Το μεγάλο έλλειμμα της προεκλογικής αντιπαράθεσης

Αν και στην προεκλογική περίοδο έγινε εμφανές ότι η συλλογική πείρα της κρίσης και το μέγεθος των προβλημάτων της χώρας οδηγούν όλο και περισσότερους πολίτες- αλλά και ένα σημαντικό μέρος των πολιτικών δυνάμεων-  στην κατανόηση της αναγκαιότητας των κυβερνήσεων συνεργασίας (διαφόρων παραλλαγών), το προγραμματικό περιεχόμενο αυτής της συνεργασίας δεν διευκρινίζεται επαρκώς. Ακριβέστερα,  αγνοείται συστηματικά  κι επίμονα, μια σημαντική διάσταση της αναπτυξιακής πολιτικής που αναφέρεται στον τρόπο και το περιεχόμενο της παραγωγικής αναδιάρθρωσης της ελληνικής οικονομίας και τη θέση της στον νέο διεθνή καταμερισμό εργασίας.

Και όμως σήμερα – περισσότερο από ποτέ – έχει πλήρως συνειδητοποιηθεί η διαπίστωση, πως ο τύπος της ανάπτυξης που επικεντρώνεται αποκλειστικά στο χαμηλό κόστος εργασίας, στην εκτεταμένη και διάχυτη φοροδιαφυγή, στην περιφρόνηση των οικολογικών περιορισμών, στην αποκλειστική και προνομιακή υποστήριξη του κράτους, στη μικρή συνεισφορά της γνώσης και της τεχνολογίας στην επιχειρηματική και οικονομική δραστηριότητα, δεν είναι διατηρήσιμος στο πλαίσιο της ευρωζώνης. Ούτε όμως και κοινωνικά επιθυμητός.

Η χώρα επομένως χρειάζεται κατεπειγόντως ένα σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης – ώστε να αξιοποιηθούν οι μεγάλες θυσίες του ελληνικού λαού και να αρχίσει μια πορεία εξόδου από την κρίση. Η διαχείριση των δημόσιων οικονομικών πρέπει να συνδυασθεί με μια στρατηγική για την τόνωση των επενδύσεων, την παραγωγική αναδιάρθρωση, την τεχνολογική αναβάθμιση της παραγωγής και τη δημιουργία θέσεων εργασίας. Η θέση της Ελλάδας στην ευρωζώνη και  στον εντεινόμενο διεθνή ανταγωνισμό, με όρους που  βελτιώνουν το βιοτικό επίπεδο των πολιτών αυτής της χώρας διασφαλίζεται με τη δρομολόγηση μιας διατηρήσιμης τροχιάς ποιοτικότερης ανάπτυξης που θα στηρίζεται στη γνώση, την καινοτομία, την επιχειρηματικότητα που αξιοποιεί τη γνώση και την τεχνολογία, την ενεργοποίηση ενός καλά εκπαιδευμένου και καταρτισμένου ανθρώπινου δυναμικού και τη συγκρότηση  ενός ευφυούς, αποδοτικού και αποτελεσματικού κράτους που διαθέτει επιχειρησιακές και λειτουργικές ικανότητες.

Ωστόσο κάθε αναπτυξιακή στρατηγική χρειάζεται κατεύθυνση και επιλογές. Οι επιλογές δεν μπορούν να εξαντλούνται στο «τι» αλλά πρέπει να συνδέονται και με το «πώς» καθώς και με το «ποιοι» πρέπει να ενεργοποιηθούν, ώστε να παραμερισθεί η πρακτική των αποσπασματικών, αμελέτητων και ασύνδετων μέτρων και να κυρίως κινητοποιηθούν με συγκεκριμένες παρεμβάσεις, πρωτοβουλίες και κίνητρα τα διάφορα αναπτυξιακά και επιχειρηματικά υποκείμενα (νέα και υφιστάμενα). Τέτοιου τύπου προτεραιότητες είναι:

α) Η διασφάλιση της χρηματοδότησης- από δημόσιους και ιδιωτικούς πόρους, κοινοτικούς, εθνικούς και άλλους-  μιας κρίσιμης μάζας επενδύσεων που στοχεύουν στην ανανέωση και την ανάπτυξη των υποδομών (συμβατικών και ψηφιακών) και στην εγκαθίδρυση δραστηριοτήτων  που αναβαθμίζουν το παραγωγικό δυναμικό της ελληνικής οικονομίας.

β) Η λειτουργική αξιοποίηση του «αναπτυξιακού κοιτάσματος» των  Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών ιδίως στη δημόσια διοίκηση, την αυτοδιοίκηση και τις μικρές επιχειρήσεις.

γ) Η  αξιοποίησή του νέου ΕΣΠΑ (2014-2020), για συγκεκριμένες ανάγκες και προτεραιότητες του εθνικού σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης, με ριζική απλοποίηση διαδικασιών και αποτελεσματική διοίκηση της υλοποίησής του.

δ) Η σταθερή χρηματοδότηση της έρευνας και  των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων με την υιοθέτηση ενός ρεαλιστικού, στόχου αύξησης των δαπανών για την έρευνα, σε συνδυασμό με την καθιέρωση ενός τακτικού εθνικού προγράμματος έρευνας με συγκεκριμένες προτεραιότητες, αλλά και διαδικασίες στρατηγικού προγραμματισμού, αξιολόγησης, λογοδοσίας και αποτελεσματικής διοίκησής του.

στ) Η ενδυνάμωση της  διασύνδεσης των ανώτατων εκπαιδευτικών και ερευνητικών ιδρυμάτων με τη βιομηχανία και τον επιχειρηματικό τομέα με στόχο τη συγκρότηση ενός  οικοσυστήματος  για την ανάπτυξη της καινοτόμου επιχειρηματικότητας και τη μεταφορά γνώσης και τεχνολογίας. Στην ελληνική ακαδημαϊκή κοινότητα υπάρχει μια δεξαμενή δυνητικών επιχειρηματιών ή στελεχών επιχειρήσεων που μπορούν να συμβάλλουν σε αυτό. Μέσω της ενδυνάμωσης θεσμών mentoring και coaching και αξιοποιώντας χρηματοδοτικά εργαλεία επικεντρωμένα σε νέα καινοτόμα εγχειρήματα θα εμπλουτισθεί και θα αναβαθμιστεί  ο επιχειρηματικός ιστός της οικονομίας και θα δημιουργηθούν νέες και πιο  ποιοτικές θέσεις εργασίας.

η) Η προώθηση στοχευμένων διαρθρωτικών αλλαγών που διευκολύνουν την ενδυνάμωση ευρύτερων αλυσίδων παραγωγής αξίας και αντίστοιχων «τομεακών παραγωγικών οικοσυστημάτων», όπως ενδεικτικά είναι η παραγωγή και η διαχείριση της ενέργειας, η περιβαλλοντική βιομηχανία,  η αλυσίδα της «αγρο-βιοδιατροφής», οι τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνιών, οι «δημιουργικές βιομηχανίες», το ευρύτερο  οικοσύστημα της υγείας.

Κρίσιμοι παράγοντες σε αυτή τη διαδικασία είναι:

–              νέα ή υφιστάμενα παραγωγικά/ επιχειρηματικά υποκείμενα που συνεργάζονται με φορείς του ευρύτερου συστήματος καινοτομίας και  δημιουργούν ποιοτικά και διαφοροποιημένα προϊόντα και υπηρεσίες εντάσεως γνώσης

–              σταθερότεροι θεσμοί και κανόνες λειτουργίας της οικονομίας που διευκολύνουν και υποστηρίζουν  την παραγωγική εργασία και την παραγωγική και καινοτόμο επιχειρηματικότητα

–              ο συνδυασμός  μιας αποδοτικής δημόσιας παρέμβασης με έναν δυναμικό και ανταγωνιστικό επιχειρηματικό τομέα.

Ένα τέτοιο εγχείρημα πρέπει να στηριχθεί κοινωνικά από μια νέα παραγωγική συμμαχία και πολιτικά να διαμορφωθεί στη βάση μιας μεγάλης κοινωνικής και πολιτικής προγραμματικής συμφωνίας, ένα νέο Κοινωνικό Συμβόλαιο.  Ένα Συμβόλαιο που θα θεμελιώνει την αξιοπιστία και την εμπιστοσύνη για την παραγωγική ανασυγκρότηση, θα καθιερώνει  σταθερούς κανόνες λειτουργίας της οικονομίας, θα εμπεδώνει μια  κουλτούρα αξιολόγησης και  λογοδοσίας, θα ενισχύει τη διάσταση της δικαιοσύνης, της διαφάνειας και της σταθερότητας στο φορολογικό σύστημα και θα υποβοηθεί την παραγωγική απασχόληση και τη δημιουργική καινοτόμο επιχειρηματικότητα.

 

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ