Καιρός να πούμε «φτάνει» στον παραλογισμό της λιτότητας

Φτάνει! Μετά από δύο χρόνια μεταρρυθμίσεων, οι Ισπανοί είναι όλοι πολύ συμφιλιωμένοι με τη θανατηφόρα τελετουργία της ευρωπαϊκής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της κρίσης. Κάθε νέο μεταρρυθμιστικό πακέτο που υιοθετείται, εγκωμιάζεται από τα Ευρωπαϊκά Ινστιτούτα και συνοδεύεται με ένα φιλικό χτύπημα στην πλάτη. Κατόπιν, όταν η χώρα βυθίζεται στην ύφεση, όταν η ανεργία κάνει  νέο άλμα και τα ασφάλιστρα κινδύνου συνεχίζουν να αυξάνονται, οι Ισπανοί καλούνται να αντιμετωπίσουν ακόμα μεγαλύτερη ύφεση. Εάν και όταν ρωτήσεις μήπως η στρατηγική ισοδυναμεί με μια αυτοπροκαλούμενη λιτότητα, σου απαντούν να μην ανησυχείς και σε ενθαρρύνουν να κάνεις υπομονή και να περιμένεις τα αποτελέσματα. Εάν η πίστη προσδιορίζεται ως η ικανότητα να πιστεύεις χωρίς να βλέπεις, τότε οι Ισπανοί καλούνται να αντικαταστήσουν την πολιτική και την οικονομία, με μια καθαρή πράξη πίστης στη λιτότητα.

Τόσο οι πολίτες, όσο και οι ελίτ της Ευρώπης, φαίνεται να νιώθουν την ανάγκη να σταματήσουν αυτόν τον παραλογισμό. Η κατάρρευση της ολλανδικής κυβέρνησης και η νίκη του Φρανσουά Ολάντ στον πρώτο  γύρο των γαλλικών προεδρικών εκλογών, δείχνουν προς την ίδια κατεύθυνση: μια εξέγερση ενάντια στη λιτότητα. Αλλά αυτή θα μπορούσε να ήταν μόνο η αρχή: οι επερχόμενες εκλογές στην Ελλάδα, το ιρλανδικό δημοψήφισμα του επόμενου μήνα και οι βουλευτικές εκλογές στη Γαλλία τον Ιούνιο, μπορούν να οδηγήσουν σε σοβαρή κρίση. Λαμβάνοντας υπόψη τη ζημιά που προκάλεσαν οι θυμωμένοι πολίτες στην ΕΕ την περασμένη δεκαετία, οι Ευρωπαίοι ηγέτες καλά θα κάνουν να λάβουν σοβαρά υπόψη τις ανησυχίες τους.

Την επόμενη εβδομάδα συμπληρώνονται δύο χρόνια από τότε που η σοσιαλιστική κυβέρνηση του Χοσέ Λουίς Ροντρίγκεζ Θαπατέρο υιοθέτησε τα πρώτα μέτρα λιτότητας και προχώρησε σε μια σειρά από διαρθρωτικές αλλαγές. Αυτά τα μέτρα, ήταν η πολιτική αυτοκτονία του Ισπανικού Σοσιαλιστικού Κόμματος. Τώρα οι συντηρητικοί βρίσκονται σε μία παρόμοια κατάσταση: περίπου 100 ημέρες μετά την ανάκτηση της εξουσίας, έχουν αποξενωθεί από το εκλογικό σώμα και τιμωρούνται αυστηρά από τις αγορές, όπως ο κ. Θαπατέρο.
Όντως, οι αγορές κάνουν δύσκολη τη ζωή της ισπανικής κυβέρνησης, αλλά αυτό δεν προκαλεί έκπληξη. Το εξωφρενικό είναι ότι ενώ οι Ισπανοί έρχονται αντιμέτωποι με τη λιτότητα και την αυξανόμενη ανεργία, ο πρόεδρος της Μπούντεσμπανκ και μέλος του εκτελεστικού συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Γιένς Βάιντμαν, δηλώνει ότι το επιτόκιο 6% για τα ισπανικά κρατικά ομόλογα «δεν είναι και το τέλος του κόσμου». Την ίδια στιγμή, ο Νικολά Σαρκοζί βασίζει την καμπάνια για την επανεκλογή του στο ότι εάν επικρατήσει ο αντίπαλός του, ο κ. Ολάντ, τότε η κρίση της Ισπανίας θα φτάσει στα Ιλίσια Πεδία. Τόση αλληλεγγύη μεταξύ των συντηρητικών κυβερνήσεων.

Κάτι δεν πάει καλά με την Ευρώπη, όταν μια κυβέρνηση τόσο φιλοευρωπαϊκή και συντηρητική, που τάσσεται υπέρ της λιτότητας, αγνοείται από το Βερολίνο ή -ακόμα χειρότερα- ταπεινώνεται από τη Γαλλία. Επίσης, κάτι δεν πάει καλά όταν το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο
επιδοκιμάζει το μεταρρυθμιστικό σου πρόγραμμα και σε ρωτάει αν όντως χρειάζεσαι τόσο σκληρή δημοσιονομική προσαρμογή εν μέσω κρίσης – και την ίδια ώρα στις Βρυξέλλες, στο Βερολίνο ή στη Φραγκφούρτη, δεν ενδιαφέρεται κανείς να ακούσει. Εξίσου ανησυχητικό είναι και το ότι η
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με χαρά καλωσορίζει τις σημαντικές περικοπές τής Ισπανίας στις δαπάνες παιδείας και έρευνας, αγνοώντας σκόπιμα το γεγονός ότι δε συμβαδίζουν με το μοντέλο βιώσιμης ανάπτυξης που η ίδια διαφημίζει εδώ και μια δεκαετία, καθώς και την επιτακτική ανάγκη της Ισπανίας να απομακρυνθεί από το οικονομικό μοντέλο που βασίζεται στο real estate.

Κατ’ ιδίαν, οι συντηρητικές ελίτ στην Ισπανία αναγνωρίζουν ότι οι στόχοι λιτότητας πρέπει να χαλαρώσουν και ότι χρειάζεται ένα νέο μείγμα πολιτικής.  Δημοσίως, παραμένουν σιωπηλοί γιατί είναι πολύ αδύναμοι για να έρθουν αντιμέτωποι με το Βερολίνο, τις Βρυξέλλες και
τη Φραγκφούρτη. Πολύ φοβισμένοι για τις αγορές που δεν μπορούν να καθοδηγήσουν την εξέγερση, αλλά και για την αντίδραση των Ισπανών πολιτών εάν διαπιστώσουν ότι θα μπορούσαν να γλιτώσουν ένα μέρος από τις θυσίες τους, αν η Ευρώπη λειτουργούσε σωστά.

Ποιος κυβερνά; Στην ΕE, όπως διδάσκουμε στους μαθητές μας, η Κομισιόν εκφράζει το γενικό συμφέρον και έχει το δικαίωμα της πρωτοβουλίας, ενώ τα κράτη-μέλη και οι πολίτες εκφράζονται μέσω του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Αλλά στην Ευρώπη του σήμερα, τα Ευρωπαϊκά Ιδρύματα έχουν τεθεί στο περιθώριο, καθώς η εξουσία βρίσκεται στο Βερολίνο και στους διαδρόμους της ΕΚΤ, όπου διεξάγονται με αδιαφάνεια οι πραγματικές μάχες για την κρίση.

Το δημοσιονομικό συμβόλαιο, η πιο ανισσόροπη και ασύμμετρη συνθήκη που υπέγραψαν ποτέ τα κράτη-μέλη, είναι η καλύτερη εικονογράφηση της νέας Ευρώπης: Ενώ η λιτότητα εφαρμόζεται αυστηρά, η ανάπτυξη μόλις που τίθεται ως υπόσχεση. Στην παλιά καλή ΕΕ, τα κράτη-μέλη ήταν ίσα και οι συνθήκες αντιπροσώπευαν τον συμβιβασμό μεταξύ των αντικρουόμενων οραμάτων για την Ευρώπη. Τώρα η Ευρώπη διακρίνεται από ασυμμετρίες εξουσίας και φόβο για το μέλλον. Η Ευρώπη μοιάζει τώρα με αυτό που ο Τόμας Χομπς περιέγραψε ως τη φυσική κατάσταση της ανθρώπινης ζωής: «φτωχή, κακή, βίαιη και σύντομη». Δύο χρόνια τώρα, ούτε ένα μέτρο δεν προχώρησε για την ανάπτυξη. Είναι καιρός να πούμε: Φτάνει!

*O Jose Ignacio Torreblanca είναι καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο UNED και επικεφαλής του γραφείου του European Council of Foreign Relations στην Μαδρίτη.

.

Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε στους Financial Times, στις 26/6/2012

.

 

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ