Η ανασύνθεση της Κεντροαριστεράς

Είναι προφανές ότι σήμερα, στο μεταίχμιο δύο εκλογικών αναμετρήσεων, τα πολιτικά δεδομένα της χώρας έχουν αλλάξει ριζικά, όχι μόνον γενικά αλλά και ως προς την προοπτική και το μέλλον της «Κεντροαριστεράς».

Εν πρώτοις να διευκρινίσω ότι με όρους πολιτικής γεωγραφίας «Κεντροαριστερά» δεν σημαίνει «κέντρο» με ολίγη από Αριστερά αλλά  μια πλουραλιστική δημοκρατική Αριστερά, που κάνει ανοίγματα στο «προοδευτικό κέντρο», δηλαδή στους υπερμάχους του πολιτικού φιλελευθερισμού.

Αυτό λοιπόν που τίθεται πλέον επί τάπητος είναι η ανασύνθεση ενός έτσι νοούμενου  «προοδευτικού χώρου» και όχι η αναζήτηση μιας νέας αμφιλεγόμενης «προοδευτικότητας», προκειμένου να χωρέσει και η ΝΔ, όπως προσπαθούν να μας πείσουν τελευταία κάποιοι  καλοθελητές, είτε λόγω –θεμιτής– ιδεολογικής μετάλλαξης είτε λόγω –αθέμιτων– προσωπικών ιδιοτελειών (θυμίζοντας, σε κάθε περίπτωση, τον μύθο του Αισώπου για την αλεπού με την κομμένη ουρά…).

Τι μπορεί όμως να σημαίνει, σήμερα, μια τέτοια ανασύνθεση;

Εν πρώτοις, αλλαγή νοοτροπίας από τα δύο κόμματα που εντάσσονται, εξ αντικειμένου, σε αυτήν. Ούτε το Κίνημα Αλλαγής είναι «ουρά της ΝΔ», όπως αρέσκεται να επαναλαμβάνει ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά ούτε  ο ΣΥΡΙΖΑ είναι η «νέα Δεξιά», όπως παραδόξως ισχυρίζεται το ΠΑΣΟΚ.

Είναι αλήθεια βέβαια ότι αμφότεροι οι χώροι παρουσιάζουν πολλές αναντιστοιχίες, σε σχέση με αυτό που θέλουν να εκφράσουν:

Το μεν Κίνημα Αλλαγής είναι μια προβληματική εκδοχή της σοσιαλδημοκρατίας, καθώς έχει υποστεί, στην εποχή των επιγόνων, αλλεπάλληλες ιδεολογικές μεταλλάξεις, που συνδέθηκαν βέβαια τόσο με σοβαρές αστοχίες ως προς την διαχείριση της κρίσης (για την οποία, πάντως, δεν είχε την κύρια ευθύνη) όσο και με την ετεροβαρή –και άνευ όρων– σύμπραξη με την ΝΔ, μετά το 2012, που οδήγησε στην πολιτική παλινόρθωση της πολλαπλά ανεύθυνης Δεξιάς του Σαμαρά αλλά και στην εξαέρωση του ΠΑΣΟΚ.

Ο δε ΣΥΡΙΖΑ είναι μια προβληματική εκδοχή της κομμουνιστογενούς Αριστεράς, όχι μόνο με βάση τις αρχικές βαρύτατες «αυταπάτες» του –συμπτώματα της παιδικής ασθένειας του «αριστερισμού»– αλλά και λόγω της μετέπειτα πορείας του. Διότι ναι μεν κινήθηκε πλέον, μετά τον Σεπτέμβριο του 2015, σε περισσότερο ρεαλιστικές και φιλοευρωπαϊκές λύσεις αλλά αυτό έγινε χωρίς να συνοδευθεί από έναν βαθύτερο μετασχηματισμό του σε μια ώριμη και σοβαρή δημοκρατική Αριστερά, τόσο ως προς τις πολιτικές του συμμαχίες (που παρέμειναν ανεκδιήγητες) όσο και ως προς την πολιτική του πρακτική (που παρέμεινε διχαστική και τραυματική για τους θεσμούς).

Με αυτά τα δεδομένα, είναι αδύνατη η ανασύνθεση της «Κεντροαριστεράς» προεκλογικά. Ούτε μετεκλογικά, όμως, είναι αυτονόητη, αν δεν υπάρξει ταυτόχρονη αλλαγή παραδείγματος και στα δύο κόμματα. Και πρώτη προϋπόθεση είναι, αναμφισβήτητα, μια αμοιβαία ειλικρινής αυτοκριτική, αντί να εξακολουθούν να προσπαθούν να μας πείσουν ότι ο γιαλός είναι στραβός (δηλαδή ότι φταίει ο λαός) και όχι ότι αρμενίζουν στραβά. Από εκεί και πέρα, βέβαια, πρέπει να αφήσουν ως τάχιστα πίσω, ο μεν ΣΥΡΙΖΑ την αλαζονική αυταρέσκεια και τον πολιτικό κυνισμό του το δε ΚΙΝΑΛ τον μικρομεγαλισμό του (αλλά και τον έκδηλο αλληθωρισμό κάποιων στελεχών του προς τα δεξιά…).

Μόνον έτσι θα μπορέσουν κάποια στιγμή να συναντηθούν οι πορείες τους, δίνοντας διέξοδο στις αγωνίες και τις προσδοκίες των πράγματι δημοκρατικών και προοδευτικών πολιτών, μέσα και έξω από αυτά. Αν μάλιστα συμπράξουν, στη συνέχεια, και άλλα μικρότερα κόμματα και κινήσεις, θα έχουμε πλέον μια πλήρη ανασύνθεση της «Κεντροαριστεράς», όπως συνέβη στην Ισπανία και την Πορτογαλία. Διότι αυτές οι χώρες δείχνουν πράγματι τον δρόμο της προόδου και όχι η Γαλλία του Μακρόν και του Μελανσόν….

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ