My Ladies, my Lords, welcome to the club!

kathimerini.gr

Δύσκολα οι έντεκα ανώτατοι λόρδοι δικαστές του Λονδίνου (τρεις κυρίες και οκτώ κύριοι) θα μπορούσαν να αποδοκιμάσουν πιο έντονα τον Μπόρις Τζόνσον απ’ όσο το έκαναν στο «διά ταύτα» της απόφασης που εξέδωσαν την περασμένη Τρίτη, για το κλείσιμο του βρετανικού Κοινοβουλίου.

«Η πρόταση [του πρωθυπουργού] ήταν παράνομη. Η υποβολή της [στη βασίλισσα] υπερέβαινε τις εξουσίες του. Ηταν ως εκ τούτου άκυρη και δεν παρήγαγε αποτελέσματα[…]. Οδήγησε στην έκδοση του διατάγματος [αναστολής των εργασιών του Κοινοβουλίου] το οποίο, στο μέτρο που στηριζόταν σε παράνομη πρόταση, ήταν και αυτό παράνομο, άκυρο και χωρίς κανένα αποτέλεσμα? γι’ αυτό πρέπει να καταργηθεί. Ηταν σαν οι απεσταλμένοι της βασίλισσας να επέδωσαν στο Κοινοβούλιο ένα λευκό χαρτί […]» (σκέψη 69).

Η απόφαση αυτή (Cherry/Miller No2 [2019] UKSC 41) θα μείνει ιστορική διότι, αιφνιδιάζοντας ακόμη και τους πιο άτεγκτους αντιπάλους του Βρετανού πρωθυπουργού, έλεγξε για πρώτη φορά την άσκηση μιας αρμοδιότητας της κυβέρνησης, την οποία κανένας δικαστής δεν είχε διανοηθεί να αμφισβητήσει από συστάσεως βρετανικής μοναρχίας: της prorogation, που είναι το ισοδύναμο της αναστολής των εργασιών της Βουλής του άρθρου 40 του δικού μας Συντάγματος. Η αναστολή δεν συμπίπτει με την (απλή) διακοπή της συνόδου (λόγω διακοπών ή για άλλη αιτία) την οποία αποφασίζει η ίδια η Βουλή, ούτε βέβαια με τη διάλυσή της, η οποία, για να είναι νόμιμη, πρέπει ταυτόχρονα να προκηρύσσονται εκλογές. Κατά τη διάρκειά της, ούτε η ολομέλεια ούτε οι επιτροπές της Βουλής συνεδριάζουν. Εκκρεμή νομοσχέδια εγκαταλείπονται και συζητούνται εξ υπαρχής μετά την επανάληψη των εργασιών της, ενώ η κυβέρνηση συνεχίζει ανέλεγκτη το έργο της.

Με άλλα λόγια, η Βουλή (κατ’ ακριβολογία οι δύο Βουλές του βρετανικού Κοινοβουλίου) παραμερίζονται πλήρως για ένα χρονικό διάστημα το οποίο, τις τελευταίες τουλάχιστον δεκαετίες, δεν υπερέβη ποτέ τις 3-5 ημέρες. Γι’ αυτό και η prorogation δεν είχε δημιουργήσει κανένα πρόβλημα, καθώς θεωρήθηκε εύλογο να αφήνεται κάθε Σεπτέμβριο η κυβέρνηση απερίσπαστη να ετοιμάζει τον λόγο του θρόνου, τον οποίο η βασίλισσα εκφωνεί κατά την έναρξη της νέας βουλευτικής συνόδου.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο «την πάτησε» ο αλαζών Μπόρις Τζόνσον. Αυτή τη φορά ζήτησε να ανασταλούν οι εργασίες της Βουλής για πέντε εβδομάδες και όχι για πέντε ημέρες. Και τούτο επικαλούμενος προσχηματικά τη σύνταξη του λόγου του θρόνου, ενώ, στην πραγματικότητα, επιδίωκε να απαλλαγεί από την ενοχλητική παρουσία της Βουλής τις κρίσιμες εβδομάδες πριν από την 31η Οκτωβρίου, ημέρα δηλαδή που, όπως ο ίδιος έχει αναγγείλει, θα ισχύσει το Brexit ό,τι και αν συμβεί, δηλαδή ακόμη και χωρίς συμφωνία με την Ε.Ε.
Το δικαστήριο απέφυγε επιμελώς να αναφερθεί στις αληθινές προθέσεις του Μπόρις Τζόνσον. Επικέντρωσε, αντίθετα, την προσοχή του στη νομική πλευρά του προβλήματος: είχε εν προκειμένω το ίδιο δικαιοδοσία; Και αν ναι, είχε ενεργήσει η κυβέρνηση σύμφωνα με τον νόμο;

Το ζήτημα της δικαιοδοσίας ήταν ασφαλώς το δυσχερέστερο. Σε όλα τα μήκη και πλάτη, ακόμη και στις πιο προηγμένες δημοκρατίες, υπάρχουν ορισμένες πράξεις της εκτελεστικής εξουσίας οι οποίες, ως κατ’ εξοχήν πολιτικές, εκφεύγουν του δικαστικού ελέγχου. Πρόκειται για τις political questions του αμερικανικού δημοσίου δικαίου, τις actos politicos του ισπανικού και για τις actes de gouvernement του γαλλικού. Στο πρότυπο των τελευταίων διαμορφώθηκε και σε εμάς η έννοια των «κυβερνητικών πράξεων». Ηδη ο ιδρυτικός νόμος του Συμβουλίου της Επικρατείας (1928) τις έθετε εκτός δικαστικού ελέγχου με τη σκέψη ότι ανάγονταν «εις την διαχείρισιν της πολιτικής εξουσίας» (βλ. σήμερα το άρθρο 45 του Π.Δ. 18/1989). Ετσι, για να σταθώ σε δύο πολύ πρόσφατα και απολύτως αναμενόμενα δικαστικά προηγούμενα, το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε αίτηση ακυρώσεως κατά της προκήρυξης του δημοψηφίσματος του 2015 (ΣτΕ (Ολ.) 2787/2015) και η Επιτροπή Αναστολών του ίδιου δικαστηρίου αίτηση αναστολής κατά διοικητικής πράξης που είχε εκδοθεί σε εκτέλεση της συμφωνίας των Πρεσπών (ΕΑ ΣτΕ 199/2018).

Η διεθνής πολιτική της χώρας και οι σχέσεις εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας είναι συνήθως οι τομείς όπου γίνεται δεκτό ότι οι σχετικές πράξεις, ως «κυβερνητικές», δεν ελέγχονται δικαστικά. Από την άλλη, βέβαια, υποστηρίζεται ότι, σε ένα κράτος δικαίου, το δικαίωμα δικαστικής προστασίας των άμεσα πληττομένων (άρθρο 20 παρ. 1 Σ., 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ) αποκλείει τα στεγανά στον δικαστικό έλεγχο των πράξεων της εκτελεστικής εξουσίας. Ετσι, τελικός κριτής για το αν μια πράξη είναι «κυβερνητική» και συνεπώς ανέλεγκτη θεωρείται ότι είναι ο δικαστής και όχι ο νομοθέτης.

Σε μια συγκυρία λοιπόν τόσο κρίσιμη για το μέλλον της Μεγάλης Βρετανίας, θα επέμενε το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας στην παραδοσιακή του αυτοσυγκράτησή του ή θα έκανε το μεγάλο άλμα; Εκπλήσσοντας τους πάντες το έκανε, με το σκεπτικό ότι, σε οριακές περιπτώσεις, όπως π.χ. όταν απειλείται η αρχή της «κυριαρχίας του Κοινοβουλίου» –δηλαδή η λυδία λίθος του βρετανικού πολιτεύματος– η άσκηση των αρμοδιοτήτων της εκτελεστικής εξουσίας, δηλαδή των λεγόμενων prerogative powers, ελέγχεται δικαστικά. Το αντίθετο θα ισοδυναμούσε με το να μείνει ανέλεγκτη μια κυβέρνηση, αφού το Κοινοβούλιο δεν θα μπορούσε ούτε να νομοθετεί, ούτε βέβαια να την ελέγχει. Θα είχαμε, με άλλα λόγια, μια οιονεί δικτατορία.

Εχοντας λύσει το μείζον αυτό προδικαστικό ζήτημα, το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και έκρινε ότι οι πέντε εβδομάδες της αναστολής είναι υπερβολικά μακρύ χρονικό διάστημα για να ετοιμαστεί ο λόγος του θρόνου. Και ότι, εν πάση περιπτώσει, η κυβέρνηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν δικαιολόγησε επαρκώς την επιβολή της. Αμεση συνέπεια της απόφασης ήταν η επανάληψη των εργασιών του βρετανικού Κοινοβουλίου από την επομένη της δημοσίευσής της.

To χαστούκι ήταν ηχηρό. Ο πολύς Τζέικομπ Ρις-Μόγκ, επικεφαλής των Συντηρητικών στη Βουλή των Κοινοτήτων, (ο κύριος που τον είδαμε προ ημερών να απαξιώνει την αντιπολίτευση, ξαπλώνοντας φαρδύς πλατύς στα πράσινα έδρανα της συμπολίτευσης) μίλησε για «συνταγματικό πραξικόπημα», ενώ ο υπουργός Δικαιοσύνης Τζέφρι Κοξ κατήγγειλε τους ανώτατους δικαστές για πολιτικολογία. Κατηγορίες αναμενόμενες, από μια ομάδα αδίστακτων πολιτικών, που αφού απέκτησαν τον έλεγχο του παλαιότερου βρετανικού πολιτικού κόμματος, επιδιώκουν να τον επιβάλλουν και στο σύνολο της χώρας.

Μπροστά στην ανικανότητα της αντιπολίτευσης να αντιδράσει αποτελεσματικά και συντονισμένα, οι Βρετανοί δικαστές ανέλαβαν την ευθύνη να σώσουν το αντιπροσωπευτικό σύστημα, που απειλείται από τους νεόκοπους πολεμίους των «ελίτ». Διεκδικούν έτσι έναν πρωτόγνωρο ρόλο, σε μια χώρα που είναι υπερήφανη για τη Βουλή της και για τον ρόλο της ως εγγυητή της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου. Επρεπε να έρθει στην εξουσία ένας αδίστακτος δημαγωγός για να αφυπνισθούν.

Στην ιστορία και των πιο προηγμένων δημοκρατιών συμβαίνει κάποτε οι δικαστές να αναλαμβάνουν τέτοιο ρόλο. Πρόκειται βέβαια για ακραίες στιγμές. Το έκανε το Supreme Court της Ουάσιγκτον στη δεκαετία του 1950 και του 1960, όταν τερμάτισε με τις αποφάσεις του έναν εμφύλιο πόλεμο, τις διακρίσεις εις βάρος των εγχρώμων. Το έκανε και το γαλλικό Conseil Constitutionnel όταν, στις αρχές της δεκαετίας του 1970, απέδωσε συνταγματική ισχύ στη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου το 1789, που έως τότε θεωρούνταν ευχολόγιο. Το έκανε, τολμώ να πω, και το δικό μας Συμβούλιο της Επικρατείας το 1969, όταν, επί δικτατορίας, έσωσε την τιμή των Ελλήνων δικαστών, αλλά και το 2016, όταν ματαίωσε την επέλαση του κ. Ν. Παππά στον χώρο της τηλεόρασης (ΣτΕ (Ολ.) 95/2017).

My Ladies, my Lords, όπως προσφώνησε τα μέλη του ανώτατου δικαστηρίου ένας παλαιός μας γνώριμος, ο λόρδος Πάνικ, συνήγορος τώρα της προσφεύγουσας και εκκαλούσας Τζίνα Μίλερ: Welcome to the club!

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ