Ο λαϊκισμός ως απειλή για τη Δημοκρατία

Το κύμα λαϊκισμού που παρατηρούμε στην Ευρώπη και στην Ελλάδα τείνει να γίνει τσουνάμι με σοβαρές συνέπειες για τη δημοκρατία και τους θεσμούς της. Η αυξανόμενη αμφισβήτηση των δημοκρατικών θεσμών, οι διάφορες μορφές αντι-κοινοβουλευτισμού και ο προπηλακισμός εκπροσώπων του πολιτικού συστήματος δημιουργούν πρόσφορο έδαφος υπόσκαψης της ίδιας της δημοκρατίας. Ειδικά στην Ελλάδα, σε μεγάλο βαθμό λόγω της οικονομικής και πολιτικής κρίσης, το φαινόμενο αυτό έχει λάβει τη μορφή χιονοστιβάδας που, αν δεν ελεγχθεί, μπορεί να συμπαρασύρει μαζί της την ομαλότητα και την κοινωνική συνοχή στη χώρα.

Τα κόμματα και οι ομάδες που εκπροσωπούν αυτού του είδους τον λαϊκισμό κινούνται κυρίως στο χώρο των δύο πολιτικών άκρων. Παρά τις διαφορετικές αφετηρίες, συγκλίνουν στη θέση ότι η ευρωπαϊκή ενοποίηση και ο εξευρωπαϊσμός του κράτους και της κοινωνίας είναι απειλή (το φλέρτ Τσίπρα-Καμμένου είναι ενδεικτικό παράδειγμα). Είναι απειλή για την «εθνική» κουλτούρα και παράδοση, για την «εθνική» κυριαρχία, για την «λαϊκή οικογένεια», για το κράτος. Ως εκ τούτου, άμεσα ή έμμεσα, πρεσβεύουν την ανατροπή του ευρωπαϊκού οικοδομήματος και την έξοδο της χώρας από αυτό, με όλα τα μέσα, χωρίς να αποκλείουν ακόμα και τη χρήση βίας.

Ακόμα πιο ανησυχητική είναι η έξαρση του λαϊκισμού της (άκρο)Δεξιάς που εκφράζεται, πλέον, όχι μόνο μέσα από τα παραδοσιακά-ναζιστικού τύπου κόμματα αλλά και μέσα από κόμματα της λαϊκής Δεξιάς. Το εντυπωσιακό ποσοστό που έλαβε η Μαρίν Λεπέν στον πρώτο γύρο των Γαλλικών προεδρικών εκλογών έφερε και πάλι το θέμα αυτό στο προσκήνιο. Σε γενικές γραμμές, το στίγμα των κομμάτων αυτών ορίζεται από την εχθρότητά τους στους μετανάστες, την προσήλωσή τους στη δημιουργία μιας Χριστιανικής Ευρώπης, την εμμονή τους σε θέματα «τάξης και ασφάλειας» και έχουν έντονα αντι-συστημικά χαρακτηριστικά. Είναι, δε, πολύ αποτελεσματικά στη χρήση των νέων μέσων τεχνολογίας και κοινωνικής δικτύωσης όπως το facebook και το twitter. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που πανευρωπαϊκές μελέτες έχουν δείξει ότι η ραγδαία ανάπτυξή τους αντικατοπτρίζεται στο διαδίκτυο. Αξιοποιώντας την αδυναμία των μετριοπαθών κομμάτων σ’ αυτού του είδους την επικοινωνία, χρησιμοποιούν το διαδίκτυο για να διαδώσουν το μήνυμά τους, να οργανώσουν δραστηριότητες και να στρατολογήσουν μέλη και οπαδούς.

Οι ίδιες μελέτες απαντούν και στο ερώτημα γιατί αυτά τα κόμματα έχουν τέτοια δυναμική. Η εύκολη, και εν μέρει ορθή απάντηση είναι ότι η οικονομική και πολιτική κρίση στην Ευρώπη και στην Ελλάδα ενισχύει αυτά τα φαινόμενα. Αλλά οι λόγοι εκτείνονται και πέραν αυτού. Είναι γεγονός ότι η κρίση έβαλε τα μετριοπαθή κόμματα σε μια δυσχερή θέση έναντι των εκπροσώπων του λαϊκισμού. Κι αυτό διότι κλήθηκαν να υιοθετήσουν και να εφαρμόσουν σχέδια αυστηρής οικονομικής εξυγίανσης μειώνοντας τη δυνατότητα ευελιξίας τους. ΄Ετσι, δημιουργήθηκε η λανθασμένη εντύπωση ότι «όλοι είναι οι ίδιοι», ότι δεν υπάρχουν επιλογές και ότι όλα είναι ένας μονόδρομος. Το «κενό» της άλλης επιλογής ήρθαν να καλύψουν τα κόμματα του λαϊκισμού με απλοϊκές, ανέξοδες και μη ρεαλιστικές λύσεις που φαντάζουν ως πραγματικές.

Η ενίσχυση των κομμάτων του λαϊκισμού εξηγείται επίσης και από την συμμετοχή τέτοιων κομμάτων σε κυβερνήσεις συνεργασίας. Αυτό είναι αποτέλεσμα της κυρίαρχης άποψης ότι η συμμετοχή τους οδηγεί στον εξορθολογισμό των απόψεων και πρακτικών τους. Η Ευρωπαϊκή εμπειρία όμως, όπως και η ελληνική, την διαψεύδει. Τα κόμματα αυτά είναι ιδιαίτερα ικανά να έχουν, ταυτόχρονα, το ένα πόδι μέσα και το άλλο έξω χωρίς ιδιαίτερες προσαρμογές. Τα παραδείγματα του ΛΑΟΣ στην Ελλάδα και του Κόμματος Ελευθερίας στην Ολλανδία ενισχύουν το επιχείρημα.

Τέλος, ο ακροδεξιός λαϊκισμός στην Ευρώπη και στην Ελλάδα ενδυναμώνεται διότι τα μετριοπαθή Δεξιά κόμματα υιοθετούν την ρητορική και τις πολιτικές θέσεις της ακροδεξιάς με αποτέλεσμα να τις νομιμοποιούν. Το παράδειγμα του Σαρκοζί στη Γαλλία και του Σαμαρά στην Ελλάδα είναι ενδεικτικά. Οι πρόσφατες εξαγγελίες του Προέδρου της ΝΔ και υποψηφίων βουλευτών της, περί «αποενοχοποίησης της πατρίδας και του Θεού», περί «τάξης και ασφάλειας», περί μεταναστών (τους οποίους πρέπει να σταμπάρουμε), περί Ορθοδοξίας και Ελληνικής ταυτότητας και η πρόταση Σαμαρά για «ρητή πρόβλεψη στο νέο Σύνταγμα για την προστασία της ελληνικής ταυτότητας και της ελληνικής γλώσσας», είναι βούτυρο στο ψωμί του ακροδεξιού λαϊκισμού. Που στην ουσία ενισχύει κόμματα και ομάδες όπως οι Ανεξάρτητοι Έλληνες και η Χρυσή Αυγή.

Είναι προφανές, λοιπόν, ότι, μετεκλογικά, τα μετριοπαθή και φιλο-ευρωπαϊκά κόμματα, αν θέλουν να προστατεύσουν τη δημοκρατία και τη χώρα από τα επικίνδυνα φαινόμενα λαϊκισμού, οφείλουν, να βρουν το μονοπάτι της συνεργασίας αποκλείοντας από αυτήν τα πολιτικά άκρα και τις απόψεις τους.

Ο Φίλιππος Σαββίδης είναι Πολιτικός Επιστήμονας-Διεθνολόγος

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ