Πώς έγινε ο λαϊκισμός η έννοια που ορίζει την εποχή μας*

Ένα πολύ σημαντικό κείμενο του καθηγητή Cas Mudde για τη γενεαλογία του λαϊκισμού. Ο Mudde επισημαίνει ότι ο όρος ήταν σχεδόν ανύπαρκτος στη βιβλιογραφία, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’90 και τις αρχές του 21ου αιώνα. Εκτινάχθηκε στον επιστημονικό, δημοσιογραφικό και πολιτικό λόγο μετά το δημοψήφισμα για το Brexit, και τη νικηφόρα εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ το 2016.

Σε αυτούς που υποστηρίζουν ότι ο όρος λαϊκισμός δεν σημαίνει τίποτα, λόγω της ευρύτατης, και πολλές φορές μη ορθής, χρήσης του, άρα είναι καλύτερο να τον καταργήσουμε εντελώς, ο Mudde επισημαίνει ότι είναι σα να πετάμε μαζί με τα απόνερα και το μωρό. Όπως υπογραμμίζει,  «αυτή είναι η εύκολη λύση. Αυτή η άποψη θεωρεί ότι ο λαϊκισμός δεν είναι σημαντικός, και όχι ότι δεν είναι κυρίαρχος».

Για μια ακόμα φορά ο Mudde υποστηρίζει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι η πλέον χαρακτηριστική περίπτωση αριστερού λαϊκισμού, που έχει εντυπωσιακές ομοιότητες, αλλά και διαφορές, με το δεξιό λαϊκισμό.

Αξίζει να διαβαστεί.

Πέτρος Παπασαραντόπουλος

 

 Η εξάπλωση αυτής της ιδέας αντανακλά μια βαθιά και μακροχρόνια αλλαγή στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε «τον λαό» και «την ελίτ».

Ο «λαϊκισμός» ως όρος χρησιμοποιούνταν σπάνια τον 20ό αιώνα. Περιοριζόταν στη χρήση του από τους Αμερικανούς ιστορικούς που περιέγραφαν, με πολύ συγκεκριμένους όρους, τους πρώτους αγροτιστές λαϊκιστές των μέσων του 19ου αιώνα. Οι Λατινοαμερικανοί κοινωνικοί επιστήμονες (συχνά μαρξιστές) εστίαζαν τον λαϊκισμό κυρίως στους περονιστές στην Αργεντινή. Εγώ ξεκίνησα να ασχολούμαι πραγματικά με τον όρο στα μέσα της δεκαετίας του 1990, κατά τη διάρκεια της έρευνάς μου για τη διατριβή μου σχετικά με αυτό που τότε ακόμα αποκαλούνταν κυρίως «δεξιός εξτρεμισμός».

Ο Γερμανός πολιτικός επιστήμονας Hans-Georg Betz μόλις είχε δημοσιεύσει το έργο του, που εξακολουθεί να είναι το καλύτερο σχετικά με αυτό το θέμα, με τίτλο Radical Right-Wing Populism in Western Europe[1], και εγώ μπήκα στη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου του Λάιντεν για να βρω ό,τι υπήρχε για αυτόν τον παράξενο όρο. Η σημαντική Βρετανίδα θεωρητικός των πολιτικών ιδεών Margaret Canovan είχε γράψει μια εξαιρετική επισκόπηση, με τον απλό τίτλο «Λαϊκισμός», το 1981, αλλά υποστήριζε ότι, ενώ υπήρχαν επτά διαφορετικές υποκατηγορίες, ο ίδιος ο λαϊκισμός δεν μπορούσε να οριστεί.

Κι έτσι προχώρησα σε μια έρευνα σε μεγαλύτερο βάθος, προσπαθώντας να ασχοληθώ με το έργο του εκλιπόντα Ernesto Laclau, ενός Αργεντινού μετα-μαρξιστή θεωρητικού, αναμφίβολα του πιο σημαντικού μελετητή του λαϊκισμού τόσο για τους πανεπιστημιακούς[2] όσο και για τους πολιτικούς[3]. Για παράδειγμα, σε ένα σεμινάριο στις Βρυξέλλες εκείνο το καλοκαίρι, ο Ραφαέλ Κορέα, πρώην Πρόεδρος του Εκουαδόρ, και ένας ευρέως θεωρούμενος λαϊκιστής ο ίδιος, αναφέρθηκε επιδοκιμαστικά στον Laclau. Δυστυχώς, δεν ήμουν τόσο έξυπνος όσο ο Κορέα, και ποτέ δεν κατάλαβα το περίπλοκο βιβλίο που έγραψε ο Laclau το 1977, με τίτλο Politics and Ideology in Marxist Theory, κι έτσι αποφάσισα να συνεχίσω τη διατριβή μου χωρίς αυτόν τον όρο.

Είχα παρατηρήσει, όμως, την αυξανόμενη χρήση του όρου Rechtspopulismus (δεξιός λαϊκισμός) μεταξύ των Γερμανών μελετητών. Χρησιμοποιούσαν τον όρο για να κάνουν διάκριση ανάμεσα σε κόμματα όπως το Αυστριακό Κόμμα της Ελευθερίας[4] και τους Γερμανούς Ρεπουμπλικανούς[5], από τη μία, και τα «ακραία δεξιά» ή «ριζοσπαστικά δεξιά» κόμματα όπως το γαλλικό Εθνικό Μέτωπο και το Φλαμανδικό Μπλοκ στο Βέλγιο, από την άλλη. Αυτή η διάκριση μου φαινόταν ότι αντανακλούσε μια ευρύτερη αποδοχή αυτών των κομμάτων στην κυρίαρχη τάση της κοινωνίας, παρά μια διαφορά στις ιδεολογίες τους.

Το 2001 πήγα στο Πανεπιστήμιο της Αμβέρσας , όπου ο πτυχιακός φοιτητής μου Jan Jagers έγραψε μια διατριβή για τον λαϊκισμό που ανανέωσε το ενδιαφέρον μου για αυτήν την έννοια. Στις συζητήσεις μαζί του, ανέπτυξα τον δικό μου ορισμό, που είχε σκοπό να συνθέσει τα σημεία στα οποία υπήρχε ομοφωνία στους περισσότερους υφιστάμενους ορισμούς. Στο «The Populist Zeitgeist»[6], όρισα τον λαϊκισμό ως μια ιδεολογία που θεωρεί ότι η κοινωνία είναι χωρισμένη σε δύο ομοιογενείς και ανταγωνιστικές ομάδες, «τον αγνό λαό» και τη «διεφθαρμένη ελίτ», και υποστηρίζει ότι η πολιτική θα πρέπει να είναι η έκφραση της volonte generale (γενικής βούλησης) του λαού.

Το άρθρο δεν θα μπορούσαμε να πούμε ότι είχε μεγάλη επιτυχία. Είχε 9 αναφορές το 2005, 16 το 2006 και 28 το 2007. Οι περισσότεροι μελετητές, όπως και εγώ, εξακολουθούσαν να θεωρούν τον λαϊκισμό μέρος μιας ευρύτερης «ριζοσπαστικής δεξιάς» ατζέντας και έδιναν ελάχιστη προσοχή στην ειδική συμβολή του. Η άνοδος του κόμματος του Σίλβιο Μπερλουσκόνι Φόρτσα Ιτάλια δημιούργησε μια νέα υποκατηγορία, τον «νεοφιλελεύθερο λαϊκισμό». Παρεμπιπτόντως, ο Betz είχε ήδη κάνει διάκριση ανάμεσα στον «εθνικό λαϊκισμό» και τον «νεοφιλελεύθερο λαϊκισμό» στο βιβλίο του το 1994.

Η μεγάλη ύφεση που ακολούθησε τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 ελευθέρωσε τον λαϊκισμό από τη ριζοσπαστική δεξιά. Η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα, και σε μικρότερο βαθμό του Podemos στην Ισπανία, παρουσίαζε σαφείς ομοιότητες, αλλά και ουσιαστικές διαφορές, με τη λαϊκιστική ριζοσπαστική δεξιά. Συμμερίζονταν μια πολιτική υπέρ του λαού και κατά της ελίτ, αλλά το Podemos και ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν σαφώς κομμάτι της ριζοσπαστικής αριστεράς, τόσο ως προς την ιδεολογία όσο και ως προς την υποκουλτούρα. Κατά συνέπεια, ο όρος «λαϊκισμός», χωρίς επιθετικούς προσδιορισμούς[7], ενσωματώθηκε τόσο στην επιστημονική όσο και στη δημόσια αντιπαράθεση.

Όμως η χρήση του όρου πραγματικά εκτοξεύτηκε μόνο μετά το δημοψήφισμα για το Brexit, και πιο συγκεκριμένα τη νικηφόρα εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ το 2016. Η εναρκτήρια ομιλία του Τραμπ τον Ιανουάριο του 2017 οδήγησε στη μεγαλύτερη αύξηση στην αναζήτηση του όρου «λαϊκισμός» στο Google μέχρι τότε. Η επιστημονική έρευνα για τον λαϊκισμό επίσης αυξήθηκε απότομα, όπως φαίνεται στις δημοσιεύσεις όπως το Oxford Handbook of Populism του 2018.

Ενώ ο όρος ακόμα δεν διαθέτει κάποια σημασία στο μεγαλύτερο μέρος της δημόσιας αντιπαράθεσης, η επιστημονική κοινότητα βρίσκεται πιο κοντά από ποτέ σε μια συμφωνία για τη σημασία του. Οι περισσότεροι μελετητές χρησιμοποιούν τον λαϊκισμό σαν ένα σύνολο ιδεών που εστιάζει σε μια αντίθεση ανάμεσα στον λαό (καλό) και στην ελίτ (κακή), παρόλο που ακόμα διαφωνούν σχετικά με το αν πρόκειται για μια ολοκληρωμένη ιδεολογία ή περισσότερο για έναν πολιτικό λόγο ή ύφος.

Παραδόξως, τώρα που τελικά συμφωνούμε τι σημαίνει ο λαϊκισμός καθεαυτός, το «λαϊκιστικό φαινόμενο» στην πράξη είναι σχεδόν αποκλειστικά φαινόμενο που αφορά τη λαϊκιστική ριζοσπαστική δεξιά. Το πολυαναμενόμενο, και επιθυμητό, αριστερό λαϊκιστικό κύμα δεν ήρθε. Και ενώ οι διανοούμενοι και οι ειδικοί στην αριστερά[8] εξακολουθούν να μας διαβεβαιώνουν ότι το μόνο μέλλον είναι ένας συμπεριληπτικός αριστερός λαϊκισμός, ο υφιστάμενος αριστερός λαϊκισμός έγινε δυσάρεστος στη Λατινική Αμερική και πολύ λιγότερο αριστερός (ΣΥΡΙΖΑ) ή λιγότερο λαϊκιστικός (Podemos) στην Ευρώπη.

Κατά συνέπεια, μιλάμε ολοένα και περισσότερο για έναν γενικό λαϊκισμό όταν στην πραγματικότητα αναφερόμαστε κυρίως, και συχνά αποκλειστικά, σε έναν συγκεκριμένο λαϊκισμό. Τον ονόμασα λαϊκιστική ριζοσπαστική δεξιά, και όχι ριζοσπαστικό δεξιό λαϊκισμό, επειδή είναι μια λαϊκιστική μορφή της ριζοσπαστικής δεξιάς και όχι μια ριζοσπαστική δεξιά μορφή λαϊκισμού. Ιδεολογικά, ο αυταρχισμός και ο νατιβισμός καθορίζουν τον λαϊκισμό, και όχι το αντίθετο.

Όπως δείχνουν δεκαετίες ερευνών, το βασικό ιδεολογικό χαρακτηριστικό αυτής της ομάδας κομμάτων και των υποστηρικτών τους είναι ο νατιβισμός, μια ξενοφοβική μορφή εθνικισμού. Δεν αποτελεί έκπληξη επομένως ότι η βασική συνέπεια της «ανόδου του λαϊκισμού» είναι μια σειρά από πολιτικές που περιορίζουν τα δικαιώματα των «ξένων άλλων» –και κυρίως των μεταναστών, των μουσουλμάνων και των προσφύγων– και όχι των «αυτόχθονων» ελίτ.

Είναι σημαντικό ότι ο «λαϊκισμός», ή ακόμα και ο «δεξιός λαϊκισμός», δεν γίνεται (και πάλι) ένας όρος που κάνει πιο ήπια, και επομένως κανονικοποιεί, την ιδεολογία και τον αντίκτυπο της ριζοσπαστικής δεξιάς – πόσο μάλλον της ακραίας δεξιάς, όπως η Χρυσή Αυγή[9], η οποία δεν είναι λαϊκιστική. Κάποιοι υποστήριξαν ότι είναι καλύτερο να καταργήσουμε τον όρο[10] εντελώς, κάτι που αποτελεί την εύκολη λύση. Αυτή η άποψη θεωρεί ότι ο λαϊκισμός δεν είναι σημαντικός, και όχι ότι δεν είναι κυρίαρχος.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο λαϊκισμός εξηγεί ένα μέρος του αινίγματος της ταυτόχρονης ανόδου κομμάτων τόσο διαφορετικών όσο το Κίνημα των Πέντε Αστέρων[11] στην Ιταλία, των Podemos και των Σουηδών Δημοκρατών[12]. Αξίζει να σημειωθεί ότι στις αρχές του 20ού αιώνα, ο εθνικισμός και ο σοσιαλισμός δημιούργησαν κινήματα κατά κύριο λόγο αντιδημοκρατικά εξτρεμιστικά, ενώ στις αρχές του 21ου αιώνα οι λαϊκιστές είναι κατά κύριο λόγο δημοκράτες αλλά αντι-φιλελεύθεροι. Αν μη τι άλλο, αυτό δείχνει ότι η δημοκρατία (λαϊκή κυριαρχία και κανόνας της πλειοψηφίας) είναι τώρα ηγεμονική, ενώ η φιλελεύθερη δημοκρατία –που προσθέτει βασικά χαρακτηριστικά όπως τα δικαιώματα των μειονοτήτων, το κράτος δικαίου και τον διαχωρισμό των εξουσιών– δεν είναι.

Ενώ ο νατιβισμός είναι μια εξέγερση των αυτοχθόνων, κατά των «ξένων», ο λαϊκισμός είναι μια εξέγερση μεταξύ των αυτοχθόνων. Αυτή η εξέγερση προκαλείται πολύ περισσότερο από τη χειραφέτηση των πολιτών, ως αποτέλεσμα αυτού που ο  Αμερικανός πολιτικός κοινωνιολόγος Ronald Inglehart ονόμασε «γνωστική κινητοποίηση»[13], παρά από μια συγκεκριμένη αλλαγή στη συμπεριφορά ή τη δημογραφία των ελίτ.

Ασφαλώς, τα πολιτικά κόμματα έχουν αποκοπεί σχεδόν εντελώς από την κοινωνία, και υπάρχουν ελάχιστοι εκπρόσωποι της εργατικής τάξης στο κοινοβούλιο, αλλά γενικά υπάρχουν πολύ λιγότεροι εκπρόσωποι της εργατικής τάξης και ελάχιστοι ασκούσαν πραγματική επιρροή στο πλαίσιο των κομμάτων στο παρελθόν. Ομοίως, ενώ τα σκάνδαλα διαφθοράς είναι μεγαλύτερα και συχνότερα, αυτό οφείλεται κυρίως στο ότι τα μέσα ενημέρωσης δεν ελέγχονται πλέον από τα κόμματα και υπάρχει μεγαλύτερο πεδίο για εκμετάλλευση.

Δεδομένου ότι οι αιτίες όλων αυτών των διαδικασιών είναι δομικές, παρά συμπτωματικές, θα εξακολουθούν να υπάρχουν για αρκετό χρονικό διάστημα. Ακόμα και αν μειωθεί τόσο η στήριξη όσο και η ένταση στις ανησυχίες σχετικά με τη λιτότητα και τους μετανάστες, η πολιτική και οι κοινωνίες έχουν αποδεχτεί πλέον τις νέες προσδοκίες από τον «λαό» και την «ελίτ» και τις μεταξύ τους σχέσεις. Και αυτό ακριβώς είναι ο λαϊκισμός – και δεν θα υπάρξει λύση με την περαιτέρω περιθωριοποίηση των εθνοτικών «άλλων».

 

* Το πρωτότυπο κείμενο στα αγγλικά δημοσιεύτηκε στο Guardian, στις 22 Νοεμβρίου 2018, https://www.theguardian.com/commentisfree/2018/nov/22/populism-concept-defines-our-age?CMP=share_btn_tw

[1] Hans-Georg Betz (1994). Radical Right-Wing Populism in Western Europe. Palgrave Macmillan US.

[2] Βλ. ενδεικτικά https://quod.lib.umich.edu/p/pc/12322227.0010.002?view=text;rgn=main

[3] Βλ. ενδεικτικά https://www.theguardian.com/commentisfree/2015/feb/09/ernesto-laclau-intellectual-figurehead-syriza-podemos

[4] Βλ. ενδεικτικά https://www.theguardian.com/world/2017/dec/16/austrian-president-approves-far-right-freedom-party-role-in-coalition-government

[5] Βλ. ενδεικτικά https://www.theguardian.com/commentisfree/2017/sep/24/germany-elections-afd-europe-immigration-merkel-radical-right

[6] Cas Mudde. “The Populist Zeitgeist.” Government and Opposition, vol. 39, no. 4, 2004, pp. 527-540, στο https://doi.org/10.1111/j.1477-7053.2004.00135.x

[7] Βλ. επίσης https://www.theguardian.com/commentisfree/2015/feb/17/problem-populism-syriza-podemos-dark-side-europe

[8] Βλ. ενδεικτικά https://www.theguardian.com/commentisfree/2018/sep/10/populists-rise-progressives-radical-right

[9] Βλ. περισσότερα https://www.theguardian.com/world/golden-dawn

[10] Βλ. ενδεικτικά https://www.nytimes.com/2018/07/13/opinion/populism-language-meaning.html

[11] Βλ. ενδεικτικά https://www.theguardian.com/world/2018/nov/13/italian-journalists-respond-with-fury-to-m5s-insult

[12] Βλ. ενδεικτικά https://www.theguardian.com/world/2014/dec/14/sweden-democrats-flex-muscles-anti-immigrant-kristianstad

[13] Ronald Inglehart. “Cognitive Mobilization and European Identity.” Comparative Politics, vol. 3, no. 1, 1970, pp. 45-70. JSTOR, JSTOR, www.jstor.org/stable/421501.

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ