Γιατί δεν μιλάμε για το παιδαγωγικό πρόγραμμα της δίχρονης προσχολικής εκπαίδευσης

Πυκνές φαίνεται ότι είναι οι διαβουλεύσεις και οι συζητήσεις μέσα στο καλοκαίρι για την υλοποίηση της δίχρονης προσχολικής εκπαίδευσης. Υπουργείο Παιδείας, εκπαιδευτικοί με τα σωματεία και τις ομοσπονδίες τους, τοπικές εκπαιδευτικές υπηρεσίες, δήμοι επιχειρούν να απαντήσουν στα ζητήματα που προκύπτουν από τη νέα θεσμική ρύθμιση. Σύμφωνα με τις δικές τους ανακοινώσεις, τα προβλήματα είναι δύο κατηγοριών: οι υποδομές (οι χώροι όπου θα στεγαστεί η δίχρονη πλέον εκπαίδευση) και το προσωπικό. Οι συζητήσεις αυτές, όπως ήταν αναμενόμενο ξεστρατίζουν συνήθως σε στενά συντεχνιακά ή οικονομικά συμφέροντα (όπως η έμφαση στο θέμα των κριτηρίων των διορισμών, η αντίσταση κάποιων δήμων επειδή μειώνονται τα έσοδά τους, κλπ). Όλα αυτά θολώνουν το πεδίο και τον στόχο της συζήτησης. Κι έτσι δεν φαίνεται καθαρά ότι από την όλη συζήτηση απουσιάζει το πιο κρίσιμο θέμα: το παιδαγωγικό πρόγραμμα που θα υλοποιηθεί στο νέο νηπιαγωγείο με τις δύο –επισήμως πλέον- ηλικιακές ομάδες του, τα νήπια και τα προνήπια (αν θα παραμείνει αυτή η ορολογία).

Οι δύο αυτές ηλικιακές ομάδες έχουν σημαντικές διαφορές στα αναπτυξιακά τους χαρακτηριστικά· διαφορές γνωστικές, κοινωνικών εμπειριών και συμπεριφορών, συναισθηματικές, ψυχολογικές. Δεν χρειάζεται να επιχειρηματολογήσει κανείς γι’ αυτές τις διαφορές. Είναι τόσο γνωστό θέμα, κοινότοπο, που κάθε φοιτητής ή φοιτήτρια το γνωρίζει ήδη από τα πρώτα έτη της φοίτησης στα παιδαγωγικά τμήματα ή στα τμήματα ψυχολογίας. Περιέχεται σε κάθε πανεπιστημιακό εγχειρίδιο της αναπτυξιακής και της γνωστικής ψυχολογίας. Οι ίδιες οι νηπιαγωγοί το γνωρίζουν, το βιώνουν μέσα στη δουλειά τους καθημερινά. Και να προσθέσουμε ότι οι διαφορές στις ηλικίες 4-6 είναι πολύ μεγαλύτερες από ό,τι ανάμεσα στους μαθητές της Ε’ και της Στ’ δημοτικού ή σε δύο διαδοχικές τάξεις του γυμνασίου. Και βέβαια κανείς δεν διανοείται να προτείνει να φοιτήσουν μαζί με το ίδιο πρόγραμμα (ίσως και με κάποιες προσαρμογές) οι μαθητές δύο διαδοχικών τάξεων στο δημοτικό ή στο γυμνάσιο. Γιατί δεν γίνεται αυτή η διάκριση στο νηπιαγωγείο; Γιατί κανείς δεν μιλά για την ανάγκη να διαφοροποιηθεί το πρόγραμμα σε κάθε ηλικιακή ομάδα; Να εκπαιδεύεται ξεχωριστά η κάθε ηλικιακή ομάδα, όπως συμβαίνει στις άλλες βαθμίδες;

Μέχρι τώρα η φοίτηση ήταν υποχρεωτική μόνο για τα νήπια. Για τα προνήπια ήταν προαιρετική. Αυτό είχε αφενός ως συνέπεια τα προνήπια να είναι κατά κανόνα λιγότερα από τα νήπια και αφετέρου και πιο σημαντικό, η προσοχή των νηπιαγωγών να είναι εστιασμένη στην «κυρίως» ομάδα των νηπίων. Νήπια και προνήπια ήταν στην ίδια ομάδα – τάξη. Το πρόγραμμα ήταν ενιαίο και σχεδιαζόταν κυρίως με βάση τις μαθησιακές ανάγκες των νηπίων. Γίνονταν κάποιες προσαρμογές για τα προνήπια, περισσότερο στις απαιτήσεις και προσδοκίες και λιγότερο στις διδακτικές μεθόδους. Η λογική που επικρατούσε –και προφανώς επικρατεί και σήμερα- ήταν ότι τα νήπια χρειάζεται να εκπαιδευτούν ολοκληρωμένα προκειμένου να έχουν επιτυχή μετάβαση στο δημοτικό. Τα προνήπια ήταν εκεί για να «προετοιμάζονται» για την επόμενη χρονιά. Να εξοικειώνονται με το κλίμα της ομάδας, με τον τρόπο ζωής και δουλειάς, και να κερδίζουν ό,τι μπορούν, μιας και θα τα διδαχτούν ολοκληρωμένα την επόμενη χρονιά. Σ’ αυτά να προσθέσουμε και τις δυσκολίες που συχνά εμφανίζονταν στις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις και σχέσεις μεταξύ της κυρίαρχης ομάδας των νηπίων και της πιο ασθενούς των προνηπίων. Αλλά και αυτό αντιμετωπιζόταν ως φυσικό και φυσιολογικό, μιας και την επόμενη χρονιά οι «καταπιεσμένοι» θα γίνονταν η κυρίαρχη ομάδα και έτσι θα ισορροπούσαν τις όποιες αρνητικές εμπειρίες ως προνήπια.

Η παιδαγωγική και διδακτική αυτή πρακτική ακολουθούσε ακριβώς τις επιλογές του αναλυτικού προγράμματος. Το ισχύον αναλυτικό πρόγραμμα (όπως και τα προηγούμενα) είναι ενιαίο και μάλιστα για τρία ηλικιακά επίπεδα (3 – 6 χρονών). Οι θεματικές του ενότητες, το περιεχόμενο της κάθε μιας, οι τρόποι οργάνωσης της μαθησιακής διαδικασίας και της σχολικής ζωής είναι κοινά για όλες τις ηλικίες. Γίνονται αναφορές και νύξεις για προσαρμογές και διαφοροποιήσεις σε κάθε ηλικία –αν και όπου κρίνει η νηπιαγωγός ότι χρειάζονται- αλλά αυτό είναι το δευτερεύον στο πρόγραμμα. Το κύριο είναι το κοινό και το ενιαίο.

Θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι η μέχρι τώρα διάκριση σε υποχρεωτική φοίτηση των νηπίων και προαιρετική των προνηπίων είναι ένας σοβαρός λόγος που ερμηνεύει το ενιαίο του αναλυτικού προγράμματος (δηλαδή πρακτικά την έμφαση στην ομάδα των νηπίων) καθώς και την παιδαγωγική συμπεριφορά των νηπιαγωγών, όπως περιγράφηκε παραπάνω. Μέχρις ενός σημείου όμως. Γιατί, η φοίτηση στο σχολείο είναι φοίτηση, ανεξάρτητα αν είναι υποχρεωτική ή προαιρετική. Κανείς δεν φοιτά στο σχολείο για να μάθει πώς θα φοιτήσει την επόμενη χρονιά. Φοιτά για να εκπαιδευτεί μέσα σε ένα πρόγραμμα συστηματικό, συνεκτικό και οργανωμένο. Και η ανάγκη αυτή δεν αναγνωρίζεται από τη συντριπτική πλειοψηφία των νηπιαγωγών. Κάποιες ελάχιστες μεμονωμένες φωνές νηπιαγωγών που έθεσαν στο παρελθόν το θέμα των προνηπίων και του προγράμματος γι’ αυτήν την ηλικιακή ομάδα, χάθηκαν μέσα στη γενική αδιαφορία. Στο σημείωμα, όμως, αυτό δεν θα σταθούμε στην αναλυτική διερεύνηση των λαθών ή ελλείψεων του χθες, μιας και σήμερα έχουμε μια άλλη θεσμικά πραγματικότητα. Η αναφορά στο χθες γίνεται περισσότερο για να κατανοήσουμε πώς έχει παγιωθεί στις νηπιαγωγούς αλλά και σε όλη την εκπαιδευτική πυραμίδα της προσχολικής εκπαίδευσης αυτή η συνήθεια και νοοτροπία της έμφασης σε μια ηλικία (νήπια) και της «συμπληρωματικής» ζωής των άλλων ηλικιών μέσα στο νηπιαγωγείο. Να κατανοήσουμε ότι η αναγκαία αλλαγή αυτής της νοοτροπίας δεν θα είναι κάτι απλό και εύκολο και θα χρειαστεί να μελετηθούν συγκεκριμένα μέτρα υποστήριξης των νηπιαγωγών προς αυτή την κατεύθυνση.

Το πρώτο μέτρο που χρειάζεται είναι ο σχεδιασμός ενός νέου αναλυτικού προγράμματος το οποίο θα διακρίνει την κάθε ηλικιακή ομάδα, σύμφωνα με τη λογική των αναλυτικών προγραμμάτων των άλλων βαθμίδων. Δηλαδή θα προσδιορίζει για κάθε ηλικιακή ομάδα ξεχωριστά τις θεματικές ενότητες, θα περιγράφει το περιεχόμενο και τους διδακτικούς στόχους, θα προτείνει ενδεικτικά κατάλληλες δραστηριότητες και θα υποδεικνύει διδακτικές και παιδαγωγικές μεθόδους. Και μιας και το ισχύον αναλυτικό πρόγραμμα είναι για τρεις ηλικιακές ομάδες (3 – 6 χρονών), το ίδιο θα πρέπει να ισχύει και στο νέο αναλυτικό πρόγραμμα, το οποίο θα πρέπει να είναι ένα υποχρεωτικό πλαίσιο και για τους παιδικούς σταθμούς, ώστε να γίνει ένα ακόμα βήμα στην ολοκλήρωση της παιδαγωγικής φυσιογνωμίας τους, πέρα από χώρους φροντίδας και παραμονής των παιδιών. Προφανώς το πρόγραμμα κάθε ηλικιακής ομάδας θα έχει κοινές θεματικές ενότητες με αυτές της επόμενης ή της προηγούμενης αλλά με διαφοροποίηση στους διδακτικούς στόχους.

Αυτή η εργασία θα απαιτήσει χρόνο για το σχεδιασμό, την πιλοτική εφαρμογή, τις διορθώσεις ή συμπληρώσεις που κριθούν αναγκαίες, την επιμόρφωση των στελεχών και νηπιαγωγών για την αποτελεσματική υλοποίηση του νέου προγράμματος. Μέχρι τότε χρειάζεται να γίνουν άμεσα ορισμένα βήματα:

Κατ’ αρχάς θα πρέπει άμεσα να διαχωριστούν οι ομάδες στα νηπιαγωγεία με κριτήριο την ηλικία. Να διαμορφωθούν αμιγείς ομάδες νηπίων και προνηπίων. Αυτό είναι απαραίτητο για ξεκινήσει η εξειδικευμένη παιδαγωγική και διδακτική διαχείριση της κάθε ηλικίας αλλά και για να διαμορφωθούν οι κατάλληλες συνθήκες κοινωνικής αλληλεπίδρασης μεταξύ των παιδιών, την ενίσχυση των σχέσεών τους, την ανάπτυξη της αυτονομίας, της ισότιμης συνεργασία και συλλογικότητας μέσα στην ομάδα των συνομηλίκων. Το μέτρο αυτό χρειάζεται να συνοδευτεί από συστηματική εκπαίδευση των νηπιαγωγών στις διαφορές της παιδαγωγικής και διδακτικής διαχείρισης της κάθε ηλικίας. Σ’ αυτόν τον τομέα πολύτιμη θα είναι η εμπειρία σχολικών μονάδων (κυρίως από την ιδιωτική εκπαίδευση) στις οποίες υλοποιείται ήδη αυτό το μοντέλο.

Φαίνεται λοιπόν ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά, όσο ίσως νόμιζαν πολλοί αρμόδιοι ή νηπιαγωγοί. Δεν είναι κυρίως θέμα διαχείρισης πρακτικών και υπηρεσιακών εμποδίων. Η δίχρονη υποχρεωτική προσχολική εκπαίδευση, μας βάζει μπροστά σε παιδαγωγικές ευθύνες, που θα έπρεπε να είχαμε ήδη αναγνωρίσει αλλά που δεν γίνεται πλέον να κλείνουμε τα μάτια μπροστά τους. Για να είναι πραγματικά μια παιδαγωγικά συστηματική και οργανωμένη δίχρονη προσχολική εκπαίδευση. Για να υλοποιήσουμε  στην πράξη την αρχή ότι το σχολείο υπάρχει για να υπηρετεί τις ανάγκες των μαθητών του.

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ