Δημοκρατικός σοσιαλισμός: μια μεγάλη παρεξήγηση

Σε προηγούμενο άρθρο μας αναλύσαμε την έννοια της προοδευτικότητας και πως αυτή έχει παρερμηνευτεί στην Ελλάδα. Ο όρος αυτός είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την κεντροαριστερά και τη σοσιαλδημοκρατία και την αντίστοιχη συζήτηση περί ανάγκης επανασύνδεσης του κατακερματισμένου χώρου της ως μια αξιόπιστη απάντηση στις δυσκολίες που βιώνει η χώρα. Το βασικό επιχείρημα στην κουβέντα αυτή είναι η ανάγκη δημιουργίας μιας μεγάλης κεντροαριστερής παράταξης που θα προασπίζεται πρωτίστως τα συμφέροντα των αδυνάμων. Όπως πολύ συχνά αναφέρεται, μια μεγάλη δημοκρατική παράταξη, που απουσιάζει από το σημερινό πολιτικό σκηνικό, θα υπηρετούσε ξανά τις θεμελιώδεις αξίες της αλληλεγγύης, της δικαιοσύνης και της ισότητας. Παρεμφερή επιχειρήματα υποστηρίζονται από αρκετά κόμματα, κυρίως από αυτά που αυτοτοποθετούνται στο χώρο της κεντροαριστεράς και της σοσιαλδημοκρατίας. Το λογικό ερώτημα συνεπώς είναι: εφόσον, λίγο πολύ, όλοι (πολίτες και κόμματα του χώρου) ασπάζονται τις ίδιες αρχές και αξίες, για ποιο λόγο λειτουργούν αυτόνομα και κατακερματίζουν το χώρο;

Μια απλοϊκή αλλά όχι αβάσιμη ερμηνεία είναι οι πολλοί και έντονοι ηγεμονισμοί που αναπτύσσονται μεταξύ στελεχών (και «στελεχών») του χώρου. Οι βασικές ερμηνείες που συνήθως δίνονται, είναι ότι δεν εκφράζονται από τους υφιστάμενους σχηματισμούς που έχουν αποξενωθεί από τις σύγχρονες ανάγκες του πολίτη, είτε επιθυμούν να ενδυναμώσουν τη διαπραγματευτική τους δύναμη (ως συνιστώσα) στην επόμενη φάση της ενδεχόμενης ενοποίησης της παράταξης ή απλά διαβλέπουν μια ευκαιρία στη γενικότερη οικονομική και κοινωνική αστάθεια και το συνεχές ανακάτεμα της πολιτικής τράπουλας, για να αποκτήσουν (με λίγη τύχη) μια θέση στο ελληνικό κοινοβούλιο και, ποιος ξέρει την υπουργοποίηση (με περισσότερη τύχη) ή ακόμη και την πρωθυπουργοποίηση (με πολλή τύχη και φαντασία).

Προτιμούμε όμως να δώσουμε κάποιες ερμηνείες αυτών των προβλημάτων του χώρου από τη σκοπιά που ίσως είναι η λιγότερο συζητημένη: την ιδεολογική. Το θεμελιώδες ζήτημα, κατά τη γνώμη μας, είναι ότι στην έννοια της σοσιαλδημοκρατίας κάθε ένας από εμάς τοποθετεί άλλο περιεχόμενο ανάλογα με την περίσταση. Τα σημερινά κόμματα του χώρου της αριστεράς και της σοσιαλδημοκρατίας θολώνουν σκόπιμα την έννοια του σοσιαλισμού γιατί έτσι πιστεύουν ότι διευρύνουν το κοινό των ψηφοφόρων στο οποίο απευθύνονται, ενώ την έννοια της δημοκρατίας την περιορίζουν κυρίως στο επίπεδο της άσκησης εξουσίας μέσω των εκλογών. Το πρόβλημα λοιπόν είναι η μη αποσαφήνιση των συστατικών εννοιών της σοσιαλδημοκρατίας, με αποτέλεσμα η σύγχυση αυτή να μεταφέρεται και στους πολίτες, γεγονός που συνιστά τη βασική τροχοπέδη στην ενοποίηση της παράταξης.

Ας εξετάσουμε το πρώτο συστατικό του όρου σοσιαλδημοκρατία. Η πρώτη μεγάλη σύγχυση ξεκινάει με την έννοια του σοσιαλισμού, η οποία απομονώνεται από την έννοια της δημοκρατίας, και μεταφράζεται στο μυαλό των πολιτών ως ένας κρατικός προστατευτισμός όλων των εκφάνσεων της κοινωνικής και επιχειρηματικής δραστηριότητας. Προσδίδεται δηλαδή μια μεταφυσική ιδιότητα στο κράτος, το οποίο ως από μηχανής θεός προσφέρει εργασία (κυρίως ως εργοδότης), μειώνει ή και μηδενίζει τη φορολογία και σε γενικές γραμμές “φροντίζει” για κάθε πρόβλημα (μικρό ή μεγάλο) που παρουσιάζεται στους πολίτες (υπό την έννοια του γνωστού στο κόμμα ή τον κρατικό μηχανισμό). Σε άλλους αυτό μεταφράζεται με την κοινωνικοποίηση των περιουσιακών στοιχείων (κυρίως βέβαια των άλλων) και τη διανομή αυτών στους πολίτες ή ακόμη και με την κοινωνικοποίηση (εθνικοποίηση) των μέσων παραγωγής. Άλλοι θεωρούν ότι το κράτος επιβάλλεται να λαμβάνει πρωτοβουλίες, ιδιαίτερα σε περιόδους οικονομικών και κοινωνικών κρίσεων. Τέλος, ορισμένοι πολίτες θεωρούν ότι ο σοσιαλισμός μπορεί να έχει έναν καλύτερο αναδιανεμητικό ρόλο στο πλεόνασμα του πλούτου. Το περιεχόμενο που προσδίδεται δηλαδή στην έννοια του σοσιαλισμού στηρίζεται περισσότερο στη δαιμονοποίηση της αντίθετης συντηρητικής και νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας (μικρότερο κράτος) και τη σχεδόν υπαρξιακή ανάγκη διαφοροποίησης της σημερινής σοσιαλδημοκρατίας μέσω ετεροαναφοράς (μεγαλύτερο κράτος).

Η απάντηση εδώ έχει καταρχάς δοθεί από τις συζητήσεις και τις ζυμώσεις που έχουν ξεκινήσει ήδη από το 1897 στα Ευρωπαϊκά κόμματα της αριστεράς και της σοσιαλδημοκρατίας (λ.χ. στη Γερμανία, τη Γαλλία, και τη Σουηδία), οπότε και μεγάλα τμήματά τους άρχισαν να απομακρύνονται από τον ορθόδοξο μαρξισμό (λ.χ. κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής) και τον φιλελευθερισμό (λ.χ. ανεξέλεγκτη λειτουργία των αγορών). Τα πρώτα που απέπεμψε η σοσιαλδημοκρατία από το ιδεολογικό της περιεχόμενο, κατά τα πρώιμα στάδια, είναι οι αρχές του μαρξισμού και η αδυναμία του να ερμηνεύσει τις οικονομικές εξελίξεις (πχ. η πτώση του καπιταλισμού ως φυσική εξέλιξη λόγω των εσωτερικών αστοχιών του, η οικονομική κρίση είναι εγγενές χαρακτηριστικό του καπιταλισμού) και να δώσει πρακτικές και εφικτές λύσεις στα οικονομικά προβλήματα. Πιστεύουμε ότι οι υποστηρικτές αυτής της μαρξιστικής προσέγγισης είναι σήμερα και στη χώρα μας ελάχιστοι, ιδιαίτερα μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού και την αποτυχία του πρόσφατου ελληνικού αριστερού πειράματος.

Το δεύτερο στοιχείο πού έχει επίσης λυθεί, εδώ και δεκαετίες, από την Ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία είναι η συνεργασία μεταξύ των τάξεων για το κοινό καλό του κράτους και όχι η έμφαση στην πάλη μεταξύ των τάξεων. Αυτό δεν είναι ξεκάθαρο σήμερα στη χώρα μας όπως υποδηλώνει και ο καταγγελτικός λόγος των κομμάτων της αριστεράς και της σοσιαλδημοκρατίας. Η επικοινωνιακή (και όχι πολιτική) διαχείριση που συνήθως ακολουθούν, επιβάλλει τη στοχοποίηση κοινωνικών ομάδων στο βωμό της αποκατάστασης λαθών του παρελθόντος κάθε φορά που πρέπει να γίνει μια νέα μεταρρύθμιση.

Το τρίτο ιδεολογικό θέμα ως προς την έννοια του σοσιαλισμού που έχει λυθεί από δεκαετίες και είναι αποδεκτό από τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα είναι καταρχάς η ύπαρξη της ελεύθερης αγοράς με σαφείς όρους λειτουργίας. Η μετάφραση όμως αυτής της θέσης λαμβάνει πραγματικά ανεξέλεγκτες διαστάσεις στο νου του κάθε πολίτη και των κομμάτων της αριστεράς και της σοσιαλδημοκρατίας. Η εφαρμογή αυτής της αρχής σήμερα σίγουρα είναι δύσκολη και διόλου ανώδυνη, εφόσον εμμένουμε στις κλασικές τακτικές στοχοποίησης της επιχειρηματικότητας και προσδοκούμαι τη συντήρηση και την ενδυνάμωση της κρατικοδίαιτης επιχειρηματικότητας. Εδώ το πρόβλημα έγκειται πράγματι στο περιεχόμενο των εννοιών: ως επιχειρηματικότητα νοούνται ως επί το πλείστον τα μεγάλα τραστ και τα μονοπώλια, ενώ αγνοούνται συστηματικά οι μικρού και μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις όπως είναι τα παντοπωλεία, τα περίπτερα, οι ατομικές επιχειρήσεις (πολιτικοί μηχανικοί, δικηγόροι κλπ) που προσπαθούν να επιβιώσουν. Να σημειώσουμε δε, ότι οι μικρού και μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις αποτελούν πάνω από το 80% του συνόλου των επιχειρήσεων σε παγκόσμιο επίπεδο.

Το δεύτερο συστατικό της έννοιας της σοσιαλδημοκρατίας είναι η δημοκρατία. Σήμερα, η έννοια της δημοκρατίας, όπως και στις αρχές του 20ου αιώνα, εξαντλείται στον κοινοβουλευτισμό και στην ελεύθερη συμμετοχή των κομμάτων στις εκλογές μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες. Πράγματι έχει αποκηρυχτεί η επανάσταση από το σύνολο των κομμάτων. Ως προς αυτό, το πρόβλημα φαίνεται ότι έχει λυθεί πλήρως και στη χώρα μας εδώ και χρόνια. Τα κόμματα όλου του πολιτικού φάσματος αποδέχονται και συμμετέχουν στις δημοκρατικές εκλογικές διαδικασίες.

Ως προς την ουσία όμως της δημοκρατίας τα πράγματα περιπλέκονται. Είναι δύσκολο να μιλάμε για δημοκρατία δίχως την ύπαρξη ανεξάρτητων αρχών, την ελευθερία του τύπου και την ενισχυμένη κοινωνία των πολιτών. Πράγματι, αυτό το ζήτημα έχει επιλυθεί τόσο από τη σοσιαλδημοκρατία όσο και από τους ώριμους δημοκρατικούς θεσμούς των δυτικών κρατών. Είναι κοινά αποδεκτό ότι η δημοκρατία και η οικονομική ανάπτυξη είναι αποτέλεσμα της καλής λειτουργίας των ανεξάρτητων αρχών (Ατζέμογλου και Ρόμπινσον, «Γιατί αποτυγχάνουν τα έθνη»). Σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει η εκάστοτε κυβέρνηση να παρεμβαίνει σε ανεξάρτητες αρχές όπως είναι η Τράπεζα της Ελλάδος και η Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων, και στην ελεύθερη λειτουργία του τύπου (άμεσα ή έμμεσα). Όταν αυτοί οι θεσμοί δεν λειτουργούν σωστά, τότε ελέγχονται από άλλες ανεξάρτητες αρχές ή τη δικαιοσύνη.

Η δημοκρατία όμως συνδέεται άμεσα και με την ανάπτυξη, το επίπεδο διαφθοράς, ελευθερίας και δημιουργικότητας. Διαχρονικά έχει αποδειχθεί ότι η ορθώς λειτουργούσα δημοκρατία συνοδεύεται από χαμηλό βαθμό διαφθοράς και υψηλό ρυθμό ανάπτυξης. Στον δυτικό κόσμο η δημοκρατία αποτέλεσε ανέκαθεν εχέγγυο για την ανάπτυξη καινοτομιών αιχμής. Δεν είναι τυχαίο ότι οι πιο επαναστατικές εφευρέσεις του 20ού αιώνα έλαβαν χώρα σε δημοκρατικά καθεστώτα που εξασφάλιζαν την απαιτούμενη ελευθερία. Η σοσιαλδημοκρατία στις χώρες της δυτικής Ευρώπης εκφράστηκε και ενίσχυσε το δημοκρατικό πλαίσιο ως προαπαιτούμενο για την κοινωνική συναίνεση, εισάγοντας ισχυρούς θεσμούς που επέτρεψαν τη δημιουργία των κατάλληλων συνθηκών για την επίτευξη της κοινωνικής προόδου.

Αυτά είναι ορισμένα κρίσιμα σημεία συμφωνίας για τη σοσιαλδημοκρατία. Ωστόσο, παραμένουν ορισμένες έννοιες που χρησιμοποιούνται συνεχώς από τα κόμματα της κεντροαριστεράς και της σοσιαλδημοκρατίας που θα χρειαστούν περισσότερη εξήγηση, όπως είναι η οικονομία, η ισότητα, και η αλληλεγγύη. Προφανώς οι έννοιες που απασχολούν όλους κυρίως λόγω της οικονομικής κρίσης, είναι η οικονομία και η ανάπτυξη. Πρώτα πρέπει να αναρωτηθούμε τι εννοούμε με αυτούς τους όρους. Η σοσιαλδημοκρατία έχει απαντήσει και σε αυτό από χρόνια. Το πρώτο που δέχεται είναι η αύξηση της οικονομικής πίτας (του ΑΕΠ). Οι θεωρητικοί της ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα έχουν εγκαταλείψει τη στείρα αντιπαράθεση ενάντια στις τάξεις που παράγουν τον πλούτο για χάρη της ίσης διανομής του μεταξύ των τάξεων και προώθησαν τη σύνθεση και το συμβιβασμό. Για να υπάρχει η δυνατότητα διανομής θα πρέπει πρώτα να δημιουργηθεί ο πλούτος που θα διανεμηθεί. Δηλαδή, το πρώτο που πρέπει να συμφωνήσουμε όλοι είναι ότι η ανάπτυξη θα γίνει μέσα από την επιχειρηματικότητα και όχι με μεταφυσικές αποστροφές για την ανάπτυξη και την καταφυγή στην «πολιτική λύση» ως από μηχανής θεό. Μια τέτοια προσδοκία ενδεχομένως να μείνει έωλη στο προσεχές μέλλον λόγω των οικονομικών συνθηκών που έχουν διαμορφωθεί στη χώρα και στο τραπεζικό σύστημα. Αλλά και στην περίπτωση των πακέτων της Ε.Ε. (λ.χ. πακέτο Γιουνκερ, ποσοτική χαλάρωση Ντράγκι) θα πρέπει η διανομή να γίνει με οργανωμένο σχέδιο στους σύγχρονους τομείς που προσδίδουν προστιθέμενη αξία στη χώρα, δίνοντας χρόνο για τη μετάβαση των υπόλοιπων ομάδων της κοινωνίας στη νέα κατάσταση.

Η έννοια της αλληλεγγύης δεν πρέπει να περιορίζεται απλώς σε κρατικά επιδόματα σε ανέργους (ως ελεημοσύνη), αλλά να πάρει τη μορφή νέων ευκαιριών για τους πολίτες. Είναι αδιαμφισβήτητη η κρατική βοήθεια στους εργαζόμενους, σε καμία περίπτωση όμως χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο. Τέτοιου είδους προγράμματα εφαρμόστηκαν τις προηγούμενες δεκαετίες από το αγγλικό εργατικό κόμμα και το γερμανικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Δεν είναι δυνατόν να διατηρούνται θέσεις εργασίας σε μη ανταγωνιστικούς κλάδους (λ.χ. βιομηχανία ζάχαρης) ή να παρέχονται επιδόματα σε ανέργους δίχως την μετεκπαίδευσή τους για την απόκτηση νέων εφοδίων χρήσιμων σε νέους κλάδους ανταγωνιστικούς. Μια υπεύθυνη σοσιαλδημοκρατία θα το πετύχει με την μετεκπαίδευση σε νέα επαγγέλματα απαραίτητα στο νέο πρόγραμμα που θα σχεδιάσει. Παρομοίως, πολλαπλές ευκαιρίες είναι αναγκαίο να δίνονται και στους επιχειρηματίες, τον άλλο βασικό πυλώνα της οικονομίας. Η Ε.Ε. ορίζει ρητά τη δεύτερη ευκαιρία στους χρεοκοπημένους επιχειρηματίες (European Union: Small Business Act). Σε αυτή την κατηγορία σήμερα υπάρχουν χιλιάδες συμπολίτες μας που χρειάζονται τη δεύτερη ευκαιρία. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα νέα χρηματικά κεφάλαια. Μπορεί να σημαίνει απεγκλωβισμό από τον Τειρεσία, περίοδος χάριτος από δικαστικές διαμάχες προς όφελος των νέων επιχειρηματικών προσπαθειών, απλοποίηση και συντόμευση των νομικών διαδικασιών μη δόλιας πτώχευσης, ακόμη και μείωση της γραφειοκρατίας . Η επιτυχία των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων στη Σουηδία (που είναι και το πρότυπο σε διάφορες συζητήσεις) έγκειται στο γεγονός ότι θεωρούν, εδώ και δεκαετίες, ότι το κράτος πρέπει να φροντίζει για τον κάθε πολίτη που έχει ανάγκη. Τέτοιοι πολίτες είναι οι άνεργοι, οι χρεοκοπημένοι επιχειρηματίες κλπ. (όπως ανέφερε τον προηγούμενο αιώνα και ο Per Albin Hansson σουηδός σοσιαλδημοκράτης πολιτικός).

Η ισότητα επίσης δεν περιορίζεται μόνο στην σημερινή επικρατούσα μορφή της, την ισότητα όλων ενώπιον του νόμου. Αυτή είναι η νεοφιλελεύθερη αντίληψη που έχει επικρατήσει ως η μοναδική θεσπίσιμη μορφή ισότητας. Η σοσιαλδημοκρατική αντίληψη της ισότητας δεν σταματά στην αρχή των ίσων ευκαιριών και τη ρύθμιση των όρων διεξαγωγής του κοινωνικού ανταγωνισμού, αλλά αποκτά εντονότερα ηθικά χαρακτηριστικά. Σκοπός της είναι και η άμβλυνση των αποτελεσμάτων λόγω διαφορετικών ικανοτήτων ατομικής προόδου. Η ισότητα εκλαμβάνεται ως η διαρκής υποχρέωση του κράτους να μειώνει την ανισότητα μέσω της ανακατανομής πόρων και να αμβλύνει έτσι τις διαφορές των πολιτών. Η σοσιαλδημοκρατία έχει από καιρό προσδιορίσει ως ισότητα και την πρόσβαση όλων των πολιτών στα κοινωνικά αγαθά και τις κοινωνικές αξίες με απώτερο σκοπό όμως τη μεγαλύτερη ατομική ελευθερία. Τα δημοκρατικά δικαιώματα εφαρμόζονται εξίσου σε όλους τους πολίτες. Ισότητα δηλαδή των πολιτών προς τα πάνω και όχι προς τα κάτω. Υπό αυτό το πρίσμα, ένα διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα, η ευνοιοκρατία και οι πελατειακές σχέσεις υπονομεύουν όχι μόνο την ισότητα αλλά και την δημοκρατία.

Αυτά είναι μερικά ελάχιστα κύρια σημεία που πρέπει να συμφωνηθούν ώστε να αρχίσουμε να μιλάμε με μια κοινή γλώσσα για τη σοσιαλδημοκρατία που θα ωφελήσει το μεγαλύτερο μέρος των κοινωνικών ομάδων που σήμερα πλήττονται από την κρίση. Τα επόμενα στάδια θα έρθουν μετά. Πάνω σε αυτά φαίνονται οι αδυναμίες των περισσοτέρων κομμάτων σήμερα να συνδεθούν διότι τους λείπει το ιδεολογικό υπόβαθρο που με μαεστρία γκρέμισαν τα προηγούμενα χρόνια, ενώ τώρα που θέλουν να χτίσουν ξανά δεν γίνονται πιστευτοί από τους πολίτες που έχουν παρασυρθεί σε ευτελείς λύσεις και ιδεοληψίες. Οι κινήσεις που γίνονται δείχνουν πρώτιστα αγωνία επιβίωσης των υφιστάμενων σχηματισμών και όχι ένα συμπαγές ιδεολογικό υπόβαθρο, κοινές αξίες και, κυρίως, συγκεκριμένο πρόγραμμα για την έξοδο από την κρίση και την ανάκαμψη της οικονομίας. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι ήταν η Μεγάλη Κρίση του 1930 που έσπρωξε τους σοσιαλιστές (στις χώρες που δεν υιοθέτησαν το φασισμό) στο – προφανώς δύσκολο – μονοπάτι της μεταρρυθμιστικής κατεύθυνσης. Έτσι και η σημερινή κρίση προσφέρει στους δημοκράτες σοσιαλιστές μια μοναδική ευκαιρία να επιταχύνουν την προγραμματική αλλαγή της σοσιαλδημοκρατίας, να επαναπροσδιορίσουν τη στρατηγική τους και να διατυπώσουν μια ολοκληρωμένη και συνεκτική πρόταση – αντίδραση στην κρίση.

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ