Το Ποτάμι φέρνει μια αλλαγή με μυαλό.

Ποιος ο λόγος να είναι κανείς υποψήφιος ή ψηφοφόρος του Ποταμιού; Δια του παρόντος εξετάζω κάποιες από τις πιθανές απαντήσεις, από τη σκοπιά του υποψηφίου, που δεν διαφέρει ουσιωδώς από αυτήν του ψηφοφόρου.

Είμαι υποψήφιος με το Ποτάμι γιατί δεν θέλω πια να αποφασίζουν άλλοι για μένα. Είναι τώρα η στιγμή ο ενεργός πολίτης να γίνει και ενεργός πολιτικός. Είναι ώρα να μπούμε στην πολιτική και να εκλεγούμε στη Βουλή εμείς οι πολίτες. Η κριτική πλέον δεν ωφελεί, αν δεν αποφασίσει κανείς να κάνει και κάτι πιο χειροπιαστό από το να γκρινιάζει. Τα πράγματα είναι πια εκτός της σφαίρας της κριτικής ανάλυσης. Ό,τι δυνάμεις έχουνε μείνει σ’ αυτόν τον έρμο τον τόπο τώρα πρέπει να φανούνε και να πούνε και να κάνουνε ό,τι μπορούνε. Όχι μόνο στη δουλειά τους αλλά και στην πολιτική, που είναι η κοινή δουλειά όλων μας. Τώρα, στο δύσκολο καιρό, πιο πολύ παρά ποτέ, η πολιτική είναι δουλειά όλων μας.

Είμαι υποψήφιος με το Ποτάμι γιατί είναι ώρα πια να κάνουμε τα πράγματα αλλιώς. Ζούμε το επώδυνο τέλος ενός πολιτικού κύκλου. Ένα μεγάλο κέρδος μπορεί να βγει από την κρίση. Να αλλάξει η παλιά πολιτική τάξη της χώρας. Αν αυτό δεν γίνει, αν δεν αλλάξει η ποιότητα των Ελλήνων βουλευτών, μεγάλες αλλαγές μην περιμένετε. Η μεγάλη αλλαγή θα αρχίσει από το κεφάλι. Και μόνο με το πολιτικό παράδειγμα από πάνω προς τα κάτω, θα επανέλθει η εμπιστοσύνη και η καλή πίστη των πολιτών προς τους πολιτικούς τους. Αλλιώς θα παραμείνουμε στο τέλμα της καχυποψίας και του κυνισμού. Με το Ποτάμι θα κάνω τα πάντα ώστε το παλιό πολιτικό σύστημα, το σύστημα του κυνισμού και της λυσσαλέας αντιπαλότητας, να μην επιβιώσει.

Είμαι υποψήφιος με το Ποτάμι γιατί επιδιώκω μια μεγάλη αλλαγή, μια αλλαγή με μυαλό. Αυτή την αλλαγή φέρνει το ριζοσπαστικό κέντρο. Το ριζοσπαστικό κέντρο, αυτό που απαιτεί η εποχή, δεν είναι πολιτικός χώρος φοβικών , δειλών, ήπιων, διστακτικών αλλαγών. Είναι χώρος που πρεσβεύει τομές, όχι απλά εμβαλώματα. Τώρα ειδικά που η κυβέρνηση εμφανίζεται να κυνηγάει Μεγαλέξανδρους, ο χώρος αυτός με παρρησία υποστηρίζει ότι ο γόρδιος δεσμός του παρόντος αλλά και ο ομφάλιος λώρος με το παρελθόν δεν λύνονται, κόβονται. Το σύγχρονο κέντρο είναι ο πολιτικός χώρος του μαξιμαλισμού, δηλαδή της επιδίωξης μεγάλων, δραστικών αλλαγών, ο οποίος όμως ταυτόχρονα λέει όχι στην υπερβολή, την απλούστευση, την παραφορά, το λαϊκισμό, δηλαδή εν τέλει λέει όχι στο ‘άσπρο-μαύρο’, όχι στην κοκορομαχία και το κράτος-λάφυρο. Στην πολιτική πρέπει, όσο κι αν αυτό ακούγεται παράδοξο, να κυριαρχεί το γκρίζο – με την καλή έννοια. H πολιτική μεθοδολογική αλήθεια είναι γκρίζα, όχι άσπρη ή μαύρη. Άρα ριζοσπαστισμός στις επιδιώξεις αλλά μετριοπάθεια στον τρόπο, στον τόνο, στο ύφος του πολιτεύεσθαι. Χωρίς μετριασμό των παθών, τα παθήματα και τα ‘πάθη του έθνους’ θα συνεχιστούν.

Είμαι υποψήφιος με το Ποτάμι γιατί θέλω η Ελλάδα να ανήκει στην Δύση ισότιμα, άρα και κριτικά. Η νέα καθοδηγητική διάκριση, για να θυμηθούμε τον Luhmann, δεν θα είναι μεταξύ μνημονιακών και αντιμνημονιακών. Η νέα διάκριση θα είναι μεταξύ φωνακλάδων και μετριοπαθών, μεταξύ κραυγαλέου λόγου και ορθού λόγου. Η μετριοπάθεια και η δικαιοσύνη αποτελούν τις δύο πτυχές του ορθού λόγου. Μόνον έτσι, με μετριοπάθεια και δικαιοσύνη, θα καταφέρουμε να ανήκουμε στην Δύση ισότιμα. Το «ανήκομεν εις την Δύσιν» εξέφρασε την υποτέλεια, το «Η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες» εξέφρασε τον (ψευδοπερήφανο) επαρχιωτισμό και την εσωστρέφεια. Είναι πια ώρα να πούμε  ότι «ως Έλληνες, αλλά και ως Ευρωπαίοι, ανήκουμε ο ένας στον άλλο», άρα όχι με υποτέλεια υπό την Δύση, όχι με επαρχιωτισμό κατά της Δύσης, αλλά με βαθιά αίσθηση αλληλεγγύης εντός της Δύσης, την οποία έτσι συν-διαμορφώνουμε. Υπό αυτή την έννοια, και μόνον έτσι, θα μπορούμε να λέμε ότι «Ανήκουμε στην Δύση καθ’ ημάς, με τον δικό μας ισότιμο τρόπο, με την δική μας ετερότητα νοήματος», δηλαδή ότι «Η Ελλάδα ανήκει στην Δύση ισότιμα, άρα και κριτικά».

Είμαι υποψήφιος με το Ποτάμι γιατί θέλω να συνδυάσουμε τη δραστική αλλαγή του δημόσιου οικοδομήματος με την προάσπιση της κοινωνικής δικαιοσύνης. Δημοσιονομική προσαρμογή με ανθρωπιστική κρίση δεν γίνεται. Μεταρρύθμιση με κοινωνικά ερείπια δεν γίνεται. Ο ωφελιμισμός, δηλαδή η επιδίωξη του μεγαλύτερου δυνατού καλού (οφέλους) για τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό ανθρώπων (όπως τον ορίζει και ο Bentham) δεν μπορεί να προχωρήσει πολιτικά αν δεν συνοδεύεται από βαθύ, βαθύτατο, και ειλικρινή ανθρωπισμό. Όπως λέει πολύ σωστά και ο Bevan, η φαινομενικά πεφωτισμένη αρχή του ωφελιμισμού δεν μπορεί να μας κάνει να αγνοούμε την προσωπική δυστυχία, τη δυσχέρεια έστω και ενός, την τραγωδία του ‘απασχολίσιμου’, ο οποίος ανήκει στη νέα κοινωνική τάξη των ‘επισφαλών’ (precariat, δηλαδή ‘επισφαλείς’, αντί για το παλαιότερο βιομηχανικό proletariat, το προλεταριάτο των εργατών). Όπου ο ωφελιμισμός επιτάσσει αξιοκρατία και αξιολόγηση, χρειάζεται ταυτόχρονα και αλληλεγγύη, η αλληλεγγύη του ανθρωπισμού. Χρειάζεται αλληλεγγύη για να μην γίνει η αξιοκρατία αριστοκρατία. Το πολιτικό κέντρο εξασφαλίζει μια νηφάλια ισορροπία μεταξύ των μετα-Κεϋνσιανών ‘οικονομικών της ζήτησης’ και των πιο φιλελεύθερων ‘οικονομικών της προσφοράς’ (supply-side economics). Δεν θέλει παντού ιδιωτικοποιήσεις, αλλά, εξ ίσου, δεν θέλει και ένα δημόσιο μονίμων, μη αξιολογούμενων υπαλλήλων. Θέλει ένα ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα ή ένα ευρωπαϊκό μέρισμα (ιδέα του Philippe van Parisj) αλλά θέλει και ένα βιώσιμο συνταξιοδοτικό με πλήρη κατάργηση των προώρων συντάξεων (εκτός αν αφορούν ελάχιστα, σαφώς ‘βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα’, π.χ. του εργάτη σε μεταλλεία αλλά όχι του νοσοκόμου) και ένα κεφαλαιοποιητικό (επικουρικό, γιατί όχι και ιδιωτικό;) σύστημα δίπλα στο απλό αναδιανεμητικό σύστημα της βασικής εθνικής σύνταξης για όλους. Θέλει ιδιωτικές, αποτελεσματικές τράπεζες, αλλά εξίσου θέλει και μία ισχυρή τράπεζα ‘δημοσίου συμφέροντος’, που θα προωθεί την ανάπτυξη και όχι μόνο τα μετοχικά κέρδη. Θέλει μία εταιρία ‘περιουσίας του Δημοσίου’, ένα ‘Greek Sovereign Fund’, αντί για το σημερινό ΤΑΙΠΕΔ που πουλάει κομμάτι-κομμάτι και όσο όσο. Δηλαδή 1 εταιρία συμμετοχών, εισηγμένη στο Χρηματιστήριο, διαφανή, που θα διαχειρίζεται την περιουσία του Δημοσίου, τα ακίνητα, τις εναπομείνασες ΔΕΚΟ, θα συγκεντρώνει κεφάλαια, θα επενδύει και στην οποία θα μπορούν να συμμετάσχουν μετοχικά και ξένοι. Μετοχές θα μπορούν να λάβουν και οι συνταξιούχοι, π.χ., έναντι των περικοπών που υπέστησαν. Να πώς μπορεί το πολιτικό κέντρο να εκφράζει τον πολιτικό πραγματισμό, τον επαναστατικό ρεαλισμό των συγκεκριμένων λύσεων, τη στιγμή που οι αριστεροί λαϊκιστές δεν πουλούν ούτε μετοχοποιούν τίποτε, ενώ οι δεξιοί λαϊκιστές πουλούν όσο όσο λόγω της ‘κακιάς τρόικας’.

Είμαι υποψήφιος με το Ποτάμι γιατί πιστεύω ότι εξίσου ιδεολογική με την πάλη των τάξεων είναι και η συνεννόηση των τάξεων, η ομόνοια μιας κατακερματισμένης, μετα-ταξικής κοινωνίας, γύρω από κοινό σκοπό.

Είμαι υποψήφιος με το Ποτάμι γιατί θέλω δικαιοσύνη, παιδεία και εργασία για όλους. Το όραμα για δικαιοσύνη, παιδεία, εργασία, δεν είναι παρά ένα όραμα ισονομίας και ίσων ευκαιριών/δικαιωμάτων.Τέτοια ισότητα εξασφαλίζει μόνο μια άριστη δημόσια διοίκηση, η οποία θα μας ταράζει στη νομιμότητα, όχι στη γραφειοκρατία. Τέτοια ισότητα εξασφαλίζει ένα κράτος όχι επειδή δημιουργεί θέσεις εργασίας, αλλά επειδή τις αφήνει να δημιουργηθούν. Τέλος, τέτοια ισότητα εξασφαλίζεται με τον αυστηρό διαχωρισμό κυβέρνησης-κράτους, όπου οι κυβερνήσεις πέφτουνε αλλά το κράτος μένει!

Είμαι υποψήφιος με το Ποτάμι γιατί θέλω μια διοίκηση που να μπορεί να λειτουργήσει για οκτώ μήνες χωρίς κυβέρνηση, όπως πρόσφατα στο Βέλγιο. Θέλω να κοπεί για πάντα ο ομφάλιος λώρος μεταξύ κομματικών κυβερνήσεων και δημόσιας διοίκησης. Χωρίς τέτοια άριστη διοίκηση, ανάπτυξη και κατακόρυφη μείωση της ανεργίας ποτέ δεν θα έλθει. Για τέτοιου είδους ‘bottom-up’ (από τα κάτω προς τα πάνω) ανάπτυξη, δηλαδή για υγιή αειφόρο ανάπτυξη μέσω πολλών μικρών και μεσαίων επενδύσεων χρειάζεται δημόσια διοίκηση, όχι πρωθυπουργικές δημόσιες σχέσεις.

Είμαι υποψήφιος με το Ποτάμι γιατί χρειαζόμαστε ένα κεντρώο κόμμα μεταρρυθμιστικής πρωτοπορίας, ένα ‘κόμμα εμπροσθοφυλακής’, σε ιστορική συνέχεια με τον Τρικούπη, το Βενιζέλο, τον Καρτάλη αλλά και τον Αλέξανδρο Δελμούζο, που έγραφε το 1947: «Όλα τα κόμματα να δεχτούν κοινή (δημόσια) εκπαιδευτική πολιτική απάνω και πέρα από τις αντιθέσεις των». Η δημόσια διοίκηση και η μεταρρύθμιση αυτής είναι το προνομιακό αντικείμενο, ο τομέας εξειδίκευσης, η ‘ειδικότητα’ ενός τέτοιου κόμματος. Αναγκαία αλλά πιθανότατα και ικανή συνθήκη για ταχεία, διατηρήσιμη ανάπτυξη και για καλύτερη ζωή είναι μια άριστη δημόσια διοίκηση. Τίποτε περισσότερο αλλά και τίποτε λιγότερο.

Είμαι υποψήφιος με το Ποτάμι γιατί συντάσσομαι με ό,τι καλό έγινε ως τώρα. Συντάσσομαι με τον Καποδίστρια που προσπάθησε να φτιάξει κράτος ισονομίας. Συντάσσομαι με τον Τρικούπη που προσπάθησε να εκσυγχρονίσει, τότε, για πρώτη φορά τη διοίκηση (με καθιέρωση απαιτούμενων προσόντων για την πρόσληψη στο Δημόσιο) και εισήγαγε έναν καλό εκλογικό νόμο κατά του πελατειασμού. Συντάσσομαι με το Βενιζέλο που έκανε αναδασμό της γης στο Θεσσαλικό κάμπο και συνέχισε τη διοικητική μεταρρύθμιση με καθιέρωση γραπτών διαγωνισμών για πρόσληψη στο Δημόσιο.  Συντάσσομαι με τον Μαρκεζίνη που έκανε μία –  όχι δέκα, μία – σωστή υποτίμηση και έβαλε τις βάσεις για εικοσαετή ανάπτυξη. Συντάσσομαι με τον Αυγερινό που θεμελίωσε το ΕΣΥ, με τον Σάκη Πεπονή του ΑΣΕΠ, που πολέμησε την τυφλή και νοσηρή κομματοκρατία, με τον Σταύρο Μπένο των ΚΕΠ, με τον Αλέκο Παπαδόπουλο της νεότερης διοικητικής μεταρρύθμισης, τον Αλέκο Παπαδόπουλο που πολέμησε όσο λίγοι το λαϊκισμό. Συντάσσομαι και με το Γιάννη Ραγκούση της Διαύγειας και του opengov. Συντάσσομαι με όλους όσους βρήκαν έναν κοινό δρόμο προς το μέλλον μέσα από το ζοφερό παρελθόν. Συντάσσομαι με όσους κατάφεραν να ομονοήσουν για κοινό σκοπό, θυμηθείτε τη Φιλική Εταιρεία, θυμηθείτε την ενότητα απέναντι στη χούντα. Μπορούμε να πετύχουμε αντίστοιχη ενότητα απέναντι στην τρόικα; Μπορούμε ενωμένοι να πάψουμε να μεμψιμοιρούμε και να αυτομαστιγωνόμαστε; Πολλά τα λάθη αλλά πολλά και αυτά που πετύχαμε. Και εν πάση περιπτώσει, ποιος μας κουνάει το δάχτυλο; Αυτοί που κατέστρεψαν κατά το παρελθόν την Ευρώπη, αυτοί που έπαιξαν διαφθείροντας τόσες και τόσες χώρες για να εξασφαλίσουν συμβόλαια (βλέπε Ζήμενς), αυτοί που κάνουν ειδικές συμφωνίες με πολυεθνικές για φοροαποφυγή, όπως το Λουξεμβούργο του κ. Γιουνκέρ; Αυτό το παιχνίδι πρέπει να παίξει και η Ελλάδα, ή, με αξιοπρέπεια να κοιτάξει πώς μόνη της θα γιάνει τις πληγές και θα αλλάξει τη διοίκησή της;

Είμαι υποψήφιος με το Ποτάμι γιατί δεν θέλω να δώσω άλλο χρόνο στο χρόνο. Φοβάται η γενιά μου, αλλά αυτό είναι το όπλο της, τώρα που πρέπει η χώρα να πολεμήσει με όλα τα όπλα που διαθέτει. Τώρα είναι αυτή στιγμή. Αυτή η στιγμή, η στιγμή της τομής, είναι τώρα. Φοβάται η γενιά μου το παρελθόν γι’ αυτό βιάζεται να πιαστεί από το μέλλον και δεν μπορεί να περιμένει άλλο.

Είμαι υποψήφιος με το Ποτάμι γιατί πιστεύω στον καλύτερο εαυτό της πατρίδας.

Είμαι υποψήφιος με το Ποτάμι γιατί θέλω να κάνω ό,τι μπορώ ώστε το αύριο να χτιστεί πάνω σε αυτόν τον καλύτερο εαυτό.

Είμαι υποψήφιος με το Ποτάμι γιατί το αύριο δεν έρχεται, φτιάχνεται.

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ