Τα βαθιά ρήγματα της κυβερνητικής πλειοψηφίας

Μπορεί το αίτημα «ΟΧΙ ΑΛΛΗ ΛΙΤΟΤΗΤΑ» να κερδίζει έδαφος στους λαούς της Ευρώπης και πρόσφατα να εμφανίστηκε πλειοψηφικά στην ελληνική κοινωνία, η διατύπωση όμως μίας ολοκληρωμένης πολιτικής πρότασης, πιο πειστικής από την ηγεμονεύουσα γερμανική είναι δύσκολη και την αναζητεί η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία επί πολλά χρόνια.

Στη χώρα μας ο ΣΥΡΙΖΑ υπέθαλψε το κίνημα κατά της λιτότητας, του έδωσε τον αντιμνημονιακό μανδύα και κάλυψε με αυτόν ετερογενείς πολιτικές δυνάμεις αποκρύπτοντας τις ουσιαστικές ιδεολογικές μεταξύ τους διαφορές.

Εθνικιστές, σοσιαλιστές, ευρωαριστεροί, κομμουνιστές, ακραίοι αριστεροί μέχρι τα σύνορα της αναρχίας ενώθηκαν στον αντιμνημονιακό αγώνα και στην αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης του ελληνικού λαού, κέρδισαν τις εκλογές και σχημάτισαν κυβέρνηση με 162 βουλευτές.

Όμως η αντιμνημονιακή συγκολλητική ουσία αποδείχθηκε εξαιρετικά ασθενής.

Ήδη το νομοσχέδιο για την ιθαγένεια χρειάστηκε τις ψήφους κομμάτων της αντιπολίτευσης για να περάσει, ενώ με το πέρας της διαπραγμάτευσης με τους ευρωπαίους εταίρους και τη σημερινή υπογραφή της συμφωνίας διαρρηγνύονται οι χαλαροί δεσμοί της κυβερνητικής πλειοψηφίας.

Οι ΑΝΕΛ επενδύοντας στην εθνική περηφάνια και στον πατριωτισμό των Ελλήνων ουσιαστικά δεν μπορούν να λειτουργήσουν με τους ευρωπαϊκούς κανόνες, τις σχέσεις εμπιστοσύνης μεταξύ των ευρωπαΪκών κρατών και την εθελοντική εκχώρηση τμημάτων της εθνικής κυριαρχίας στην υπερεθνική ενωμένη Ευρώπη των λαών.

Οι κομμουνιστές του ΣΥΡΙΖΑ γνώριζαν εξ αρχής ότι δεν υπάρχει χώρος στην ενωμένη Ευρώπη για τις απόψεις τους περί εθνικοποιήσεων και κρατικοποιήσεων, για το ενεργειακό ζήτημα, για τα λιμάνια και τις μεγάλες βιομηχανίες.

Ήταν εξαρχής αδιεξοδικό να γίνεται υπουργός ανασυγκρότησης ο Κ. Π. Λαφαζάνης, ένας κομμουνιστής πολιτικός την ώρα που η παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας πρέπει να στηριχθεί στην ιδιωτική πρωτοβουλία, στη δημιουργία πολλών μικρών καινοτόμων επιχειρήσεων, στην απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας και στις ανανεώσιμες πηγές

Η θέση του κυρίου Δρίτσα για το λιμάνι του Πειραιά και την επένδυση της Cosco ήταν εξ αρχής γνωστή και η τοποθέτηση του στη θέση του υφυπουργού για θέματα ναυτιλίας είναι αντιφατική και παράλογη.

Ο κύριος Κατρούγκαλος πως μπορεί να πείσει ότι θα μεταρρυθμίσει τον Δημόσιο Τομέα όταν ο δημόσιος λόγος του περιορίζεται στο ότι κανένας εργαζόμενος στο Δημόσιο δε θα χάσει τα σημερινά του προνόμια.

Ιδιάζουσα περίπτωση είναι και ο κ. Μπαλτάς που κομίζει αναχρονιστικές αντιλήψεις για την παιδεία και την οδηγεί σε κομματικοποίηση και αντιμεταρρύθμιση.

Το σύντομο διάστημα που βρίσκεται αυτή η κυβέρνηση στην εξουσία δεν έχει αναδείξει ολοκληρωμένες πολιτικές που εντάσσονται σε μία ευρωπαϊκή προοπτική.

Αυτό δεν σημαίνει οτι στον ηγετικό πυρήνα του ΣΥΡΙΖΑ δεν υπάρχουν πολλά στελέχη που αντιλαμβάνονται την πορεία του κόμματος και της χώρας εντός της Ευρώπης στο χώρο της ευρωπαϊκής αριστεράς. Η απουσία μίας ρεαλιστικής πολιτικής έξω από την Ευρώπη τους ισχυροποιεί στη δύσκολη αυτή ώρα για τον ΣΥΡΙΖΑ και για τη χώρα.

Η υπογραφή της συμφωνίας είναι απλώς η αφορμή για να έρθουν απότομα στην επιφάνεια οι βαθιές ιδεολογικές διαφορές που χωρίζουν το κυβερνητικό μπλοκ.

Μοναδική ελπίδα μπορεί να είναι η ηγεμονία και η επικράτηση μίας ευρωπαϊκής αριστερής πλειοψηφίας και η περιθωριοποίηση των κομμουνιστικών, αντιευρωπαϊκών και εθνικιστικών δυνάμεων.

Το αντιμνημόνιο δεν υπάρχει, οι αντιμνημονιακές δυνάμεις χωρίζονται και νέες προοπτικές βιώσιμων συμμαχιών διαγράφονται.

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ