Ο φόβος των συμβόλων

Η κλιμακούμενης έντασης προσφυγική κρίση στη χώρα ανέδειξε την περασμένη εβδομάδα, στο περιθώριο της δημόσιας συζήτησης για την ικανότητα της Ε.Ε. ή της κυβέρνησης Τσίπρα να διαχειριστεί πραγματιστικά τις εξελίξεις, την πάγια δυσκολία της πολιτικής τάξης στην Ελλάδα να διαχειριστεί τα σύμβολα. Ειδησεογραφικά επικεντρωμένο στον καταυλισμό της Ειδομένης και στο κλείσιμο της «βαλκανικής οδού» προς την Κεντρική Ευρώπη, το «προσφυγικό ζήτημα» ενεπλάκη μοιραία με το ζήτημα των σχέσεων της χώρας μας με την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας (ΠΓΔΜ). Η απόφαση του γειτονικού κράτους να σφραγίσει τα σύνορά του, ακόμα και αν σε αυτή του την κίνηση συντάχθηκε με πολλά άλλα κράτη, έθρεψε την πάντα υφέρπουσα αντιπαράθεση μεταξύ των δύο χωρών και, σε αυτό το πλαίσιο, η αυθόρμητη χρήση του μη αναγνωρισμένου από την ελληνική πλευρά ονόματος της γειτονικής χώρας από τον υπουργό Μεταναστευτικής Πολιτικής ήταν ικανή να πυροδοτήσει αντιδράσεις στην εσωτερική πολιτική σκηνή.

Ο μικρός κυβερνητικός εταίρος, αλλά και η αξιωματική αντιπολίτευση, έθεσαν εμμέσως το ζήτημα της ενδοτικότητας ή, αντιστρόφως, της διεκδικητικότητας της εξωτερικής πολιτικής της χώρας. Οι τοποθετήσεις των πολιτικών δυνάμεων στο ζήτημα της αναγνώρισης από την Ελλάδα της συνταγματικής ονομασίας της ΠΓΔΜ εκλαμβάνονται παραδοσιακά ως μέτρο της διεκδικητικότητας αυτής και συνεπώς, δεδομένης της αρνητικής φόρτισης της έννοιας της ενδοτικότητας, κόμματα και πολιτικά πρόσωπα συνωστίζονται σε θέσεις του διπόλου που εκφράζουν, άλλοτε πιο άμεσα και άλλοτε πιο έμμεσα, έναν εθνικό δυναμισμό. Το θέμα της ονομασίας της ΠΓΔΜ έχει με τον τρόπο αυτό καταστεί ένα σύμβολο πολιτικής. Είναι όμως οι θέσεις της κοινής γνώμης επί του ζητήματος πάγιες και ασύμμετρα κατανεμημένες προς την πλευρά της διεκδικητικότητας;

Οι τοποθετήσεις του εκλογικού σώματος έναντι του ενδεχομένου «άμεσης επίλυσης της διμερούς διαφοράς με την αποδοχή από την Ελλάδα μιας σύνθετης ονομασίας της ΠΓΔΜ με γεωγραφικό προσδιορισμό» ανιχνεύονται τακτικά ως δηλωτικές των στάσεων επί του διπόλου που περιγράφηκε προηγουμένως. Παρ’ ότι η παραπάνω διατύπωση περιγράφει μια ηπιότερη των απαιτήσεων της ΠΓΔΜ εκδοχή για την ονομασία της, η καθαρή πλειοψηφία ερωτηθέντων που συγκεντρώνει η συμφωνία επί του ερωτήματος δείχνει ότι η ελληνική κοινή γνώμη έχει απομακρυνθεί από την πλευρά της ακραίας διεκδίκησης. Έρευνα της ProRata κατέγραψε τον Νοέμβριο του 2015 ποσοστό 50% υπέρ της συμφωνίας με αυτή την άποψη και ποσοστό 29% κατά αυτής, ενώ τα δεδομένα παλαιότερων ερευνών, του 2014 και του πρώτου εξαμήνου του 2015, επιβεβαιώνουν κατά απόλυτο τρόπο ότι μόνο το 1/3 των εκλογέων διατηρεί τις θέσεις που οι πολιτικές ελίτ εκλαμβάνουν ως θέσφατο στην ανάπτυξη της εξωτερικής πολιτικής της χώρας. Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι ο συμβολισμός του εν λόγω ζητήματος εγκλωβίζει τις πολιτικές δυνάμεις της χώρας στην άκριτη αναπαραγωγή μιας παρωχημένης για την κοινή γνώμη θέσης.

Είναι εντυπωσιακό ότι η κατανομή των απαντήσεων στο ερώτημα δεν διαφοροποιεί ούτε στο ελάχιστο τους ψηφοφόρους της ΝΔ από τον συνολικό πληθυσμό: η ίδια έρευνα του περασμένου Νοεμβρίου κατέγραψε ποσοστό 48% των ψηφοφόρων της ΝΔ υπέρ και 33% κατά της αποδοχής της σύνθετης ονομασίας με γεωγραφικό προσδιορισμό. Λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη το γεγονός ότι η αποδοχή αυτής της θέσης δεν εμφανίζει αξιόλογη διακύμανση με την ηλικία, την εκπαίδευση ή τη γεωγραφία (η θέση υπέρ της αποδοχής είναι αισθητά πλειοψηφική ακόμα και στη Μακεδονία), είναι προφανές ότι η μετακίνηση από τις παραδοσιακά «σκληρές» θέσεις σε θέματα εξωτερικής πολιτικής δεν θα αποξενώσει ολόκληρα τμήματα του εκλογικού ακροατηρίου, μια σκέψη που σίγουρα γεννά ο φόβος διαχείρισης των συμβόλων.

Τα παραπάνω έχουν ιδιαίτερη σημασία για την περίπτωση του αρχηγού της ΝΔ, η αρχική αντίδραση του οποίου στη δήλωση του κ. Μουζάλα μοιάζει να ήταν προϊόν αυτής της σκέψης. Οι έρευνες που υλοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της κούρσας για την εκλογή νέου αρχηγού στη ΝΔ κατέδειξαν ότι ο κ. Μητσοτάκης κέρδιζε πολύ υψηλότερα ποσοστά μεταξύ των εκλογέων που τοποθετούνταν υπέρ της αποδοχής της σύνθετης ονομασίας της ΠΓΔΜ, αλλά και γενικότερα μεταξύ των εκλογέων εκείνων που λάμβαναν περισσότερο μετριοπαθείς θέσεις σε κοινωνικά ζητήματα. Για τους ψηφοφόρους αυτούς, ακόμα και η παραμικρή υπόνοια προσέγγισης θέσεων του νέου αρχηγού της ΝΔ με εκείνες που παραδοσιακά διατυπώνονται, για παράδειγμα, από τον μικρό κυβερνητικό εταίρο της κυβέρνησης Τσίπρα μπορεί να αποσταθεροποιήσει τον δεσμό τους με τον κ. Μητσοτάκη. Παρ’ ότι η ταχύτητα με την οποία, το βράδυ της ίδιας ημέρας, ο νέος αρχηγός προχώρησε στη διαγραφή Κρανιδιώτη ισορρόπησε στρατηγικά τις εντυπώσεις, η μικρή αυτή ιστορία καταδεικνύει την επίδραση του «φόβου των συμβόλων» στην πολιτική στρατηγική.

 

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ