Η εκλογή Μητσοτάκη και ο ΣΥΡΙΖΑ

Πολλοί έχουν αρχίσει να διερωτώνται αν το ένα θα επηρεάσει το άλλο και πώς. Οι πρώτες βίαιες αντιδράσεις του Μαξίμου, πριν ακόμα συναντήσει ο Αλ. Τσίπρας τον νέο αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, μαρτυρούν έντονη ανησυχία. Και έχουν δίκιο να ανησυχούν στην κυβέρνηση, διότι η μεταρρυθμιστική ατζέντα του Κυριάκου ήδη διεμβολίζει τον κεντρώο χώρο, φθάνοντας μάλιστα μέχρι τις παρυφές του ΣΥΡΙΖΑ. Η τάση αυτή είναι ήδη ορατή και θεωρώ ότι θα ενταθεί στο άμεσο μέλλον. Σ’ αυτό συμβάλλει και η εμπλοκή του ΣΥΡΙΖΑ με τις κυβερνητικές ευθύνες, πράγμα που οδήγησε στη θεαματική στροφή του περασμένου καλοκαιριού και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να δημιουργεί μικρές αλλά υπαρκτές ρωγμές στην πάλαι ποτέ κραταιά νεοκομμουνιστική ιδεολογία και πρακτική του κινηματικού συνασπισμού της ριζοσπαστικής Αριστεράς.

Σταχυολογώ τα εξής πρόσφατα παραδείγματα: ο κ. Αθανασίου, αντιλαμβανόμενος την ανάγκη εκ βάθρων αναδιάρθρωσης του ασφαλιστικού συστήματος, θυμάται την άγρια αντίσταση που συνάντησε η πρόταση του 2002 και θεωρεί ότι οφείλεται μια συγνώμη στον Σημίτη και στον Γιαννίτση. Ο κ. Ζαχαριάδης δεν μπορεί να συγκρατήσει την απογοήτευσή του για τη διαφαινόμενη απώλεια του περίφημου ηθικού πλεονεκτήματος της παράταξης, λόγω των αθρόων διορισμών ημετέρων σε δημόσιες θέσεις, με αποκορύφωμα την τοποθέτηση του συζύγου της κ. Καφαντάρη σε νεοσυσταθείσα ΔΕΚΟ με ανύπαρκτο αντικείμενο, και προτείνει να διορίζεται σε τέτοιες θέσεις ο δεύτερος καλύτερος, όταν ο πρώτος (κρατούμε και τα προσχήματα απέναντι στους συντρόφους) συμβαίνει να έχει τέτοιου βαθμού συγγένεια με στελέχη του κόμματος. Τέλος, ο κ. Πιτσιόρλας καλεί με παρρησία την κυβέρνηση να απαλλαγεί από τον κρατικισμό που φυλακίζει τις δυνάμεις της οικονομίας και δεν επιτρέπει στη χώρα να προσελκύσει επενδύσεις και να αναπτυχθεί.

Βέβαια, η παλιά ιδεολογία ανθίσταται: ο κ. Παππάς αντιτείνει στον κ. Αθανασίου ότι η προταθείσα τότε μεταρρύθμιση ήταν αδικαιολόγητη, διότι έγινε σε συνθήκες ανάπτυξης, πράγμα που αποκαλύπτει αφενός μεν την εδραία πεποίθηση των λοχαγών του Μαξίμου περί διαχείρισης της φτώχειας και αφετέρου την πλήρη αδυναμία τους να κατανοήσουν ότι οι μεγάλες μεταρρυθμίσεις γίνονται ευκολότερα και λιγότερο επώδυνα, όταν η οικονομία έχει τη δυνατότητα να τις στηρίξει και να τις απορροφήσει. Η κ. Γεροβασίλη υπερασπίζεται την επάρκεια του βουλευτικού συζύγου, του οποίου όμως οι περγαμηνές φαίνονται παντελώς ανύπαρκτες, και ο κ. Σκουρλέτης επιτιμά τον πρόεδρο του ΤΑΙΠΕΔ ως εκφραστή της ιδεολογίας των νεοφιλελεύθερων αρνητών της χρησιμότητας της δημόσιας επιχειρηματικότητας, ενώ συγχρόνως φαίνεται να διώχνει την επένδυση των Καναδών στη Χαλκιδική. Οι ρωγμές αυτές θα συνεχιστούν και θα ενταθούν, αν ο κ. Μητσοτάκης επιμείνει σθεναρά στην εξαγγελθείσα μεταρρυθμιστική ατζέντα του, πράγμα όχι εύκολο ούτε αυτονόητο, γιατί όλοι γνωρίζουμε ότι το δηλητήριο του κρατισμού και των πελατειακών σχέσεων ελλοχεύει στο σύνολο του πολιτικού φάσματος της χώρας. Η αποφασιστικότητά του θα μπορούσε να βοηθήσει και τη μετακίνηση του ΣΥΡΙΖΑ σε ρεαλιστικότερες θέσεις. Ευχόμαστε ολόψυχα να δείξει την απαιτούμενη θέληση και να τα καταφέρει.

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ