Τι πάντως λέει η μελέτη μας

Ο  Σπύρος Καβουνίδης σημειώνει στο κείμενο που δημοσίευσε στην Μεταρρύθμιση, τι δεν λέει η μελέτη μας και παραθέτει υποθετικό παράδειγμα, αναφέροντας, ότι τα σχόλιά του γίνονται  με βάση ο,τι αντιλήφθηκε από τον τύπο ή την τηλεόραση. Επειδή μπορεί να υπάρξουν παρανοήσεις, η μελέτη μας λέει ακριβώς αυτά που εμφανίζεται να μην λέει, όπως και τα σωστά που εμφανίζεται να λέει.

Κατ’ αρχάς, βεβαίως, και εξετάζονται πολλοί μέσοι όροι σε εξαιρετικά αναλυτική διάκριση, που δεν υπάρχει μέχρι τώρα για την χώρα, για μια σειρά ετών, που έχουν την δική τους χρησιμότητα. Όμως, επιπλέον, μετράει κυρίως την εξέλιξη των εισοδημάτων κάθε δεκατημορίου (απώλειες ή οφέλη και πόσο), από τα πιο χαμηλά στα πιο ψηλά (ακόμα και για το ανώτατο 1% και ένα τοις χιλίοις),   λαμβάνοντας υπ’ όψη την εξέλιξη του εισοδήματος των ίδιων νοικοκυριών ή ατόμων από το 2008 μέχρι το 2012 και αντίστροφα. Έτσι, μπορεί και δείχνει πώς εξελίχθηκαν στην πενταετία τα εισοδήματα των ίδιων που το 2008 ήσαν ψηλά, χαμηλά ή μεσαία, και σε ποιο επίπεδο έφτασαν το 2012. Επίσης, παίρνει ως αφετηρία τα εισοδήματα κατά δεκατημόρια το 2012, και μετράει τι εισόδημα είχαν τα ίδια νοικοκυριά/πρόσωπα κάθε χρόνο προς τα πίσω, μέχρι το 2008.

Με βάση το πρώτο στάδιο απαντάμε σε ερωτήματα τύπου ‘… πως εξελίχθηκαν κατά την διάρκεια της κρίσης τα εισοδήματα των φτωχών ή τα εισοδήματα της ίδια μεσαίας τάξης ή τα εισοδήματα των ίδιων πλουσίων ξεκινώντας με αφετηρία τα εισοδήματα προ κρίσης…’, ενώ με βάση το δεύτερο στάδιο, τα ερωτήματα που απαντούμε είναι του τύπου ‘… τι εισοδήματα είχαν προ κρίσης τα ίδια νοικοκυριά, που σήμερα (το 2012) προσδιορίζονται ως φτωχά, μεσαίου εισοδήματος ή πλούσια’.

Επιπρόσθετα, εξετάζονται και ειδικές πληθυσμιακές ομάδες, όπως οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι (πίνακας 4.13, 4.15, 4.16, 4.17), αλλά και κάθε άλλη ομάδα (οι τελευταίες για λόγους περιορισμού των στατιστικών στην μελέτη θα παρουσιαστεί στην ελληνική εκδοχή, αλλά αυτό δεν αλλάζει τα συμπεράσματα). Επιπλέον στην μελέτη εξετάστηκαν ξέχωρα τα νοικοκυριά λαμβάνοντας υπόψη το κυρίαρχο εισόδημά τους, είτε αυτό προέρχεται από μισθούς, συντάξεις, ελεύθερο επάγγελμα, επιχειρηματική δραστηριότητα, ενοίκια, μερίσματα-τόκους, είτε από τον πρωτογενή τομέα (διαγράμματα 4.1, 4.2 και πίνακας 4.21).

Ο βαθμός ανάλυσης, πέραν των δεκατημορίων, επεκτάθηκε σε ορισμένες ειδικές  πληθυσμιακές ομάδες, όπως στο 1% και στο 1 τοις χιλίοις των νοικοκυριών με τα υψηλότερα εισοδήματα. Επιπρόσθετα εξετάσαμε πιο ομαδοποιημένα αποτελέσματα με σημείο αναφοράς τις 3 κυρίαρχες εισοδηματικές τάξεις (χαμηλή, μέση, υψηλή, πίνακες 6.7 μέχρι και 6.10), που χρησιμοποιεί και ο Πικεττύ.

Σε σχέση με την φτώχεια το σχόλιο ότι «… το ποσοστό των ανθρώπων κάτω από το όριο της φτώχειας είναι ένας σχετικός δείκτης που δείχνει την ανισότητα κατανομής εισοδήματος και όχι τη φτώχεια …. Με δυο λόγια αν όλοι ανεξαιρέτως έχουν εισόδημα μόνον 1000 ευρώ το χρόνο το ποσοστό κάτω από το όριο της φτώχειας θα ήταν μηδενικό!»  δεν είναι σωστό. Στην έρευνα (κεφάλαιο 4.8) γίνεται μια εκτενέστερη ανάλυση της φτώχειας. Τα μεγέθη που μετρήθηκαν μόνο σχετικά δεν είναι. Στους πίνακες 4.22 μέχρι και 4.26 αποτυπώνεται η σκληρή πραγματικότητα των φτωχών ανθρώπων. Μέσα σε αυτούς τους πίνακες ο αναγνώστης μπορεί να διαπιστώσει πόσα χρήματα έχουν σήμερα οι φτωχοί της κρίσης και πόσα είχαν τα ίδια αυτά άτομα πριν από αυτήν.

Ίσως τα σχόλια στηρίχθηκαν στην υπόθεση, ότι η μελέτη ακολούθησε την συνήθη μεθοδολογία για την διανομή του εισοδήματος που στηρίζεται στις γνωστές δειγματοληπτικές έρευνες των Οικογενειακών Προϋπολογισμών (ΕΟΠ) και της Έρευνας Εισοδήματος Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών (SILC) της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής και της Eurostat. Αυτό δεν συντρέχει όμως..

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ