Πολιτικό σύστημα και αποχή

«Νικητής» των εκλογών αυτών αναδείχθηκε η αποχή. Αν και η ψήφος είναι υποχρεωτική (π.δ. 26/2012), όσοι απέχουν, επιθυμούν να στείλουν ένα μήνυμα αγανάκτησης και απαξίωσης προς τα κόμματα που είναι υπεύθυνα για τα δεινά του τόπου μας.  Το ποσοστό της αποχής 44% είναι αρκετά μεγάλο και αποτυπώνει  το πρόβλημα του πολιτικού μας συστήματος και της μετριότητας των κομματικών ηγεσιών. Παράλληλα ήταν αυτή που καθόρισε το αποτέλεσμα, αφού καταγράφηκε το παράδοξο κάποια κόμματα (ΝΔ., ΚΚΕ, Χρυσή Αυγή) να αυξάνουν ποσοστιαία τη δύναμή τους, ενώ έχασαν  χιλιάδες ψήφους σε σχέση με τις εκλογές του Ιανουαρίου.

Επιπλέον η άνοδος της Χρυσής  Αυγής και η είσοδος της ‘Ενωσης Κεντρώων,  αποδεικνύει ότι ορισμένοι από τους ψηφοφόρους των κομμάτων αυτών, ψήφισαν είτε από οργή (το πρώτο) είτε και από πρόθεση  διακωμώδισης  της  πολιτικής μας κατάστασης  (το δεύτερο κόμμα).

Συνεπώς ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα, που έχει να αντιμετωπίσει η νέα κυβέρνηση είναι προς την κατεύθυνση της αποκατάστασης της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και  των προβλημάτων που τη δημιούργησαν.

Η καθιέρωση της απλής αναλογικής, η μείωση του αριθμού των βουλευτών,  η καθιέρωση ανώτατου ορίου  βουλευτικών θητειών, η εναλλαξιμότητα στις κυβερνητικές θέσεις, το ασυμβίβαστο υπουργού – βουλευτή   και η αναθεώρηση του Συντάγματος (νόμος περί ευθύνης υπουργών κλπ.) είναι πάγιες θέσεις της αριστεράς, η οποία δεν πρέπει να τις απωθεί όταν γίνεται κυβέρνηση.  Η κυβέρνηση του Ιανουαρίου, αν και θα μπορούσε,  δεν έδειξε ενδιαφέρον  στην κατεύθυνση αυτή, αφού σκοπός της ήταν η εκκαθάριση του εσωκομματικού προβλήματος  της  Αριστερής  Πλατφόρμας.

Στις εκλογές του Ιανουαρίου η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ αναδείχθηκε στηριζόμενη στον αριστερό και δεξιό λαϊκισμό  της κατάργησης του μνημονίου και  της διαγραφής του επαχθούς και επονείδιστου  χρέους που δημιουργήθηκε από τους «οικονομικούς εγκληματίες της  Ευρώπης», αφού διαχώρισε τους έλληνες σε «γερμανοτσολιάδες – πατριώτες». Οι ίδιοι οι πολίτες, που πριν οκτώ μήνες ψήφισαν για να απαλλαγεί η χώρα από το μνημόνιο,  ψήφισαν την ίδια  κυβέρνηση, παρότι αναξιόπιστη, για να εφαρμόσει το νέο μνημόνιο. Γιατί;

Διότι τα άλλα κόμματα είναι περισσότερο  αναξιόπιστα. Το μη χείρον βέλτιστο. Το ΠΑΣΟΚ έχει πληρώσει ακριβά, όπως όφειλε,  το τίμημα της κατάρρευσης της οικονομίας στη χώρα μας και παρά τη δημοκρατική συμπαράταξη με τη ΔΗΜΑΡ δεν κατάφερε να φτάσει  το 7%. Βλέποντας  τη Φώφη Γεννηματά να πανηγυρίζει με το Λαλιώτη, το Κακλαμάνη και το Σκανδαλίδη,  δεν αποκομίζει και τις καλύτερες των εντυπώσεων. Η νέα κεντροαριστερά, που ευαγγελίζεται το ΠΑΣΟΚ και η ΔΗΜΑΡ, δεν μπορεί να κάνει βήμα με τα βαρίδια του παρελθόντος.

Η Νέα Δημοκρατία, μπορεί να μην πλήρωσε το ίδιο ακριβά το τίμημα της χρεωκοπίας  της χώρας, αλλά ως γηρασμένο κόμμα, που στηρίζεται στην οικογενειοκρατία και στο πελατειακό σύστημα, χωρίς νέες ιδέες δεν εμπνέει τους πολίτες.

Το Ποτάμι, ένα νέο ελπιδοφόρο κίνημα, δεν είχε στις εκλογές αυτές το θετικό αποτέλεσμα, που  ανέμεναν οι πολίτες, παρά το ότι έχει τα καλύτερα, εκτός κομματικού συστήματος, καταξιωμένα πρόσωπα των τοπικών κοινωνιών. Η μείωση της δύναμής του οφείλεται στην έλλειψη σαφούς πολιτικού στίγματος, στη χαλαρή οργανωτική διάρθρωσή του και στην όχι τόσο έντονη δραστηριότητα  του επικεφαλής να επικοινωνήσει με τον κόσμο της  περιφέρειας. Το Ποτάμι για να έχει προοπτική πρέπει να αλλάξει την οργανωτική του διάρθρωση.  Σωστά το Ποτάμι δεν θέλει κομματικούς στρατούς, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μπορεί να προχωρήσει τηλεκατευθυνόμενο, χρειάζεται εθελοντές με πρόσβαση στην τοπική κοινωνία και με συνεχή επαφή με την ηγετική ομάδα και το Στ. Θεοδωράκη. Επιπλέον ο παλαιοκομματικός διορισμός, στις τελευταίες εκλογές, προσώπων, ως επικεφαλής  των ψηφοδελτίων του Ποταμιού, που δεν είχαν έως τότε  καμία δραστηριότητα στο Ποτάμι, ούτε και κοινωνική προσφορά, μοιραίο ήταν να οδηγήσουν σε μείωση του ποσοστού του Ποταμιού.

Η αδυναμία εκλογής της Λαϊκής  Ενότητας απέδειξε ότι το ΟΧΙ στο  ευρώ εκφράστηκε  με πολύ μικρό ποσοστό, που δεν ήταν ικανό να «σπρώξει»  το κόμμα Λαφαζάνη στη Βουλή.

Οι Ανεξάρτητοι ‘Ελληνες, αφού αποκόμισαν τους καρπούς του πελατειακού κράτους στη συγκυβέρνηση με το Σύριζα, και παρά τη σχέση τους  με τη  Χρυσή Αυγή, όπως είναι γνωστό αρκετοί βουλευτές των ΑΝΕΛ καταψήφισαν την πρόταση για άρση της ασυλίας των βουλευτών της Χρυσής Αυγής, που ήδη δικάζονται, κατάφεραν να εισέλθουν στη Βουλή για  να συγκυβερνήσουν μάλιστα, ευελπιστώντας εκ νέου  στα οφέλη του πελατειακού κράτους της συγκυβέρνησης.

Πάντως, το πολιτικό ζήτημα της  κεντροαριστεράς, σήμερα, είναι ότι ένα μεγάλο τμήμα του πολιτικού αυτού χώρου έχει καταληφθεί από το Σύριζα.

Ο κατακερματισμός των δυνάμεών της,  η μετριότητα των ηγεσιών με προσωποπαγή χαρακτηριστικά και η έλλειψη δημοκρατικών διαδικασιών στη λειτουργία των σχηματισμών αυτών,  είναι προβλήματα τα οποία πρέπει να αντιμετωπισθούν. Σκοπός και επιδίωξή της πρέπει να είναι  η υπέρβαση των προσωπικών φιλοδοξιών, η ανασύνταξή της σε ένα μεγάλο κόμμα, με δημοκρατική λειτουργία, με σκοπό  την υπεράσπιση του κράτους πρόνοιας και του κράτους δικαίου, σε μία περίοδο κατά την οποία  η μεσαία τάξη αποδιαρθρώνεται υλικά και πολιτισμικά προς όφελος ολίγων, οι οποίοι κερδίζουν μέσα στην κρίση.

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ