Brexit: Οι εντυπώσεις σε σχέση με την πραγματικότητα

Από την αποτυχία της Theresa May, στην πρωθυπουργία του Boris Johnson

Η Theresa May απέτυχε. Απέτυχε να πείσει πως διαθέτει το πολιτικό εκτόπισμα για να σηκώσει το βάρος του Brexit. Απέτυχε να πείσει το Υπουργικό της Συμβούλιο, τους Βουλευτές του Συντηρητικού Κόμματος, τους Ευρωπαίους αξιωματούχους και πιθανότατα το μεγαλύτερο κομμάτι του εκλογικού σώματος των Βρετανών, ιδιαίτερα αυτό των brexiteers. Η Πρωθυπουργός που είχε ξεκινήσει ως το «φαβορί» για την έγκαιρη και αποτελεσματική πραγματοποίηση του Brexit χωρίς θεσμικές εμπλοκές και μικροπολιτικούς χειρισμούς, αποχώρησε ταπεινωμένη από την Downing Street, παραδίδοντας την σκυτάλη της Πρωθυπουργίας στον συγκρουσιακό, εκκεντρικό πρώην Υπουργό Εξωτερικών και επί πολλά χρόνια Δήμαρχο του Λονδίνου, Boris Johnson.

Οι ατάκτως ερριμμένες, αμφιλεγόμενες έως και ρατσιστικές μεγαλοστομίες του Johnson στο παρελθόν, ιδιαίτερα σε σχέση  με την Ευρώπη και τους μετανάστες, καθώς και οι συνθηματικού χαρακτήρα προγραμματικές δηλώσεις στις οποίες προχώρησε προ ολίγων ημερών, υποσχόμενος να «ρίξει» τον πέλεκυ της εξόδου της χώρας από την Ένωση στις 31 Οκτωβρίου με ή χωρίς συμφωνία, διαμορφώνουν ένα αρκετά γνώριμο πολιτικό προφίλ της εποχής, με στοιχεία δεξιού λαϊκισμού, έντονης προβολής στα media (όχι απαραιτήτως με κολακευτικά ή καλόγουστα αποτελέσματα) και αξιοποίησης ενός αντισυστημικού “anti-establishment” στοιχείου που αμέσως διαφοροποιεί τον εκάστοτε πολιτικό παίκτη από τον «μονότονο» πολιτικό περίγυρο. Δεν είναι τυχαίο πως ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Donald Trump έσπευσε να συγχαρεί τον Johnson, εκφράζοντας την ικανοποίησή του για την συγκεκριμένη εξέλιξη, τη στιγμή που με την πρώτη υποψία ενός «σκληρού» Brexit, η στερλίνα κατακρημνίστηκε στις αγορές.

H συμφωνία που έφερε η Theresa May θα αποτελούσε την αρχή για μία σταδιακή αποδέσμευση του Ηνωμένου Βασιλείου από το θεσμικό πλαίσιο της Ένωσης. Αδιαμφισβήτητα ο δρόμος θα ήταν μακρύς και δύσκολος, όμως η αρχή θα είχε γίνει, με μία πρώτη έστω τακτοποίηση ζητημάτων οικονομίας και εμπορίου, δικαιωμάτων των πολιτών Ε.Ε. /Ην. Βασιλείου και διευθέτησης των συνόρων της Ιρλανδίας. Η σθεναρή αντίσταση στο εσωτερικό της κυβέρνησης της May, αντίσταση συνοδευόμενη από παραιτήσεις, ήταν αποτέλεσμα της άποψης ότι ενδεχομένως αυτού του είδους το Brexit παύει να είναι Brexit, αλλά και μιας δυσπιστίας από μέρους Βουλευτών για το κατά πόσο η χώρα θα κινδύνευε να παγιδευτεί σε έναν αέναο κύκλο διαπραγματεύσεων των όρων της εξόδου με το «υδροκέφαλο τέρας των Βρυξελλών», για το οποίο προειδοποιούσε η Margaret Thatcher στην ομιλία της Bruges το 1988.

Μπορεί κανείς να κατηγορήσει την Ευρωπαϊκή Ένωση για την περιρρέουσα αυτή δυσπιστία, ή να περιοριστεί στο να βαφτίσει τις αντιδράσεις απλή προκατάληψη, απόρροια ενός υπαρκτού έως και σήμερα βρετανικού εξαιρετισμού; Η δυσκολία στο να επικοινωνηθούν πολυεπίπεδες διεργασίες μεταξύ θεσμών και κυριότερα να γίνουν κατανοητές σε επίπεδο πολιτών της Ε.Ε., αποτελεί ένα υπαρκτό πρόβλημα στο εσωτερικό των κρατών-μελών. Θα μπορούσε κανείς να εντοπίσει μία άλλη εκδοχή του ίδιου ζητήματος στο βρετανικό δημοψήφισμα: οι Βρετανοί πολίτες κλήθηκαν να απαντήσουν σε ένα ερώτημα στο οποίο οι άμεσες πρακτικές συνέπειες της μίας ή της άλλης απάντησης δεν ήταν γνωστές και σαφώς καθορισμένες, αλλά ανέκυπταν ως ευχολόγια και προειδοποιήσεις των δύο αντίπαλων στρατοπέδων. Τα τελευταία χρόνια η Ένωση, ιδιαίτερα με την χρήση των κοινωνικών δικτύων, έχει καταφέρει –με αρκετή επιτυχία- να επαναπροσδιορίσει το δημόσιο επικοινωνιακό προφίλ της, όντας πιο προσιτή στους πολίτες (απτή απόδειξη η συμμετοχή στις Ευρωεκλογές του Μαΐου, η υψηλότερη των τελευταίων 20 ετών).

Ποιος είναι επομένως ο κοινός άξονας πάνω στον οποίο μπορεί να τοποθετηθεί το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, η καταψήφιση της προτεινόμενης συμφωνίας για την έξοδο, η αποτυχία της Theresa May και η νίκη του Boris Johnson; Χωρίς να υποτεθεί ποτέ πως πρόκειται για το μοναδικό ή το σημαντικότερο αίτιο, θα έπρεπε ενδεχομένως να ρίξει κανείς φως στην σημασία και τις διαστάσεις που παίρνουν οι επικοινωνιακές μέθοδοι και τεχνικές που αξιοποιούνται (ή δεν αξιοποιούνται), στις καθοριστικής σημασίας πολιτικές εξελίξεις της εποχής.

Πιθανώς η συνταύτιση μεθόδων πολιτικής επικοινωνίας και μάρκετινγκ με προπαγανδιστικούς μηχανισμούς να είναι σχεδόν αυτοματοποιημένος συλλογισμός για πολλούς. Όμως, θα άξιζε να μελετηθεί ενδελεχώς η σκέψη πως με την σωστή χρήση επικοινωνιακών μέσων τα σύνθετα ζητήματα θα μπορούσαν να γίνουν πλήρως κατανοητά, τα fake news θα παραμερίζονταν από την ίδια την πραγματικότητα και τα σαθρά λαϊκίστικα επιχειρήματα θα αποδομούνταν από τον ορθολογισμό και τα δεδομένα. Τα επικοινωνιακά εργαλεία κάθε είδους θα ήταν πλέον στην υπηρεσία της Πολιτικής και όχι το αντίστροφο.

Η εποχή της μάχης των εντυπώσεων και της εικόνας είναι εδώ και αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει σύντομα. Οι πιο μετριοπαθείς πολιτικοί παίκτες και οι έγκριτοι γνώστες πολιτικοοικονομικών ζητημάτων δεν θα πρέπει να απορρίπτουν την ευρεία χρήση κάθε πλατφόρμας επικοινωνίας και τις εκάστοτε αφορμές για δημόσια τοποθέτηση, ως περιστασιακές ευκαιρίες για ναρκισσιστικές εκφορές ενός μικροπολιτικού λόγου, αλλά αντιθέτως να τις αποδεχθούν με προθυμία, ως το βήμα πάνω στο οποίο θα ξεχωρίσει ο έχων το ουσιώδες γνωσιακό υπόβαθρο και τις ικανότητες, από εκείνον που απλώς φωνάζει δυνατά. O Nigel Farage φώναξε δυνατά σε όλη του την εκστρατεία υπέρ του Brexit και πήρε το αποτέλεσμα που ήθελε. Ο Boris Johnson φώναζε δυνατά για πολλά χρόνια, έως ότου με την σειρά του ανταμείφθηκε. H Theresa May, με το βλέμμα της μονίμως στραμμένο προς τις διαδικασίες, τις διαπραγματεύσεις και την προσπάθεια διατήρησης της εσωκομματικής συνοχής των Συντηρητικών, πιθανώς να μην πρόσεξε καν πως είχε έρθει η σειρά της να μιλήσει.

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ