις ξανά μάχη και αγώνα καλό. Μας είπε κι ότι πρέπει η μάχη να δίνεται μετά την «αηδία» – ξέρετε.

Τώρα πια μιλάμε χωρίς αυταπάτες, χωρίς ηθικολογικές προκαταλήψεις… για μια σκέτη αξιοπρέπεια. Γιατί είναι δύσκολο να φανταστείς τον Δον Κιχώτη ψύχραιμο… να γνωρίζει ότι οι ανεμόμυλοι είναι πραγματικοί και μολαταύτα να τους πολεμά.
Η μάχη να δίνεται μετά την αηδία και την επίγνωση της ματαιότητας – μη συναντηθείς σε καμιά παρακαμπτήριο μαζί τους…

Μήπως αντί για όλα αυτά τα ρυπαρά, βρεθούν μπροστά σου, σε καμιά παρακαμπτήριο, και καινούργιοι ποιητές.

υποψήφιος βουλευτής Β΄ Αθηνών με το «Ποτάμι».

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ